Εντείνει τις πιέσεις η Άγκυρα για να ξεμπλοκάρει τη συμφωνία με την Ουάσινγκτον.
Του Θ. Κ. ΤΣΙΤΣΑ – Ανταπόκριση, Νέα Υόρκη – ΠΗΓΗ: Realnews
Η Άγκυρα εντείνει τις προετοιμασίες της για τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ που θα φιλοξενήσει τον Ιούλιο, επιδιώκοντας παράλληλα να αξιοποιήσει τις διπλωματικές επαφές στο περιθώριο της συνάντησης για μια πιθανή επανεκκίνηση των αμερικανοτουρκικών αμυντικών σχέσεων. Στο επίκεντρο βρίσκονται το ακανθώδες ζήτημα των αμερικανικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν στην Τουρκία λόγω της αγοράς των ρωσικών πυραυλικών συστημάτων S-400, αλλά και η προσπάθεια της Άγκυρας να αποκτήσει ξανά πρόσβαση στα μαχητικά αεροσκάφη F-35 και να ξεμπλοκάρει η συμφωνία για τα F-16.
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ θα πραγματοποιηθεί στις 7 και 8 Ιουλίου στην τουρκική πρωτεύουσα και θεωρείται από Τούρκους αξιωματούχους μια σπάνια ευκαιρία για πολιτική επαναπροσέγγιση με την Ουάσιγκτον. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν επιβάλει κυρώσεις στην Τουρκία το 2020, βάσει του νόμου CAATSA, ως απάντηση στην αγορά των S-400 από τη Ρωσία. Η απόφαση εκείνη οδήγησε στον αποκλεισμό της Άγκυρας από το πρόγραμμα συμπαραγωγής των F-35, ενώ καθυστέρησε και την προμήθεια νέων F-16.
Επαφές
Στο πλαίσιο της διπλωματικής κινητικότητας πριν από τη Σύνοδο, ο Αμερικανός πρέσβης στο ΝΑΤΟ Μάθιου Γουίτακερ είχε επαφές στην Κωνσταντινούπολη με τον Toύρκο υπουργό Εξωτερικών Χακάν Φιντάν και τον Τούρκο υπουργό Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ. Η παρουσία του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στην Άγκυρα ενισχύει τις προσδοκίες για απευθείας πολιτικές διαβουλεύσεις υψηλού επιπέδου, καθώς θα πρόκειται για την πρώτη παρουσία Αμερικανού Προέδρου στην Τουρκία από το 2015, όταν ο Μπαράκ Ομπάμα είχε συμμετάσχει στη Σύνοδο των G-20 στην Αττάλεια.
Τον τελευταίο μήνα, ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ, άφησε να εννοηθεί ότι το ζήτημα των S-400 ενδέχεται να βρεθεί σύντομα σε τροχιά επίλυσης, χωρίς ωστόσο να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η χρονική συγκυρία της Συνόδου προσφέρει ένα στενό αλλά κρίσιμο παράθυρο ευκαιρίας πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, όσο οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν τον έλεγχο του Κογκρέσου.
Ο πρώην Τούρκος διπλωμάτης Αλπέρ Κοσκούν, σήμερα συνεργάτης του Carnegie Endowment for International Peace, σε δηλώσεις του στον αραβικό ιστότοπο Αl Monitor σημείωσε ότι «αν και το ζήτημα των S-400 δεν συνδέεται θεσμικά με το ΝΑΤΟ, επηρεάζει έμμεσα τη συνοχή και τη στρατηγική λειτουργία της Συμμαχίας. Η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιάσει την αποδυνάμωση της αεροπορικής της ισχύος ως πρόβλημα που αφορά και τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και της αστάθειας στη Μέση Ανατολή».
Αδυναμία
Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι ο στόλος των F-16 γερνά ταχύτατα και ότι η αδυναμία εκσυγχρονισμού του δημιουργεί επιχειρησιακό κενό. Η ανάγκη ενίσχυσης της τουρκικής αεροπορίας γίνεται ακόμη πιο πιεστική, καθώς το Ισραήλ ήδη διαθέτει F-35, ενώ και η Ελλάδα βρίσκεται σε διαδικασία ένταξης των μαχητικών πέμπτης γενιάς στο οπλοστάσιό της.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης προεδρικής θητείας του Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες απέκλεισαν την Τουρκία από το πρόγραμμα των F-35 αμέσως μετά την παραλαβή των πρώτων συστοιχιών S-400 από τη Ρωσία το 2019. Οι κυρώσεις ενεργοποιήθηκαν επίσημα τον Δεκέμβριο του 2020. Έκτοτε, η Τουρκία αποφεύγει να θέσει πλήρως σε επιχειρησιακή λειτουργία τα ρωσικά συστήματα, τα οποία σύμφωνα με πληροφορίες παραμένουν αποθηκευμένα σε άγνωστη τοποθεσία μετά τις δοκιμαστικές ενεργοποιήσεις του 2020. Παρότι ο Αμερικανός Πρόεδρος θα μπορούσε θεωρητικά να χορηγήσει ειδική άδεια για αμυντικές πωλήσεις προς την Τουρκία, η επιστροφή της χώρας στο πρόγραμμα των F-35 προσκρούει σε έναν βασικό νομικό όρο: η Άγκυρα θα πρέπει να πάψει να έχει στην κατοχή της τους S-400.
Ο Τ. Μπάρακ είχε δηλώσει δημόσια ότι η αμερικανική νομοθεσία απαιτεί όχι μόνο τη μη χρήση αλλά και την πλήρη απομάκρυνση του συστήματος από τουρκικό έλεγχο. Σύμφωνα με διπλωματικές εκτιμήσεις, μία από τις λύσεις που εξετάζονται θα μπορούσε να είναι η αποσυναρμολόγηση και η μεταφορά των S-400 σε τουρκική στρατιωτική εγκατάσταση στο εξωτερικό. Η Τουρκία διαθέτει στρατιωτικές βάσεις σε χώρες όπως το Κατάρ και η Σομαλία, γεγονός που θεωρητικά θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν πολιτικό συμβιβασμό χωρίς πλήρη εγκατάλειψη του συστήματος.
Ο Σονέρ Τσαγαπτάι, διευθυντής του Turkish Research Program στο Washington Institute for Near East Policy, εκτιμά ότι οι πιθανότητες συμφωνίας έχουν αυξηθεί αισθητά τους τελευταίους μήνες. Η αυξανόμενη συνεργασία ΗΠΑ και Τουρκίας σε περιφερειακά ζητήματα -από τη Γάζα έως το Ιράν– φαίνεται πως διευκολύνει την αναζήτηση συμβιβασμού. Ο Ντ. Τραμπ έχει επανειλημμένα ζητήσει από τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ να αυξήσουν δραστικά τις αμυντικές δαπάνες τους, υποστηρίζοντας ότι η Συμμαχία εξαρτάται υπερβολικά από τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνατότητες. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να εξετάζει πιο σοβαρά την επανένταξη της Τουρκίας στον δυτικό αμυντικό σχεδιασμό.
Για την Άγκυρα, το διακύβευμα παραμένει σαφές. Η Τουρκία είχε επενδύσει περίπου 1,4 δισ. δολάρια στο πρόγραμμα των F-35 πριν από τον αποκλεισμό της, ενώ έξι αεροσκάφη που είχαν κατασκευαστεί για την τουρκική πολεμική αεροπορία δεν παραδόθηκαν ποτέ. Παράλληλα, η τουρκική κυβέρνηση επιδιώκει την αγορά 40 νέων F-16 Block 70 από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν και η Ουάσιγκτον ενέκρινε επισήμως τη συμφωνία το 2024, οι διαπραγματεύσεις παραμένουν στάσιμες λόγω διαφωνιών για το συνολικό κόστος, το οποίο εκτιμάται πλέον στα 23 δισ. δολάρια.
