Στη νότια Ιταλία, στην περιφέρεια της Απουλίας, στην ιονική ακτή της χερσονήσου του Σαλέντο (δεν πρέπει να συγχέεται με την Καλλίπολη της Τουρκίας), και την ιστορική πόλη-λιμάνι της Καλλίπολης, βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο μιας εξαιρετικής υποβρύχιας αρχαιολογικής ανακάλυψης.
Το ιταλικό Υπουργείο Πολιτισμού επιβεβαίωσε τον εντοπισμό ενός εξαιρετικά καλοδιατηρημένου ναυαγίου ρωμαϊκού εμπορικού πλοίου, το οποίο κείτεται στον βυθό στα ανοιχτά της ακτογραμμής της πόλης. Αν και το ναυάγιο εντοπίστηκε τον Ιούνιο του 2025, οι ιταλικές αρχές κράτησαν σκόπιμα το εύρημα εμπιστευτικό για αρκετούς μήνες, προκειμένου να προστατεύσουν την τοποθεσία από τη λεηλασία και να διαφυλάξουν την εξαιρετική επιστημονική του αξία.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, το ναυάγιο ήταν υπό τη συνεχή επιτήρηση από την ιταλική Οικονομική Αστυνομία (Guardia di Finanza), σε στενό συντονισμό με την Αρχαιολογική Εφορεία Καλών Τεχνών και Τοπίου (ABAP).
Ένα ρωμαϊκό εμπορικό πλοίο “παγωμένο” στον βυθό
Το ναυάγιο που αποκαλύφθηκε πρόσφατα ταυτοποιήθηκε ως μια μεγάλη navis oneraria – ένα ρωμαϊκό εμπορικό σκάφος που χρησιμοποιούνταν για θαλάσσιο εμπόριο μεγάλων αποστάσεων. Στον βυθό σε σημαντικό βάθος στα ανοιχτά της ακτογραμμής της Καλλίπολης, το πλοίο περιγράφεται ως εξαιρετικά καλοδιατηρημένο, με το φορτίο του να παραμένει ευκρινώς ορατό.
Αυτό που καθιστά την ανακάλυψη ιδιαίτερα σημαντική, είναι η φύση του φορτίου: Αμφορείς γεμάτοι με γάρο (garum), την περίφημη σάλτσα από ψάρια που έχουν υποστεί ζύμωση, η οποία αποτελούσε ένα από τα πιο πολύτιμα και ακριβά εμπορεύματα του ρωμαϊκού κόσμου.
Ο γάρος δεν ήταν μόνο βασικό συστατικό της ρωμαϊκής κουζίνας αλλά και προϊόν πολυτελείας, το οποίο διακινείτο σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, από την Ισπανία έως τη Γαλατία και ακόμη παραπέρα.
Μια ανακάλυψη που κρατήθηκε μυστική για την προστασία μιας ανεκτίμητης τοποθεσίας
Σύμφωνα με το Υπουργείο Πολιτισμού, η μυστικότητα ήταν απαραίτητη τους μήνες που ακολούθησαν την ανακάλυψη. Οι υποβρύχιοι αρχαιολογικοί χώροι είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στην παράνομη ανέλκυση, και η παρουσία ενός φορτίου τόσο πολύτιμου όσο οι αμφορείς γάρου ενείχε υψηλό κίνδυνο λεηλασίας.

Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η περιοχή βρισκόταν υπό συνεχή παρακολούθηση από θαλάσσιες περιπολίες, ενώ πραγματοποιήθηκαν προκαταρκτικές εκτιμήσεις από ειδικούς για την αξιολόγηση της κατάστασης του ναυαγίου και των αρχαιολογικών του δυνατοτήτων.
Μόνο αφού διασφάλισαν την τοποθεσία και καθόρισαν μια στρατηγική προστασίας, οι αρχές αποφάσισαν να δημοσιοποιήσουν την ανακάλυψη.
Νέα στοιχεία για το ρωμαϊκό εμπόριο και την καθημερινή ζωή
Το φορτίο του γάρου αποτελεί μια άμεση και σπάνια μαρτυρία των εμπορικών ανταλλαγών στη ρωμαϊκή Μεσόγειο. Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι το πλοίο αποτελούσε μέρος ενός εκτεταμένου εμπορικού δικτύου που τροφοδοτούσε τις αγορές της ελίτ με προϊόντα διατροφής πολυτελείας, προσφέροντας νέες ευκαιρίες για τη μελέτη των ρωμαϊκών οικονομικών συστημάτων, των καταναλωτικών συνηθειών και της καθημερινής ζωής κατά την αυτοκρατορική περίοδο.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι ευρήματα αυτής της κλίμακας και τέτοιας κατάστασης διατήρησης είναι ασυνήθιστα. Η διάταξη των αμφορέων στον βυθό εξακολουθεί να ιχνηλατεί το αρχικό περίγραμμα του σκάφους, επιτρέποντας στους ερευνητές να αναπαραστήσουν τις ναυπηγικές τεχνικές, την οργάνωση του φορτίου και τις θαλάσσιες διαδρομές με πρωτοφανή ακρίβεια.
Μια στρατηγική περιοχή για την αρχαία ναυσιπλοΐα
Τα νερά στα ανοιχτά της Καλλίπολης και της ευρύτερης ακτής του Σαλέντο αποτελούσαν έναν στρατηγικό θαλάσσιο διάδρομο στην αρχαιότητα, συνδέοντας την ανατολική με τη δυτική Μεσόγειο.
Ωστόσο, οι ίδιες διαδρομές ήταν ακόμη επικίνδυνες, εκτεθειμένες σε ξαφνικές καταιγίδες και στην περίπλοκη παράκτια μορφολογία, γεγονός που οδηγούσε συχνά σε ναυάγια. Αυτή η τελευταία ανακάλυψη επιβεβαιώνει ότι το Ιόνιο Πέλαγος είναι μία από τις πλουσιότερες υποβρύχιες αρχαιολογικές περιοχές στη νότια Ιταλία, ενισχύοντας την ανάγκη για μακροχρόνια προστασία και ερευνητικές πρωτοβουλίες.
Σχέδια για την ανασκαφή και τη συντήρηση
Το Υπουργείο Πολιτισμού ανακοίνωσε ότι την ανακάλυψη θα ακολουθήσουν πλέον συστηματική τεκμηρίωση, προηγμένες υποβρύχιες έρευνες και ο σχεδιασμός μελλοντικών ανασκαφικών δραστηριοτήτων και εργασιών συντήρησης.
Αυτές οι προσπάθειες στοχεύουν όχι μόνο στην προστασία του ναυαγίου, αλλά και στο να καταστεί η ιστορική του αξία προσβάσιμη μέσω ερευνών, εκθέσεων και της επικοινωνίας με το κοινό. «Μια βυθισμένη κληρονομιά που επιστρέφει για να διηγηθεί την ιστορία της», δήλωσε το Υπουργείο στην ανακοίνωσή του — μια ιστορία που υπόσχεται να εμβαθύνει την κατανόησή μας για τον ρωμαϊκό πολιτισμό και τον απέραντο, ναυτικό του κόσμο.