Τα Στενά του Ορμούζ και το παράδοξο: Νομικά ανοικτά, επιχειρησιακά κλειστά – Ανάλυση του Δημήτρη Σταθακόπουλου

Δημήτρης Σταθακόπουλος
Δρ Παντείου Πανεπιστημίου, Συνεργάτης του Εργαστηρίου Τουρκικών & Ευρασιατικών Μελετών (ΕΤΕΜ) του Πανεπιστημίου Πειραιά, Νομικός, Οθωμανολόγος - Τουρκολόγος

Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν διαχρονικά έναν από τους πιο κρίσιμους θαλάσσιους διαύλους του πλανήτη. Από εκεί διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου, γεγονός που τα καθιστά όχι απλώς γεωγραφικό σημείο, αλλά δομικό στοιχείο της διεθνούς οικονομικής και ενεργειακής ασφάλειας. Σήμερα, όμως, υπό το βάρος της ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία εκτείνεται ήδη από τις 28 Φεβρουαρίου, τα Στενά φαίνεται να βρίσκονται σε ένα παράδοξο καθεστώς: νομικά ανοικτά, αλλά πρακτικά κλειστά.

Από πλευράς διεθνούς δικαίου, το καθεστώς των Στενών είναι σαφές. Πρόκειται για διεθνές στενό ναυσιπλοΐας, το οποίο διέπεται από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Η Σύμβαση αυτή, ιδίως στα άρθρα 37–44, καθιερώνει το καθεστώς της λεγόμενης «διέλευσης transit passage», ένα από τα ισχυρότερα δικαιώματα ελεύθερης ναυσιπλοΐας που αναγνωρίζει το σύγχρονο δίκαιο της θάλασσας. Η διέλευση αυτή πρέπει να είναι συνεχής και ταχεία και, το σημαντικότερο, δεν μπορεί να ανασταλεί μονομερώς από τα παράκτια κράτη. Το καθεστώς αυτό έχει χαρακτήρα erga omnes, δεσμεύοντας το σύνολο της διεθνούς κοινότητας και μη επιδεχόμενο αυθαίρετης αναστολής.

Κανένα κράτος δεν έχει δικαίωμα να κλείσει τα Στενά

Με απλά λόγια, κανένα κράτος –ούτε το Ιράν ούτε οποιοσδήποτε άλλος– δεν έχει το δικαίωμα να «κλείσει» τα Στενά. Η διεθνής ναυσιπλοΐα εκεί θεωρείται συλλογικό αγαθό της διεθνούς κοινότητας. Ακόμη και σε συνθήκες ένοπλης σύγκρουσης, το ισχύον εθιμικό δίκαιο και οι κανόνες του ναυτικού πολέμου επιβάλλουν συγκεκριμένους περιορισμούς. Όπως αποτυπώνεται στο San Remo Manual on International Law Applicable to Armed Conflicts at Sea, τα μέρη της σύγκρουσης οφείλουν να σέβονται την ουδέτερη ναυσιπλοΐα, να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας και να αποφεύγουν την αδιάκριτη παρεμπόδιση εμπορικών πλοίων, ιδίως μέσω ανεξέλεγκτων ναρκοθετήσεων.

Και όμως, η πραγματικότητα στην περιοχή δείχνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Η ναρκοθέτηση των θαλασσίων οδών από ιρανικής πλευράς, σε συνδυασμό με την παρεμπόδιση ή και πλήρη αποτροπή διέλευσης πλοίων, δημιουργούν λειτουργικό αποκλεισμό. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, που έχουν προχωρήσει σε ναυτικό αποκλεισμό ιρανικών λιμένων, εντείνουν περαιτέρω τη στρατιωτικοποίηση της περιοχής.

Έτσι, διαμορφώνεται μια κατάσταση όπου το δικαίωμα της ελεύθερης διέλευσης εξακολουθεί να υφίσταται νομικά, αλλά δεν μπορεί να ασκηθεί στην πράξη. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα καθεστώς functional denial without legal closure: το δικαίωμα υπάρχει, αλλά καθίσταται ανεφάρμοστο λόγω των επιχειρησιακών συνθηκών. Τα Στενά μετατρέπονται σε ένα υψηλού κινδύνου περιβάλλον, όπου η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας δεν είναι πλέον εγγυημένη. Οι ναυτιλιακές εταιρείες αποφεύγουν τη διέλευση, τα ασφάλιστρα εκτοξεύονται όπως και η διεθνής αγορά ενέργειας.

Οι επιπτώσεις αυτές δεν περιορίζονται στο επίπεδο της ναυσιπλοΐας. Η διατάραξη της ροής υδρογονανθράκων προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις στις διεθνείς αγορές, επηρεάζοντας το κόστος ενέργειας, τον πληθωρισμό και τη συνολική οικονομική σταθερότητα. Παράλληλα, τρίτες δυνάμεις, όπως η Κίνα και η Ινδία, που εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τις ενεργειακές ροές του Περσικού Κόλπου, βρίσκονται αντιμέτωπες με στρατηγικά διλήμματα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ναρκοθέτηση αποτελεί ένα ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα.

Το διεθνές δίκαιο δεν απαγορεύει απολύτως τη χρήση ναρκών στη θάλασσα, αλλά θέτει αυστηρές προϋποθέσεις: απαιτείται προειδοποίηση, λήψη μέτρων για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και αποφυγή αδιάκριτης παρεμπόδισης ουδέτερων πλοίων. Εάν όμως οι νάρκες χρησιμοποιούνται με τρόπο που οδηγεί σε ουσιαστικό αποκλεισμό ενός διεθνούς στενού, τότε η πρακτική αυτή υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια και δύναται να συνιστά παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

Αντίστοιχα, ο ναυτικός αποκλεισμός που αποδίδεται στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένα μέτρο αναγνωρισμένο στο δίκαιο των ενόπλων συγκρούσεων στη θάλασσα, υπό προϋποθέσεις:
πρέπει να είναι αποτελεσματικός, να έχει γνωστοποιηθεί και να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας. Όταν όμως οι επιπτώσεις του επεκτείνονται σε έναν τόσο κρίσιμο διεθνή δίαυλο, τότε τίθεται ζήτημα έμμεσης προσβολής της ελευθερίας των θαλασσών και των δικαιωμάτων τρίτων κρατών.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η δημιουργία μιας ιδιότυπης «γκρίζας ζώνης». Δεν υπάρχει επίσημη, νομικά κατοχυρωμένη αναστολή του καθεστώτος των Στενών. Κανένα διεθνές όργανο δεν έχει αποφασίσει το κλείσιμό τους. Και όμως, στην πράξη, η διέλευση έχει καταστεί αδύνατη. Πρόκειται για μια μορφή έμμεσης άρνησης δικαιώματος. Το δικαίωμα παραμένει τυπικά ενεργό, αλλά καθίσταται ουσιαστικά ανενεργό.

Αυτή η «γκριζοποίηση» αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των σύγχρονων συγκρούσεων. Τα κράτη αποφεύγουν συχνά την ευθεία και ρητή παραβίαση των κανόνων, αλλά επιδιώκουν το ίδιο αποτέλεσμα μέσω επιχειρησιακών μέσων. Στην περίπτωση του Ορμούζ, αυτό μεταφράζεται σε έναν ιδιότυπο μετασχηματισμό του στενού, από διεθνές πέρασμα ελεύθερης ναυσιπλοΐας σε πεδίο στρατιωτικής αντιπαράθεσης και πίεσης.

Η ουσία μπορεί να συνοψιστεί σε μια φράση: Τα Στενά του Ορμούζ είναι σήμερα «νομικά ανοικτά, αλλά επιχειρησιακά κλειστά».

Και αυτό το χάσμα μεταξύ δικαίου και πραγματικότητας δεν αποτελεί απλώς μια περιφερειακή ανωμαλία. Αντιθέτως, υπονομεύει την κανονιστική ισχύ του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, ενισχύει την αβεβαιότητα στο διεθνές σύστημα και θέτει υπό αμφισβήτηση την ικανότητα της διεθνούς κοινότητας να διασφαλίσει ένα από τα πιο θεμελιώδη δημόσια αγαθά: την ελευθερία των θαλασσών.

Μοιράσου το:

σχολίασε κι εσύ

ENIKOS NETWORK