Στις 30 Νοεμβρίου 2022, κατά τη συμμετοχή μου ως κεντρικός ομιλητής σε άσκηση διαχείρισης κρίσεων της Διοίκησης Ειδικού Πολέμου του ΓΕΕΘΑ, υπό την αιγίδα του Στρατηγείου Ειδικών Επιχειρήσεων του NATO (NATO Special Operations Headquarters – NSHQ), είχα επισημάνει τη βαθύτερη στρατηγική διάσταση του ρόλου της Τουρκίας στο ευρασιατικό περιβάλλον.
Συγκεκριμένα, είχα τονίσει ότι η Τουρκία, πέραν της αναθεωρητικής της συμπεριφοράς στην Ανατολική Μεσόγειο, λειτουργεί ταυτόχρονα ως παράγοντας αποσταθεροποίησης και ως δίαυλος επιρροής της Ρωσίας εντός της Συμμαχίας.
Η στάση της αποτυπώνεται σε συγκεκριμένες επιλογές: αρνείται να ευθυγραμμιστεί με το καθεστώς κυρώσεων κατά της Ρωσίας, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, διατηρεί ανοιχτά κανάλια στρατηγικής συνεργασίας με τη Μόσχα και προχωρά στην απόκτηση ρωσικού στρατιωτικού εξοπλισμού, με άμεσες επιπτώσεις για τη διαλειτουργικότητα και τη συνοχή της Συμμαχίας.
Οι επιλογές αυτές δεν αποτελούν μεμονωμένες κινήσεις τακτικής, αλλά συγκροτούν ένα σταθερό πρότυπο συμπεριφοράς που επηρεάζει τη συνολική αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Στο πλαίσιο αυτό, είχα επισημάνει ότι η Τουρκία λειτουργεί ως «Δούρειος Ίππος» της Μόσχας στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ, δημιουργώντας δυνητικούς κινδύνους για τα συμφέροντα και τη συνοχή της Συμμαχίας.
Παράλληλα, είχα αναδείξει και τη διάσταση των υβριδικών απειλών, με ιδιαίτερη αναφορά στο ζήτημα της παράνομης μετανάστευσης. Είχα επισημάνει ότι η εργαλειοποίηση μεταναστευτικών ροών από την Τουρκία συνιστά μορφή υβριδικής πίεσης, η οποία δεν στρέφεται μόνο κατά της Ελλάδας, αλλά επηρεάζει άμεσα την ασφάλεια και τη σταθερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σύνολό της.
Σήμερα, υπό το βάρος των νέων γεωπολιτικών ισορροπιών και της αναβάθμισης του ρόλου της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο, η ίδια αυτή πραγματικότητα δεν αναιρείται, αλλά επιχειρείται να αναδιατυπωθεί μέσα από ένα νέο αφήγημα, στο οποίο οι ρόλοι εμφανίζονται αντεστραμμένοι.
Η προσέγγιση αυτή δεν αποτελεί συγκυριακή επικοινωνιακή επιλογή, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική, όπου οι περιφερειακές δυνάμεις λειτουργούν ως πολυεπίπεδοι δρώντες που διαμορφώνουν και αναπροσαρμόζουν τα αφηγήματά τους ανάλογα με τις μεταβολές ισχύος.
Επανέρχεται η έννοια του «Δούρειου Ίππου» στον δημόσιο διάλογο
Συγκεκριμένα, η ίδια έννοια του «Δούρειου Ίππου» επανέρχεται στον δημόσιο λόγο – αυτή τη φορά από την τουρκική πλευρά – στο πλαίσιο μιας συστηματικής προσπάθειας αναδιατύπωσης αφηγήματος και επηρεασμού ευρωπαϊκών και διεθνών ακροατηρίων.
Με αφορμή τις δηλώσεις του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν σχετικά με τη συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, καθώς και την επισήμανσή του ότι αυτή «δεν ενισχύει την εμπιστοσύνη αλλά δημιουργεί περισσότερη δυσπιστία» και ενδέχεται να οδηγήσει ακόμη και σε πόλεμο, ο φιλοκυβερνητικός Τουρκικός Τύπος, προχωρά πλέον σε συστηματική στοχοποίηση της Ελλάδας και της Κύπρου, παρουσιάζοντάς τες ως «Δούρειο Ίππο» του Ισραήλ στην Ευρώπη.
Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από τις ευρύτερες γεωπολιτικές μεταβολές στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται μια σταδιακή αλλά ουσιαστική αναδιάταξη ισχύος, η οποία μεταβάλλει όχι μόνο τις επιχειρησιακές ισορροπίες, αλλά και το ίδιο το πλαίσιο εντός του οποίου διαμορφώνονται τα περιφερειακά αφηγήματα.
Η Ελλάδα, από μια θέση όπου επί μακρόν καλούνταν να διαχειριστεί τις τουρκικές πιέσεις και αμφισβητήσεις, έχει μεταβεί σε μια φάση ενεργητικής στρατηγικής αναβάθμισης.
Η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, η απόκτηση σύγχρονων οπλικών συστημάτων και κυρίως, η ανάπτυξη ενός συνεκτικού πλέγματος στρατηγικών συνεργασιών, έχουν διαμορφώσει μια νέα πραγματικότητα ισχύος.
Στο πλαίσιο αυτό, η συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ δεν αποτελεί μια συγκυριακή επιλογή, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη αρχιτεκτονική ασφάλειας και σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πρόκειται για μια συνεργασία που εδράζεται σε κοινά συμφέροντα, στη διασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας και στη διατήρηση της περιφερειακής ισορροπίας.
Η μεταβολή αυτή των συσχετισμών ισχύος δεν θα μπορούσε να μην επηρεάσει και τη στρατηγική συμπεριφορά της Τουρκίας.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η Άγκυρα αξιοποίησε ένα πλαίσιο ασύμμετρης πίεσης, επιχειρώντας να επιβάλει τετελεσμένα και να διαμορφώσει ευνοϊκούς όρους διαπραγμάτευσης για τις αναθεωρητικές της επιδιώξεις.
Σήμερα, ωστόσο, χωρίς να εγκαταλείπει τις βασικές της στοχεύσεις, προσαρμόζει το αφήγημά της, επιχειρώντας να αναδιατυπώσει τον ρόλο της στο περιφερειακό σύστημα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία επιδιώκει να εμφανιστεί ως θεσμικός και υπεύθυνος δρών, ο οποίος αντιδρά και δεν προκαλεί εντάσεις, μετατοπίζοντας το βάρος της αντιπαράθεσης από την ουσία των πολιτικών επιλογών στο πεδίο της αντίληψης και της νομιμοποίησης.
Με άλλα λόγια, δεν αμφισβητεί μόνο τις συνεργασίες της Ελλάδας, αλλά επιχειρεί να τις παρουσιάσει ως παράγοντα αποσταθεροποίησης για την ίδια την Ευρώπη.
Παράλληλα, αναδεικνύει επιλεκτικά ζητήματα που σχετίζονται με το Ισραήλ, επιχειρώντας να δημιουργήσει συγκλίσεις με ευρωπαϊκά κράτη που διατηρούν διαφορετικές προσεγγίσεις στο ζήτημα, με στόχο τη δημιουργία ρηγμάτων στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Η χρήση εννοιών όπως ο «Δούρειος Ίππος» εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική.
Δεν αποτελεί απλώς ρητορική επιλογή, αλλά εργαλείο επιρροής, με στόχο τη διαμόρφωση αντιλήψεων σε ευρωπαϊκά και διεθνή ακροατήρια και τη δημιουργία πολιτικών και διπλωματικών αντανακλαστικών που εξυπηρετούν τη νέα αφηγηματική προσέγγιση της Άγκυρας.
Η χρήση του όρου «Δούρειος Ίππος» στον σύγχρονο γεωπολιτικό λόγο δεν είναι τυχαία. Αντανακλά την προσπάθεια των κρατών να επαναπροσδιορίσουν ρόλους και να επηρεάσουν αντιλήψεις σε ένα περιβάλλον μεταβαλλόμενης ισχύος.
Η Τουρκία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας προσέγγισης.
Παραμένει θεσμικά ενταγμένη στη δυτική αρχιτεκτονική ασφάλειας, αλλά ταυτόχρονα αναπτύσσει αυτόνομες στρατηγικές σχέσεις και λειτουργεί ως δίαυλος επιρροής σε ευρύτερα γεωπολιτικά περιβάλλοντα, επιχειρώντας να ισορροπήσει και να κεφαλαιοποιήσει τη θέση της μεταξύ Δύσης και Ανατολής.
Σε αντίθεση με τα τουρκικά αφηγήματα που επιχειρούν να παρουσιάσουν την Ελλάδα ως παράγοντα έντασης, η πραγματικότητα είναι ότι η χώρα έχει διαμορφώσει τα τελευταία χρόνια ένα σαφές και συνεκτικό στρατηγικό προφίλ: αυτό του αξιόπιστου πυλώνα σταθερότητας και ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος δεν αποσκοπεί στη δημιουργία εντάσεων, αλλά στη διασφάλιση της ειρήνης μέσω ισορροπίας.
Οι στρατηγικές συνεργασίες που έχει αναπτύξει, με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και το Ισραήλ, δεν αποτελούν μηχανισμούς αποκλεισμού, αλλά πλαίσια συνεργασίας που ενισχύουν τη συλλογική ασφάλεια και τη γεωπολιτική σταθερότητα της περιοχής.
Υπό αυτή την έννοια, η τουρκική επιχειρηματολογία περί «Δούρειου Ίππου» δεν αποτελεί παρά μια προσπάθεια αντιστροφής της πραγματικότητας.
Ευρύτερη στρατηγική απονομιμοποίησης της Ελλάδας
Η Ελλάδα δεν λειτουργεί ως προέκταση τρίτων, αλλά ως αυτόνομος και αξιόπιστος δρών που ευθυγραμμίζεται με το διεθνές δίκαιο και τις αρχές της ευρωπαϊκής και ευρωατλαντικής ασφάλειας. Αντιθέτως, η συστηματική προσπάθεια της Άγκυρας να μετατοπίσει το πεδίο της συζήτησης από τη δική της αναθεωρητική συμπεριφορά και την α λα καρτ ερμηνεία του διεθνούς δικαίου (ανάλογα με τα γεωπολιτικά της συμφέροντα), σε υποτιθέμενες απειλές που προέρχονται από συνεργασίες άλλων κρατών, εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική απονομιμοποίησης της Ελλάδας.
Η στρατηγική αυτή της Ελλάδας δεν προέκυψε τυχαία. Αντικατοπτρίζει μια συνειδητή και συνεκτική πολιτική επιλογή ενίσχυσης της διεθνούς θέσης της χώρας, η οποία τα τελευταία χρόνια υλοποιείται με συνέπεια από την πολιτική ηγεσία της Ελλάδας.
Ειδικότερα, η στρατηγική επιλογή του πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη να επενδύσει συστηματικά στην ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος, στην αναβάθμιση των διεθνών συνεργασιών και στην ανάδειξη της Ελλάδας ως αξιόπιστου συνομιλητή και εταίρου στην περιοχή, έχει συμβάλει καθοριστικά στη σημερινή αναβάθμιση του γεωπολιτικού αποτυπώματος της χώρας.
Ωστόσο, η διαχείριση της τουρκικής στρατηγικής απαιτεί συνέχεια και προσαρμοστικότητα.
Η Ελλάδα οφείλει να ενισχύσει περαιτέρω την ικανότητά της να παρεμβαίνει όχι μόνο στο πεδίο της ισχύος, αλλά και στο πεδίο των αφηγήσεων.
Αυτό σημαίνει συστηματική ανάδειξη της προσήλωσής της στο διεθνές δίκαιο, ενεργή παρουσία στα ευρωπαϊκά και ευρωατλαντικά fora και στοχευμένη στρατηγική επικοινωνία που θα αποδομεί έγκαιρα και τεκμηριωμένα τις προσπάθειες διαστρέβλωσης της πραγματικότητας.
Εν κατακλείδι, σε ένα περιβάλλον όπου οι αντιλήψεις διαμορφώνουν ολοένα και περισσότερο τις στρατηγικές αποφάσεις, η ικανότητα συγκρότησης πειστικού και αξιόπιστου αφηγήματος καθίσταται εξίσου κρίσιμη με την ίδια την ισχύ.
Υπό αυτή την έννοια, η Ελλάδα διαθέτει πλέον τις προϋποθέσεις να διαδραματίσει έναν ουσιαστικό και πρωταγωνιστικό ρόλο στο περιφερειακό και ευρύτερο διεθνές σύστημα.
Ωστόσο, η ουσία των γεωπολιτικών εξελίξεων δεν βρίσκεται στους χαρακτηρισμούς, αλλά στη στρατηγική πραγματικότητα που τους παράγει.
Και αυτή η πραγματικότητα δείχνει ότι, στην Ανατολική Μεσόγειο, η ισχύς βρίσκεται σε φάση αναδιάταξης και μαζί της αναδιατάσσονται, αναπόφευκτα, και τα αφηγήματα που επιχειρούν να την ερμηνεύσουν ή να την επηρεάσουν.
Γιατί τελικά, στη γεωπολιτική, δεν έχει σημασία μόνο ποιος είναι ο «Δούρειος Ίππος», αλλά ποιος επιχειρεί να το αποδείξει και κυρίως, με ποιο στρατηγικό σκοπό.
