Συνεπιμέλεια στη θεωρία, οικονομικός αποκλεισμός στην πράξη

Κατερίνα Φραγκάκη
Δικηγόρος

Η σύγχρονη προσέγγιση του οικογενειακού δικαίου έχει μετατοπίσει, τουλάχιστον σε επίπεδο αρχών, το επίκεντρο από τη λογική του γονέα-φροντιστή και του γονέα-επισκέπτη σε ένα μοντέλο κοινής ευθύνης των γονέων. Η συνεπιμέλεια δεν εμφανίζεται πλέον ως εξαίρεση ή παραχώρηση, αλλά ως θεσμική έκφραση της ανάγκης του παιδιού να διατηρεί σταθερούς, ουσιαστικούς δεσμούς και με τους δύο γονείς του, ακόμη και μετά τη διάσπαση της οικογενειακής συμβίωσης.

Τι ισχύει

Στην πράξη, ωστόσο, η συνεπιμέλεια συχνά παραμένει γράμμα κενό περιεχομένου. Σε αρκετές δικαστικές κρίσεις, απορρίπτεται όχι βάσει συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που να καταδεικνύουν ακαταλληλότητα ή αδιαφορία ενός γονέα, αλλά με γενικόλογες διαπιστώσεις περί «έντασης», «πόλωσης» ή «έλλειψης συνεργασίας» μεταξύ των διαδίκων, χωρίς όμως να τιμωρείται ο γονέας που προκαλεί τα προβλήματα . Έννοιες αόριστες, σχεδόν αναπόφευκτες σε κάθε διαζευκτικό πλαίσιο, οι οποίες, αντί να αντιμετωπίζονται ως λόγος ενίσχυσης σαφών κανόνων συνεννόησης, μετατρέπονται σε άλλοθι αποκλεισμού του ενός γονέα από την ουσιαστική άσκηση της γονικής ιδιότητας.

Η απόρριψη της συνεπιμέλειας, όταν δεν συνοδεύεται από ειδική και εξατομικευμένη αιτιολογία, παράγει σοβαρές συνέπειες ειδικά για τα τέκνα. Δεν περιορίζεται στο επίπεδο της νομικής διατύπωσης, αλλά διαμορφώνει μια καθημερινότητα όπου ο ένας γονέας λαμβάνει τις κρίσιμες αποφάσεις και ο άλλος περιορίζεται σε ρόλο παρατηρητή, ακόμη και όταν αποδεδειγμένα επιθυμεί και δύναται να συμμετέχει ενεργά στη ζωή των παιδιών του για το συμφέρον τους, ενώ τα τέκνα έχουν εκφράσει την άποψη τους υπέρ της συνεπιμέλειας . Έτσι, η ισότητα στη γονεϊκή ευθύνη υποκαθίσταται από μια σιωπηρή ιεράρχηση ρόλων και δημιουργίας έριδων και αντιδικιών .

Οικονομική εξουθένωση

Το πρόβλημα οξύνεται όταν η απόρριψη της συνεπιμέλειας συνδυάζεται με την επιβολή υπέρογκης διατροφής. Η οικονομική υποχρέωση, αντί να λειτουργεί ως μέσο κάλυψης των πραγματικών αναγκών των τέκνων με αναλογική συμμετοχή και των δύο γονέων, μετατρέπεται σε μηχανισμό εξάντλησης του ενός. Ο γονέας που καλείται να καταβάλει το μεγαλύτερο ή σχεδόν το σύνολο του εισοδήματός του για διατροφή, αδυνατεί να διατηρήσει συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης και, συνακόλουθα, να υποστηρίξει στην πράξη μια ουσιαστική σχέση με τα παιδιά του.

Η απόρριψη της συνεπιμέλειας και η οικονομική εξουθένωση δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους έννοιες, αλλά αλληλοτροφοδοτούνται. Όταν ο γονέας αποκλείεται από τη λήψη αποφάσεων για την καθημερινότητα, την εκπαίδευση ή τις δραστηριότητες των παιδιών, η οικονομική του συνεισφορά με την διατροφή εμφανίζεται ως το μοναδικό πεδίο συμμετοχής. Και όταν αυτή η συνεισφορά υπερβαίνει τις πραγματικές του δυνατότητες, η γονεϊκή παρουσία περιορίζεται σε μια τυπική επικοινωνία, χωρίς βάθος, χωρίς διάρκεια, χωρίς πραγματική συνύπαρξη καθώς αδυνατεί να προσφέρει στα τέκνα του ότι πραγματικά έχουν ανάγκη.

Το αποτέλεσμα είναι ένας ιδιότυπος αποκλεισμός ο οποίος συντελείται χωρίς ρητή δικαστική διατύπωση ότι ο γονέας δεν πρέπει να συμμετέχει, αλλά με ένα πλέγμα ρυθμίσεων που καθιστούν τη συμμετοχή πρακτικά αδύνατη. Ο γονέας δεν απομακρύνεται επειδή δεν θέλει ή δεν μπορεί συναισθηματικά αλλά επειδή δεν του επιτρέπεται θεσμικά και δεν αντέχει οικονομικά.

Το συμφέρον του παιδιού

Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, ωστόσο, δεν εξαντλείται στην υπέρμετρη υλική του κάλυψη, ούτε στην αποφυγή των συγκρούσεων μεταξύ των γονέων. Προϋποθέτει τη διατήρηση ζωντανών, λειτουργικών και ουσιαστικών σχέσεων και με τους δύο γονείς.

Η περίπτωση του Αγρινίου ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αποκλεισμού του πατέρα

Χαρακτηριστικό και ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί πρόσφατη δικαστική κρίση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Στην υπόθεση αυτή, παρά τη ρητορική υπέρ της από κοινού γονικής ευθύνης, η συνεπιμέλεια δεν χορηγήθηκε στον πατέρα. Η απόρριψη στηρίχθηκε σε γενικές διαπιστώσεις περί έντασης και έλλειψης συνεργασίας μεταξύ των γονέων, χωρίς ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά που να καθιστούν τη συνεπιμέλεια επιζήμια για τα τέκνα, ανεξαρτήτως ότι τα προβλήματα δημιουργούνταν μόνο από τη μητέρα η οποία τελικά πήρε και την αποκλειστική επιμέλεια .

Δεν αμφισβητήθηκε ούτε η συναισθηματική σύνδεση του πατέρα με τα παιδιά, ούτε η βούλησή του για ενεργή και ουσιαστική συμμετοχή στη ζωή τους, ούτε η μεγάλη ψυχική σύνδεση των τέκνων με τον πατέρα ούτε το γεγονός ότι γειτνιάζουν οι κατοικίες τους . Παρ’ όλα αυτά, η επιμέλεια ανατέθηκε αποκλειστικά στην μητέρα , ενώ στον πατέρα επιφυλάχθηκε ένας περιορισμένος και τυπικός ρόλος στη λήψη αποφάσεων. Ταυτόχρονα, επιβλήθηκε υπέρογκη διατροφή σε ασύλληπτα υψηλό επίπεδο, η οποία εξουθενώνει οικονομικά και ψυχικά τον πατέρα, καθώς υπερβαίνει των οικονομικών του δυνατοτήτων.

Χάσμα ανάμεσα στην θεωρία και την πράξη

Η συγκεκριμένη περίπτωση αναδεικνύει με σαφήνεια το χάσμα ανάμεσα στη θεωρητική κατοχύρωση της συνεπιμέλειας και στην πρακτική εφαρμογή της. Αποτελεί παράδειγμα όπου, χωρίς ρητή διατύπωση αποκλεισμού, διαμορφώνεται ένα πλέγμα ρυθμίσεων που καθιστά την ουσιαστική γονεϊκή παρουσία του ενός γονέα θεσμικά και οικονομικά ανέφικτη.
Γίνεται λοιπόν σαφές ότι η απομάκρυνση ενός γονέα δεν συντελείται μόνο με ρητές απαγορεύσεις, αλλά συντελείται και σιωπηρά, μέσα από αποφάσεις που, ενώ εμφανίζονται ουδέτερες ή προστατευτικές, καθιστούν την ουσιαστική γονεϊκή παρουσία οικονομικά και θεσμικά ανέφικτη. Αυτό λοιπόν είναι ένα ζήτημα που το σύγχρονο οικογενειακό δίκαιο οφείλει να επανεξετάσει με αποτελεσματικότητα, ώστε να μην ταλαιπωρούνται οι γονείς και κυρίως τα παιδιά.

Μοιράσου το:

σχολίασε κι εσύ

ENIKOS NETWORK