O Νίκος Κωνσταντόπουλος είναι μια εμβληματική προσωπικότητα της Αριστεράς. Πρόεδρος του Συνασπισμού και βουλευτής επί σειρά ετών, έχει αφήσει ένα έντονο αποτύπωμα στην πολιτική ζωή. Είναι, όμως, και ένας διακεκριμένος δικηγόρος που συνεχίζει μέχρι και σήμερα να δικηγορεί, μετρώντας πάνω από πέντε δεκαετίες στις δικαστικές αίθουσες. Με βαθιά εμπειρία στη δικαστηριακή πράξη και ενεργή συμμετοχή σε υποθέσεις υψηλής πολιτικής και κοινωνικής σημασίας, γνωρίζει την ελληνική Δικαιοσύνη όσο λίγοι και την περιγράφει, στη συνέντευξη που παραχωρεί στη Realnews, ως βαθιά προβληματική και πολιτικά χειραγωγούμενη, θεωρώντας ότι έχει χάσει την ανεξαρτησία και την αξιοπιστία της.
Όπως επισημαίνει, η κρίση αξιοπιστίας δεν περιορίζεται σε τεχνικές δυσλειτουργίες, αλλά αγγίζει τον πυρήνα του κράτους δικαίου, κάνοντας λόγο για ριζικές θεσμικές αλλαγές που πρέπει να γίνουν, όπως ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας της. Με αφορμή, δε, την «κόντρα» που καταγράφεται τις τελευταίες ημέρες μέσω σκληρών ανακοινώσεων μεταξύ της ένωσης Δικαστών – Εισαγγελέων και δικηγόρων, μιλά για «παραγοντισμό» και «παραταξιοποίηση» των δικαστικών ενώσεων.
Πώς θα περιγράφατε τη γενική κατάσταση της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα σήμερα;
Η κατάσταση της Δικαιοσύνης στην πατρίδα μας είναι προβληματική. Κανείς δεν είναι ευχαριστημένος. Οι πολίτες, οι λειτουργοί και συλλειτουργοί, οι επιστημονικοί φορείς, οι ανεξάρτητες Αρχές και οι αξιότιμοι διεθνείς οργανισμοί. Η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα σήμερα δεν είναι ούτε ανεξάρτητη ούτε αξιόπιστη. Ως θεσμική λειτουργία και συνταγματική εξουσία, ως κρατική υπηρεσία, ως προστατευτική εγγύηση κατά της κρατικοκυβερνητικής αυθαιρεσίας και διαφθοράς, ως κοινωνική διαπλαστική δύναμη, που δίνει περιεχόμενο ζωής στις αξίες του δικαίου και στα έννομα αγαθά, η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα σήμερα υστερεί και καθυστερεί, έχει ορατά και σοβαρά ελλείμματα, έναντι των απαιτήσεων του κράτους δικαίου. Δεν πείθει ότι ιεραρχεί τη συνταγματική δημοκρατική νομιμότητα έναντι της κυβερνοκρατικής σκοπιμότητας και των κατεστημένων συμφερόντων εξουσίας.
Ποιο θεωρείτε ότι είναι το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική Δικαιοσύνη;
Η έλλειψη κοινωνικής καταξίωσης, η απώλεια θεσμικής αξιοπιστίας, οι χαμηλοί δείκτες των αναγνωρισμένων οργανισμών που, διεθνώς, αξιολογούν την ποιότητα θεσμών, Δικαιοσύνης και κράτους δικαίου. Πίσω από τις πολλές στρεβλώσεις, οι αιτίες δεν είναι οργανωτικές ούτε διαδικαστικές ή διοικητικές. Οι αιτίες είναι δομικές. Απαιτούνται ριζοσπαστικές αλλαγές στη δομή και στη λειτουργία του θεσμού της Δικαιοσύνης. Για να εξασφαλιστεί η πραγματική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης έναντι των κυβερνήσεων, πρέπει να αναθεωρηθεί η διάταξη που προβλέπει την εκλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από το υπουργικό συμβούλιο, να μετέχει στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο και η κοινωνία με εκπροσώπους νομικών σχολών, δικηγορικών συλλόγων, να διευρυνθεί ο θεσμός των μεικτών ορκωτών δικαστηρίων, να υπάρξει εκδημοκρατισμός στο εσωτερικό της δικαστικής δομής και διαφάνεια στην αξιολόγηση έναντι της «τυφλής επετηρίδας». Να μπορούν να ανασαίνουν οι έντιμοι δικαστές, που τους καταπιέζουν πολιτικές και υπηρεσιακές ιεραρχίες.
Πολλοί μιλούν για «πολιτικοποίηση» της Δικαιοσύνης. Ποια είναι η γνώμη σας;
Ενα είναι δεδομένο, ότι, δηλαδή, υπάρχει διαχρονική και αμετανόητη εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης από την εκάστοτε κυβέρνηση. Αυτός ο κυβερνητισμός της κομματικής αυτοδυναμίας στην ουσία έχει μεταλλάξει την κοινοβουλευτική δημοκρατία σε πρωθυπουργοκεντρική δημοκρατία. Με την κομματική πειθαρχία, ακυρώνει την, κατά συνείδηση, στάση των βουλευτών στην άσκηση νομοθετικού έργου, αλλά και χειραγωγεί τη διοίκηση της Δικαιοσύνης με επιθυμητές επιλογές δικαστών, τοποθετήσεις – μεταθέσεις και αναθέσεις, συγκαλύψεις ενοχοποιητικών για την εκτελεστική εξουσία και τις διαπλοκές της υποθέσεων. Δυστυχώς, πέρα από την υποκριτική δημαγωγία για τη Δικαιοσύνη, υπάρχει έντονη εγκληματοποίηση του δημοσίου πεδίου. Η διάχυτη διαφθορά, η διάβρωση, η διαπλοκή και η δικτύωση ενισχύουν την τάση δικαστικοποίησης της πολιτικής και εργαλειοποίησης της Δικαιοσύνης.
Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, οι πολίτες έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στη Δικαιοσύνη. Πώς μπορεί να αλλάξει αυτό, όταν μάλιστα σε αρκετές υποθέσεις παρατηρείται δημόσια αμφισβήτηση των δικαστικών αποφάσεων;
Αυτό το υπαρκτό και κραυγαλέο πρόβλημα της θεσμικής ανυποληψίας, της κρίσης θεσμών, που σέρνεται και εντείνεται, είναι από τα πρωταρχικά και διαλυτικά. Η θεσμική κρίση, το δημογραφικό, η παραγωγική αποδιάρθρωση και η απουσία εθνικής στρατηγικής είναι καθοριστικά στοιχεία κοινωνικής συνοχής, συλλογικής αυτογνωσίας, αυτοπεποίθησης και αισιοδοξίας, παραγωγικής ανασυγκρότησης και αξιοβίωτης ανάπτυξης. Μονάχα επιπόλαιοι και διαθέσιμοι για όλα επιστρατευμένοι υπουργοί, κομματικοί και κυβερνητικοί εκπρόσωποι κλονίζουν εαυτούς με ανοησίες και ακρισίες περί ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Να αντισταθούν οι ευσυνείδητοι δικαστές που ασφυκτιούν κάτω από πολλές πιέσεις. Οι δικηγορικοί σύλλογοι να ανακτήσουν τον ρόλο τους και το κύρος τους ως υπερασπιστές της συνταγματικής νομιμότητας, του κράτους δικαίου της κοινωνίας και των δημοσίων αγαθών.
Τις τελευταίες ημέρες παρακολουθούμε έναν «πόλεμο» μεταξύ της Ένωσης Δικαστών – Εισαγγελέων και δικηγόρων. Η Ένωση ζητά πειθαρχικές διώξεις δικηγόρων, κατονομάζοντάς τους μάλιστα. Πώς το σχολιάζετε;
Ανάμεσα στα προβλήματα στη λειτουργία της Δικαιοσύνης είναι και αυτό της συνδικαλιστικοποίησης, της παραταξιοποίησης των δικαστικών οργανώσεων. Το δικαίωμα των δικαστών «του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι» είναι αναφαίρετο. Δυστυχώς, λειτουργεί στρεβλά, διαμορφώνοντας συνθήκες παραταξιοποίησης των δικαστών, επαγγελματοποίησης του δικαστικού λειτουργήματος, πολιτευτικού παραγοντισμού και δημοσίων σχέσεων για αναγνωρισιμότητα. Είναι απαράδεκτο οι δικαστές και η ηγεσία τους να μετατρέπονται σε γραφείο Τύπου της κυβέρνησης, σε ανωνυμογράφους, υπό τον τίτλο του απρόσωπου γραφείου Τύπου, σε αντίδικους δικηγόρων υπερασπιστών, σε «πανελίστες» εκδηλώσεων ιδιωτικών φορέων, για να συμπεριφερθούν ως φερέφωνα του υπουργού Δικαιοσύνης. Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων πολιτεύεται με όλες τις γνωστές πρακτικές του συνδικαλιστικού παραγοντισμού, με τον ιδεασμό ότι της ανήκει η Δικαιοσύνη.