Διάλογος με όρια, χωρίς αυταπάτες

Δημήτρης Σταθακόπουλος
Δρα Παντείου Πανεπιστημίου Συνεργάτη του Εργαστηρίου Τουρκικών & Ευρασιατικών Μελετών ( ΕΤΕΜ) του Πανεπιστημίου Πειραιά Νομικού , Οθωμανολόγου - Τουρκολόγου

Η συνάντηση της 11ης Φεβρουαρίου 2026, μεταξύ του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα, στο πλαίσιο της 6ης Συνόδου του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας–Τουρκίας, ήταν η πρώτη μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών. Ήρθε σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρύτερη περιοχή χαρακτηρίζεται από γεωπολιτική ρευστότητα, πολεμικές εστίες και ανακατατάξεις ισχύος.

Η Διακήρυξη των Αθηνών, που είχε επιχειρήσει να θέσει ένα νέο πλαίσιο «ήρεμων νερών» στις διμερείς σχέσεις, μετά από χρόνια έντασης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο — με κρίσεις, NAVTEX, υπερπτήσεις και ρητορικές εξάρσεις, στο διάστημα 2023–2025 διαμόρφωσε μια περίοδο αποκλιμάκωσης.

Η συνάντηση, λοιπόν, δεν έγινε για να επανεκκινήσει τον διάλογο, αλλά για να δοκιμάσει τη βιωσιμότητά του. Να διαπιστωθεί εάν η αποκλιμάκωση ήταν συγκυριακή ή αν μπορεί να μετατραπεί σε πιο σταθερό μοντέλο διαχείρισης διαφορών.

Οι προσδοκίες πριν από τη συνάντηση ήταν χαμηλές ως προς τις «μεγάλες λύσεις» και ρεαλιστικές ως προς τα άμεσα αποτελέσματα. Κανείς δεν ανέμενε ένα breakthrough σε υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ ή Κυπριακό. Το ζητούμενο ήταν άλλο. Η διατήρηση των διαύλων, η αποφυγή αιφνιδιασμών και η εμπέδωση ενός μηχανισμού πρόληψης κρίσεων.

Από ελληνικής πλευράς, η στρατηγική είναι σαφής. Διάλογος χωρίς υποχωρήσεις σε κυριαρχικά δικαιώματα και σαφής αναφορά στο διεθνές δίκαιο ως μοναδικό πλαίσιο επίλυσης διαφορών. Από τουρκικής πλευράς, η επιδίωξη φαίνεται να είναι η διατήρηση της εικόνας μιας χώρας που συνομιλεί, δεν απομονώνεται και επιθυμεί σταθερότητα, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τις γνωστές της θέσεις.

Η συνάντηση, επομένως, δεν είχε χαρακτήρα επίλυσης αλλά διαχείρισης.

Στις κοινές δηλώσεις, το κεντρικό μήνυμα ήταν η βούληση συνέχισης του διαλόγου. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για την ανάγκη να αρθεί κάθε απειλή από το παρελθόν και να οικοδομηθεί μια σχέση που θα βασίζεται στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου. Υπογράμμισε ότι οι διαφορές δεν μπορούν να αγνοηθούν, αλλά μπορούν να συζητηθούν με θεσμικό τρόπο.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, από την πλευρά του, αναφέρθηκε στην επιδίωξη ειρήνης, ασφάλειας και σταθερότητας στην περιοχή, επιμένοντας ότι οι δύο χώρες μπορούν να προχωρήσουν σε συνεργασία σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος.

Παράλληλα, υπογράφηκαν συμφωνίες και μνημόνια συνεργασίας σε τομείς όπως η τεχνολογία, η πολιτική προστασία, ο τουρισμός και η οικονομία. Πρόκειται για το λεγόμενο «θετικό χαρτοφυλάκιο» της ατζέντας, που επιδιώκει να δημιουργήσει ένα πλέγμα αλληλεξαρτήσεων χαμηλής πολιτικής έντασης και ρίσκου.

Ωστόσο, δεν υπήρξε καμία ουσιαστική μετατόπιση σε ζητήματα υψηλής στρατηγικής. Οι πάγιες θέσεις παρέμειναν. Οι διαφορές δεν γεφυρώθηκαν • απλώς δεν οξύνθηκαν.

Η συνάντηση μπορεί να αξιολογηθεί ως επιτυχής σε επίπεδο κλίματος, αλλά ουδέτερη σε επίπεδο ουσίας. Δεν υπήρξε ένταση, δεν υπήρξε ρητορική κλιμάκωση, δεν υπήρξαν αιφνιδιασμοί. Αυτό, για τα δεδομένα των ελληνοτουρκικών, δεν είναι αμελητέο.

Το γεγονός ότι οι δύο ηγέτες μίλησαν για σταθερότητα και συνεργασία δημιουργεί μια δημόσια δέσμευση, η οποία λειτουργεί αποτρεπτικά απέναντι σε μελλοντικές εντάσεις. Από την άλλη πλευρά, η απουσία συγκεκριμένου οδικού χάρτη για την επίλυση των βασικών διαφορών δείχνει ότι οι δύο πλευρές δεν είναι ακόμη έτοιμες να περάσουν στο επόμενο επίπεδο.

Η ελληνική πλευρά επέμεινε στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και στην ανάγκη σεβασμού της κυριαρχίας. Η τουρκική πλευρά προέβαλε την ανάγκη συνολικής διαχείρισης των ζητημάτων. Η διαφορά φιλοσοφίας παραμένει.

Τι να περιμένουμε από το μέλλον;

Το πιθανότερο σενάριο είναι η συνέχιση της πολιτικής «ήρεμων νερών» — εφόσον δεν υπάρξει παράγοντας που να διαταράξει την ισορροπία. Οι δύο πλευρές φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι σ’ ένα διεθνές περιβάλλον πολλαπλών κρίσεων, μια ελληνοτουρκική ένταση θα λειτουργούσε αποσταθεροποιητικά και για τις δύο.

Δεν πρέπει όμως να καλλιεργούνται αυταπάτες. Οι θεμελιώδεις διαφορές παραμένουν και δεν έχουν επιλυθεί. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν, αλλά πώς θα διαχειρίζονται.

Η χθεσινή συνάντηση στην Άγκυρα δεν αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη. Αλλά ενισχύει μια σημαντική παράμετρο• τη θεσμική επικοινωνία και τη δυνατότητα ελέγχου της έντασης. Σε μια περιοχή όπου η αστάθεια είναι ο κανόνας, αυτό από μόνο του συνιστά κέρδος.

Το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων δεν θα κριθεί από μια σύνοδο. Θα κριθεί από τη συνέπεια, τη διάρκεια και — κυρίως — από τη βούληση να μετατραπεί ο διάλογος από εργαλείο διαχείρισης κρίσεων σε μηχανισμό επίλυσης διαφορών. Μέχρι τότε, η στρατηγική νηφαλιότητα παραμένει το βασικό ζητούμενο.

Ο Δημήτρης Σταθακόπουλος είναι Οθωμανολόγος-τουρκολόγος, διδάκτορας του Παντείου Πανεπιστημίου και συνεργάτης του Εργαστηρίου Τουρκικών και Ευρασιατικών Μελετών στο Πανεπιστήμιο Πειραιά.

Μοιράσου το:

σχολίασε κι εσύ

ENIKOS NETWORK