Είναι εκπληκτικό και συνάμα απογοητευτικό να ανακαλύπτεις ότι η μητέρα σου, την οποία πίστευες κάθε φορά που έλεγε ότι δεν είχε χρήματα, έκρυβε ένα ασύλληπτο ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό της.
“Όλα τα χρόνια που μεγαλώναμε με την πεποίθηση ότι δεν μπορούσαμε να αποκτήσουμε κάτι, αποδείχθηκαν τελικά…ένα μεγάλο ψέμα. Ή παρεξήγηση”, καταλήγει η γυναίκα.
Ένα τεράστιο ποσό, παρέμενε πάντα κρυμμένο για μια κόρη που μεγάλωσε με την πεποίθηση ότι πρέπει να ζει με στερήσεις, μιας και η μητέρα της έλεγε πάντα πως δεν υπάρχουν χρήματα.
“Αυτό το ποσό, που ήταν ακριβώς εκεί, κρυμμένο και αθέατο για εμάς, εξηγεί όλες εκείνες τις φορές που η μητέρα μου έλεγε δεν μπορούμε να πάρουμε κάτι που θέλαμε”.
Όπως αφηγείται η γυναίκα, “την περασμένη Τρίτη συμπληρώθηκαν τρεις μήνες από τότε που η μαμά μου πέθανε. Επιτέλους ένιωσα έτοιμη να ασχοληθώ με το βουνό από τα χαρτιά που συνοδεύουν τη διαδικασία εκκαθάρισης μιας περιουσίας, όταν το ανακάλυψα— έναν τραπεζικό λογαριασμό κρυμμένο μέσα σε ένα παλιό βιβλίο συνταγών. Με 43.000 ευρώ”.
“Τα χέρια μου τρέμουν καθώς κοιτάω αυτούς τους αριθμούς, ανατρέχοντας σε κάθε σχολική εκδρομή στην οποία δεν μπορούσα να πάω, κάθε ζευγάρι παπούτσια που αγοράσαμε από δεύτερο χέρι, κάθε φορά που έλεγε εκείνα τα λόγια που καθόρισαν την παιδική μου ηλικία: Δεν μπορούμε να το αγοράσουμε.”
“Η ανακάλυψη ήταν γροθιά στο στομάχι. Όχι για τα χρήματα, αλλά για ό,τι συμβολίζουν. Όλα εκείνα τα χρόνια που την έβλεπα να παίρνει κοινωνικά κουπόνια, να αραιώνει τον χυμό πορτοκάλι για να κρατήσει περισσότερο, και να μας λέει ότι τα φθηνά δημητριακά ήταν το ίδιο νόστιμα με τα επώνυμα. Είχε αυτά τα χρήματα όλο αυτό τον καιρό”.
Όταν η στέρηση γίνεται ταυτότητα
Το να μεγαλώνεις χωρίς χρήματα σου δημιουργεί τραύμα. Η στέρηση ποτίζει στα κόκαλά σου, γίνεται κομμάτι του DNA σου.
Μαθαίνεις να λες “είμαι καλά” όταν δεν είσαι, “δεν πεινάω” όταν πεινάς, και “δεν το χρειάζομαι” όταν απεγνωσμένα θέλεις κάτι.
“Η μαμά μου ήταν ‘δασκάλα’ στη στέρηση. Μπορούσε να μας ταΐζει τρεις μέρες με ένα κοτόπουλο: Ψητό την Κυριακή, σάντουιτς τη Δευτέρα, σούπα την Τρίτη. Μου έμαθε ότι τα φύλλα στεγνωτηρίου μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν δύο φορές, ότι πάντα έπρεπε να πιέζεις την οδοντόκρεμα από το κάτω μέρος, και ότι το να αφήνεις τα φώτα ανοιχτά ήταν σχεδόν έγκλημα κατά της ανθρωπότητας”.
“Οι εμπειρίες αυτές, με έχουν σημαδέψει. Ακόμα και αργότερα, που βρήκα μια καλή δουλειά και είχα σταθερό εισόδημα, εξακολουθούσα να νιώθω ένοχη όταν αγόραζα καλό καφέ.
Περνούσα μπροστά από πράγματα που ήθελα, σκεπτόμενη ασυνείδητα ‘πολύ ακριβό’, χωρίς να κοιτάξω καν την τιμή”.
“Η εκπαίδευση αυτή έχει ριζώσει για τα καλά μέσα μου”.
Εκείνο που την ενοχλεί ωστόσο, δεν είναι αυτό, αλλά το γεγονός πως, τώρα συνειδητοποιεί ότι δεν υπήρχε λόγος να μεγαλώσει μέσα στην ανέχεια.
Για ποιον λόγο λοιπόν το επέλεξε η μητέρα της;
Η κατάθλιψη και το τραύμα μιας γενιάς
“Η μαμά μου γεννήθηκε το 1945, σε περίοδο σοβαρής οικονομικής κρίσης. Ο πατέρας της ίσιωνε το αλουμινόχαρτο για να το χρησιμοποιήσει ξανά. Η μαμά της μάνταρε της κάλτσες μέχρι να λιώσουν. Πέρασαν τη νοοτροπία της φτώχειας στο DNA της οικογένειας, λες και ήταν πολύτιμο κειμήλιο”.
Φόβος για μια καταστροφή που δεν ήρθε ποτέ
Πράματι, έχετε παρατηρήσει πόσο διαφορετική είναι η σχέση κάθε γενιάς με το χρήμα; Τα σημερινά παιδιά, δεν σκέφτονται να δώσουν πέντε ευρώ για έναν καφέ, κάθε μέρα.
Την ίδια στιγμή, οι γονείς τους τρέμουν να αγοράσουν το πιο ακριβό βούτυρο. “Είμαστε προϊόντα του οικονομικού περιβάλλοντος στο οποίο μεγαλώσαμε και, στην ενήλικη ζωή μας εφαρμόζουμε τα μαθήματα που πήραμε από μικροί”.
“Τα 43.000 ευρώ της μητέρας μου, δεν μου αποδεικνύουν ούτε απληστία, ούτε μυστικοπάθεια. Με κάνουν να καταλάβω τον φόβο. Καθαρό, στεγνό φόβο πως ίσως κάποια μέρα, με κάποιον τρόπο όλα θα εξαφανιστούν και θα έχουμε ανάγκη τα λεφτά για ζήσουμε”.
“Η μητέρα μου πολεμούσε ακόμη τον πόλεμο που είχε ξεσπάσει όταν γεννήθηκε, μαζεύοντας πόρους για ν’ αντέξει την καταστροφή που τελικά δεν ήρθε ποτέ”.
Όσα πραγματικά κληρονομούμε απ’ τους γονείς
“Η ανακάλυψη του κρυφού ‘κομποδέματος’ με ανάγκασε ν’ αναθεωρήσω τη σχέση μου με το χρήμα. Τότε συνειδητοποίησα πως, πέρασα σαράντα χρόνια υπό τους φόβους της μητέρας μου, χωρίς ποτέ να τους αμφισβητήσω. Ακόμη και όταν έκανα τα δικά μου παιδιά και ήμουν πιο περιορισμένη, άρχισα να κάνω προσεκτικά προϋπολογισμό, αλλά πάντα από φόβο στέρησης – όχι με στρατηγική”.
“Θυμάμαι τον καυγά που είχα με τον σύζυγό μου, όταν ανακάλυψε πως του κρύβω κάποιες αγορές. Δεν ήταν κάτι δαπανηρό. Είχα αγοράσει ένα μπλουζάκι στις εκπτώσεις αλλά ένιωθα τόσες τύψεις, που το έκρυψα”.
“Αυτό με έκανα να καταλάβω πόσο σημαντικό είναι να επικοινωνείς και παίρνεις αποφάσεις από κοινού με τον σύντροφό σου. Ακόμη και τα πιο αθώα ψέματα για τα χρήματα, διαβρώνουν την εμπιστοσύνη πιο γρήγορα απ’ οτιδήποτε άλλο”.
“Η αλήθεια είναι πως δεν κληρονομούμε μόνο τα γονίδια απ’ τους γονείς μας. Μαζί με αυτά, κληρονομούμε τους φόβους, τους μηχανισμούς άμυνας, τα δικά τους ανεπίλυτα τραύματα. Η μαμά μου, εκτός από τα καστανά μάτια της, μου κληροδότησε το οικονομικό της άγχος και το απίστευτο πείσμα της”.
Σπάζοντας τον φαύλο κύκλο με συμπόνοια
Πώς ξεπερνά κανείς τον οικονομικό φόβο και το τραύμα; Πώς σταματάει να ζει με τους φόβους που του “φύτεψαν” οι γονείς του; “Πρώτα, το αναγνωρίζεις με ειλικρίνεια. Όχι μόνο στη θεωρία, αλλά στην πράξη, στο πώς κινείσαι στην καθημερινή σου ζωή. Νιώθω άβολα όταν ξοδεύω χρήματα για μένα; Νιώθω τύψεις όταν παίρνω ένα δώρο;”. “Μήπως μαζεύω χρήματα ‘για παν ενδεχόμενο’ όταν δεν υπάρχει πρακτικός λόγος ανησυχίας;”.
“Εγώ συνειδητοποίησα πως, η πραγματική σχέση μου με το χρήμα βασίζεται στην αυτοεκτίμηση. Κάθε φορά που στερούμουν κάτι που θα μπορούσα να το αποκτήσω, έλεγα στον εαυτό μου πως δεν το αξίζω. Κάθε φορά που έπαιρνα το πιο φθηνό προϊόν, χωρίς να κοιτάζω την ποιότητα, έπειθα τον εαυτό μου ότι δεν έχει σημασία αν θα είμαι άνετη”.
“Αφού πέρασε το πρώτο σοκ, ανακάλυψα μέσα μου κάτι που δεν περίμενα: Συμπόνοια”.
“Η μητέρα μου έκανε ό,τι καλύτερο μπόρεσε με όσα μέσα διέθετε. Μας τάιζε, μας έντυνε, μας προστάτευε. Τρώγαμε όλοι μαζί κάθε Κυριακή – έστω και αν ήταν μακαρόνια με βούτυρο. Μας έδωσε σταθερότητα και μας προφύλαξε απ’ το χάος, ακόμη και αν αυτή η σταθερότητα ήταν βασισμένη στον φόβο της”.
“Τα 43.000 ευρώ δεν άλλαξαν την παιδική μου ηλικία. Δεν έσβησαν τα μαθήματα της αντοχής, της δημιουργικότητας, της αξίας της οικονομίας. Αντίθετα, έχουν εμπλουτίσει την ιστορία μου. Η μητέρα μου δεν μ’ έμαθε να είμαι τσιγκούνα. Με δίδαξε να ζω σ’ έναν κόσμο που, για εκείνη, υπήρξε μόνο εχθρικός και απρόβλεπτος”.
“Τώρα, για το αν θα ήθελα να ξέρω την αλήθεια, αυτό είναι σίγουρο. Όπως για το αν θα προτιμούσα να είχα χαρεί κάποιες ευκαιρίες που θα μπορούσα με αυτά τα λεφτά. Όμως το παρελθόν δεν αλλάζει και ο θυμός δεν έχει να μου προσφέρει τίποτα”.
Αξιοποιώντας την κληρονομιά
“Τα 43.000 ευρώ της μαμάς μου, θα τα αξιοποιήσω για να πάω διακοπές με την οικογένειά μου. Κάτι δηλαδή που δεν θα έκανε ποτέ η μητέρα μου. Τα υπόλοιπα, θα τα δώσω για την εκπαίδευση των παιδιών μου. Θέλω να χαρούν τις ευκαιρίες που έχουν, χωρίς τον φόβο της στέρησης”.
“Το κυριότερο είναι πως, τώρα προσπαθώ να είμαι ειλικρινής μαζί τους όσον αφορά τα χρήματα. Όχι τέλεια, αλλά ειλικρινής επειδή η κληρονομιά που εγώ θέλω να τους αφήσω, δεν είναι κάποιος κρυφός λογαριασμός”.
“Αυτό που θέλω να τους δώσω, είναι την ελευθερία να παίρνουν οικονομικές αποφάσεις χωρίς φόβο, να τους μάθω να εκτιμούν τον εαυτό τους και να δίνουν χρήματα για την ευημερία τους. Θέλω να καταλάβουν ότι μπορούν να έχουν ασφάλεια και χωρίς να νιώθουν ότι κάποια μέρα θα στερηθούν, αλλά γνωρίζοντας πώς να διαχειριστούν τους πόρους τους και τις δυσκολίες που θα παρουσιαστούν”.