Μια διεθνής ερευνητική ομάδα ανακάλυψε ότι ένα μαρμάρινο κεφάλι που βρέθηκε το 2003 ανήκε στη Λαοδίκη, μια γυναίκα της ελίτ της αρχαίας Χερσονήσου, η οποία διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διασφάλιση της πολιτικής ελευθερίας της πόλης.
Το 2003, στη διάρκεια ανασκαφών στην αρχαία Ελληνική πόλη της Χερσονήσου της Ταυρικής, στη σημερινή Σεβαστούπολη (Κριμαία), μια ομάδα Ουκρανών και Πολωνών αρχαιολόγων, προχώρησε σε μια εξαιρετική ανακάλυψη: Βρήκαν ένα καταπληκτικά καλά διατηρημένο, μαρμάρινο κεφάλι από άγαλμα γυναίκας, στο εσωτερικό μιας ρωμαϊκής οικίας.
Για πάνω από δύο δεκαετίες, μια διεπιστημονική ομάδα ερευνητών, εργάστηκε προκειμένου να ξετυλίξει τα μυστικά του ευρήματος. Επιτέλους τώρα, είναι σε θέση να πουν ολόκληρη την ιστορία της.

Το άγαλμα, αποδείχθηκε πως ήταν το πορτρέτο μιας ηλικιωμένης Ρωμαίας μάτρωνας – και δεν ήταν μια ακόμη ανακάλυψη. Βρέθηκε σε σαφώς αρχαιολογικό πλαίσιο, κάτι εξαιρετικά σπάνιο σε αυτού του είδους τις ανακαλύψεις, δίνοντας στους ερευνητές τη δυνατότητα χρονολόγησης με ασυνήθιστη ακρίβεια.
Συνδυάζοντας τεχνικές ραδιοχρονολόγησης και άνθρακα, ισοτοπικές αναλύσεις του μαρμάρου, μικροσκοπικές μελέτες της πατίνας και την εξονυχιστική μελέτη του εργαλείων και των σημαδιών που άφησαν στο γλυπτό, η ομάδα κατάφερε να αποσαφηνίσει πότε και πού φιλοτεχνήθηκε, αλλά και να ταυτοποιήσει με βεβαιότητα το άτομο που αναπαριστά το άγαλμα: Τη Λαοδίκη, μέλος μιας από τις πιο ισχυρές οικογένειες της πόλης, τον 2ο αιώνα μ.Χ.
Μια πόλη στα όρια της Αυτοκρατορίας
Η Χερσόνησος η Ταυρική, ήταν μια ξεχωριστή πόλη. Ιδρύθηκε από Έλληνες άποικους το 422/421 π.Χ., στη νοτιοδυτική ακτή της Κριμαίας και κατέληξε να είναι ένα σημαντικό στρατηγικό σημείο της Ρώμης στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.
Αν και δεν προσαρτήθηκε ποτέ επίσημα, η πόλη προχώρησε σε συμφωνία με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, κατακτώντας το καθεστώς της ελευθερίας της, κάτι που της έδινε μεν τυπική αυτονομία, αλλά υπό το άγρυπνο βλέμμα της κραταιάς πολιτικής και οικονομικής επιρροής της Ρώμης.
Η πραγματική της δύναμη ήταν συγκεντρωμένη στα χέρια λίγων πλούσιων και ισχυρών, τοπικών αριστοκρατών που διατηρούσαν στενούς δεσμούς με τη Ρώμη. Σε μια από τις πολυτελείς οικίες της, σε ένα μεγάλο σπίτι 718 τ.μ., κοντά στο θέατρο και την αγορά της πόλης, οι αρχαιολόγοι Elena Klenina και Andrzej B. Biernacki, ανακάλυψαν το άγαλμα.
Το κεφάλι ανακαλύφθηκε στο δωμάτιο που βρίσκεται στο ημί – υπόγειο (δωμάτιο 16). Οι αρχαιολόγοι συμπέραναν πως, περίπου στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα μ.Χ., ο χώρος αυτός είχε γεμίσει με χώμα και ερείπια για να ανυψωθεί το επίπεδο του δαπέδου.

Μέσα στο συμπαγές του στρώμα από κίτρινο και καφέ υλικό, εμφανίστηκε το μαρμάρινο κεφάλι, μαζί με ένα νόμισμα του 3ου – 2ου αιώνα π.Χ., ένα κεραμικό ιερό με τα ειδώλια της Αρτέμιδας και του Απόλλωνα και άλλα, διάφορα θραύσματα κεραμικής.
Το γλυπτό, το οποίο έχει διατηρήσει το κάτω τμήμα του λαιμού του, είχε σπασμένο το αριστερό μισό του. Έλειπε ακόμη η άκρη της μύτης του και είχε φθαρεί το δεξί φρύδι και το ζυγωματικό.
Η ανάλυση έδειξε πως πρόκειται για φθορές από την αρχαιότητα, πριν από την ταφή του, εφόσον οι άκρες από τις ρωγμές ήταν στρογγυλεμένες και καλυμμένες από την ίδια πατίνα ελαφριάς ώχρας, όπως και το υπόλοιπο τεχνούργημα.
Μια καθοριστική λεπτομέρεια, ήταν η ανακάλυψη, στο πίσω μέρος του κεφαλιού, μιας επίπεδης, τραχιάς επιφάνειας χαραγμένης διαγώνια. Οι ερευνητές εξηγούν πως το συγκεκριμένο σημείο, με σημάδια από αιχμηρή σμίλη, είχε ετοιμαστεί ώστε να κολληθεί ένα κομμάτι διορθωτικού μαρμάρου για καλύψει ψεγάδι ή ρωγμή στην αυθεντική πέτρα, μια τεχνική αποκατάστασης που είναι γνωστή από την Ελληνική Αρχαϊκή Εποχή.
Παρόμοια, η βάση του λαιμού είχε μια κυκλική οπή για να δεχτεί μια μεταλλική βελόνα που θα προσαρτούσε το – ξεχωριστά λαξευμένο – κεφάλι στον κορμό ολόκληρου του αγάλματος.
Για να λύσουν το μυστήριο σχετικά με την ταυτότητα της γυναίκας, οι επιστήμονες έγιναν ντετέκτιβ, αξιοποιώντας διάφορες εγκληματολογικές τεχνικές που εφαρμόζονται και στην αρχαιολογία.

Η ραδιοχρονολόγηση με άνθρακα του κάρβουνου που βρέθηκε στις διαστρωματώσεις και συνδέεται με το κεφάλι, βοήθησε στο στένεμα του χρονολογικού φάσματος.
Τα αποτελέσματα μαρτυρούν πως, η οικία αναδιαμορφώθηκε και το δωμάτιο γέμισε στη διάρκεια μιας περιόδου μεταξύ του 60 και του 240 μ.Χ.
Αυτό το ανάγει στη στιγμή που αποτέθηκε εκεί το άγαλμα, στα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ.
Η ανάλυση των σταθερών ισοτόπων του μαρμάρου ήταν αναγκαία για τον προσδιορισμό της προέλευσής του. Ένα μικρό δείγμα του γλυπτού, αποκάλυψε μια μοναδική υπογραφή ισοτόπων.
Συγκρίνοντας το δείγμα με βάσεις δεδομένων από λατομεία της Μεσογείου, οι ερευνητές κατάφεραν να ταυτοποιήσουν την προέλευση της πέτρας με εντυπωσιακή ακρίβεια. Το άγαλμα ήταν φτιαγμένο από λυχνίτη της Πάρου.
Στην αρχαιότητα, το μάρμαρο αυτό ήταν φημισμένο για την αγνή λευκότητα και τη διάφανη όψη του, κάτι που έκανε το έργο τέχνης να “ακτινοβολεί φως” – εξ ου και η ονομασία του (λυκ- φως). Ήταν ένα ακριβό υλικό, προορισμένο για τις ελίτ και χρησιμοποιούταν για αγάλματα υψηλής ποιότητας, μαρτυρώντας την υψηλή στάθμη των αναπαριστώμενων προσωπικοτήτων.
Μικροχημική και ανάλυση με φθορίζουσες ακτίνες Χ των στρωμάτων της πατίνας και των επιφανειών ένωσης, είχαν σκοπό την ταυτοποίηση της κολλητικής ουσίας που χρησιμοποιήθηκε για τη σταθεροποίηση του κομματιού επιδιόρθωσης ή της προσκόλλησης του κεφαλιού στον κορμό. Παρόλο που έχουν ανιχνευθεί οι αρχικές ενώσεις από σίδηρο και πυρίτιο, οι ερευνητές δεν μπόρεσαν να ταυτοποιήσουν με βεβαιότητα τη φύσης της αυθεντικής, οργανικής συγκολλητικής ουσίας.

Ωστόσο, βρέθηκαν ίχνη από κόκκινη χρωστική από οξείδιο του σιδήρου, η οποία μπορεί να ήταν από το κονίαμα συγκόλλησης ή το αποτέλεσμα της φωτιάς για την οξείδωση των υλικών.
H ανάλυση χρήσης φθοράς στην αρχαιολογία, είναι η μελέτη των σημαδιών από τα εργαλεία, η οποία επιτρέπει την αναπαράσταση της διεργασίας του λαξεύματος.
Οι ερευνητές ταυτοποίησαν τη χρήση μέχρι έντεκα διαφορετικών εργαλείων από την γλύπτη: Αιχμηρά καλέμια, επίπεδες σμίλες (πλάτους 5 με 12 mm), στρογγυλά και οδοντωτά σκαρπέλα, ξέστρα και λειαντικά εργαλεία, όπως ελαφρόπετρα, για την τελική λείανση.
Η ανάλυση ταυτοποίησε πολλά στάδια της διαδικασίας λάξευσης στο μαρμάρινο κεφάλι της γυναίκας, εξηγεί η μελέτη.
Το πρώτο στάδιο ήταν ο αδρός σχηματισμός με αιχμηρή σμίλη, μετά η χρήση επίπεδων και στρογγυλών σμιλών για το λάξευμα των μαλλιών της.
Τα σημάδια των εργαλείων, είναι ιδιαίτερα ορατά στο πίσω μέρος του κεφαλιού, το οποίο ήταν λιγότερο δουλεμένο, αφού θα παρέμενε κρυμμένο μέσα στην κόγχη.
Η λεπτότητα των μπροστινών λεπτομερειών, αντιπαραβάλλεται με την τραχιά εργασία στο πίσω μέρος, μια κοινή πρακτική της αρχαίας γλυπτικής.
Το στιλ: Συνδυασμός Ρωμαϊκού ρεαλισμού και Ελληνικού ιδεαλισμού
Η καλλιτεχνική και εικονογραφική ανάλυση των πορτρέτων αποκαλύπτει μια ηλικιωμένη γυναίκα με γαλήνια και εκλεπτυσμένη έκφραση. Ο γλύπτης συνδύασε δεξιοτεχνικά δύο παραδόσεις: Τον χαρακτηριστικό ρεαλισμό των προσωπικών, ρωμαϊκών πορτρέτων, ο οποίος αναδεικνύει τα σημάδια της ηλικίας στις πλευρές του προσώπου, χωρίς να εξιδανικεύει (πτυχές, χαλαρωμένο δέρμα και κρεμασμένα αυτιά, τις ρυτίδες του λαιμού) με τον γαλήνιο ιδεαλισμό της ελληνικής παράδοσης, η οποία ωραιοποιεί τα χαρακτηριστικά του προσώπου, μαλακώνοντας τις ρυτίδες του μετώπου και περιχαρακώνοντας με κομψότητα το στόμα και τα φρύδια.
Ο ρυθμός αυτός, ο οποίος χωρίζει τα μαλλιά σε στρογγυλά μέρη και μαζεμένα σε έναν κότσο στον αυχένα, συνδυάζεται με δύο ίσια κύματα στο μέτωπο, ένα χαρακτηριστικό που παραπέμπει σε πορτρέτα αυτοκρατορισσών όπως η Φαυστίνα η Πρεσβύτερη.
Ο συνδυασμός των στοιχείων του ρυθμού – ο Ρωμαϊκός ρεαλισμός, ο Ελληνικός ιδεαλισμός, τα μαλλιά, κάνουν τους ερευνητές να ανάγουν το γλυπτό στα μέσα των δεκαετιών του 2ου αιώνα μ.Χ., ενδεχομένως στη Δυναστεία των Αντωνίνων ή λίγο αργότερα και να συνάγουν πως, είχε φιλοτεχνηθεί σε εργαστήρι των ανατολικών επαρχιών της Αυτοκρατορίας ή από τεχνίτες εξειδικευμένους στη συγκεκριμένη παράδοση.
Λαοδίκη, η μάτρωνα που οδήγησε στην ελευθερία τη Χερσόνησο
Όλα τα υλικά και καλλιτεχνικά στοιχεία, δείχνουν πως, το πορτρέτο αναπαριστά μια γυναίκα της τοπικής ελίτ της Χερσονήσου της Ταυρικής. Το τελευταίο βήμα ωστόσο, ήταν η ονομασία της στην επιγραφή. Οι ερευνητές στράφηκαν στις επιγραφές που ανακαλύφθηκαν στην πόλη.
Μία από αυτές, λαξευμένη σε μαρμάρινο βάθρο, τιμούσε μια γυναίκα με το όνομα Λαοδίκη, κόρη του Ηρώξενου και γυναίκα του Τίτου Φλάβιου Παρθενόκλη. Ήταν ένας άνδρας από τις πιο ισχυρές οικογένειες της πόλης, ο οποίος είχε αποκτήσει τη Ρωμαϊκή ιδιότητα του πολίτη, υπό τον Αυτοκράτορα Βεσπασιανό.
Η επιγραφή, η οποία χρονολογείται στο δεύτερο τέταρτο του 2ου αιώνα μ.Χ., μαρτυρά πως η πόλη ανέγειρε άγαλμα της Λαοδίκης για τις υπηρεσίες της.
Τι κατάφερε η Λαοδίκη για ν’ αξίζει αυτή την τιμή;
Οι ερευνητές τη συνδέουν με το σημαντικότερο πολιτικό γεγονός στην ιστορία της Χερσονήσου την εποχή εκείνη: Την κατάκτηση της ελευθερίας (της ιδιότητας του ελεύθερου πολίτη) της πόλης από τη Ρώμη.
Επιγραφικές πηγές αναφέρουν πως αρκετές πρεσβείες στη Ρώμη, ήθελαν ν’ αποκτήσουν την πολυπόθητη αυτή, ιδιότητα. Μία προσπάθεια, γύρω στο 139 μ.Χ., απέτυχε.
Ακόμη μια, η οποία απεστάλη στον Αντωνίνο τον Ευσεβή, πέτυχε και θεωρείται πως, η πόλη ανακηρύχθηκε ελεύθερη μόλις το 140 μ.Χ.
Η μελέτη, καταλήγει στο συμπέρασμα πως, η Λαοδίκη συμμετείχε στην προσπάθεια απόκτησης της ελευθερίας, ο λόγος της ανέγερσης του αγάλματος με την τιμητική επιγραφή στο βάθρο, σύμφωνα με απόφαση της αρχής της πόλης. Αν και, η ακριβής φύση της συμμετοχής της, παραμένει άγνωστη, το γεγονός ότι τιμήθηκε με δημόσιο άγαλμα, υποδηλώνει πως ο ρόλος της, ήταν καθοριστικής σημασίας.
Χερσόνησος η Ταυρική και η Χώρα
Το γλυπτό, ύψους περίπου 25 εκατοστών, αποτελούσε τμήμα ενός ολόσωμου αγάλματος που πρέπει να έφτανε σε ύψους σχεδόν τα δύο μέτρα, ένα μέγεθος που είχε σαφέστατα σκοπό την μνημειακή έκθεση σε δημόσιο χώρο, όπως για παράδειγμα, στην αγορά της πόλης.
Η παρουσία του αγάλματος σε ιδιωτική οικία, εξηγείται από το γεγονός ότι μετακινήθηκε ως υλικό γέμισης μετά την καταστροφή, ή την ερήμωση της αρχικής του τοποθεσίας, ενδεχομένως μετά την αποσυναρμολόγηση και αποκαθήλωση του αγάλματος.
Το πορτρέτο της Λαοδίκης, αποτελεί απτή απόδειξη του ενεργού ρόλου που μπορούσαν να κρατούν ορισμένες γυναίκες στην πολιτική και την κοινωνία της Ρώμης, ακόμη και σε απόμακρες επαρχίες.
Η ιστορία της Λαοδίκης, η οποία αποκαλύφθηκε χάρη στην ενδελεχή διατμηματική μελέτη που κράτησε πάνω από δύο δεκαετίες, ρίχνει φως σε μια καθοριστική στιγμή της ιστορίας της Χερσονήσου της Ταυρικής, και αναδεικνύει πώς η σύγχρονη επιστήμη, μπορεί να δώσει φωνή και πρόσωπο στα κατορθώματα ατόμων που παραλίγο να χαθούν στον χρόνο.
Όπως σημειώνουν οι συγγραφείς, τα ευρήματα της μελέτης τους, έχουν δείξει πως οι γυναίκες αυτές, εκτός από το ότι επηρέαζαν και διαδραμάτιζαν ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή, τόσο στα όρια της Ρώμης όσο και πέρα από αυτά, στους πρώτους αιώνες μετά τον Χριστό.