Εξελίξεις αναμένεται να δρομολογήσει στη χρήση των social media η ιστορική απόφαση δικαστηρίου στο Λος Άντζελες για δύο από τις πιο δημοφιλείς πλατφόρμες στον κόσμο, το Instagram και το YouTube, καθώς κρίθηκε ότι είναι εθιστικές – σχεδιασμένες εσκεμμένα με αυτόν τον τρόπο – και ότι οι ιδιοκτήτριες εταιρείες τους έχουν αμελήσει για την προστασία των ανηλίκων που τις χρησιμοποιούν.
Οι δικαστικές αποφάσεις που ίσως αλλάξουν τα social media
Meta και Google καλούνται να πληρώσουν αποζημιώσεις 6 εκατομμυρίων σε 20χρονη, η οποία υποστήριξε ότι οι δύο πλατφόρμες επηρέασαν αρνητικά την εικόνα που είχε για το σώμα της, οδηγώντας την σε κατάθλιψη και σκέψεις αυτοκτονίας. Οι εταιρείες διαφωνούν με την ετυμηγορία και ενδέχεται να ασκήσουν έφεση, όμως αρκετοί ειδικοί εκτιμούν πως αυτή η δικαστική ήττα των τεχνολογικών κολοσσών ίσως αποτελεί απλώς μία πρόγευση για όσα πρόκειται να ακολουθήσουν.
Η Meta και η Google δαπάνησαν υπέρογκα ποσά σε δικαστικά έξοδα για την υπεράσπιση της συγκεκριμένης υπόθεσης, γεγονός που υπογραμμίζει την κρίσιμη σημασία που αποδίδουν σε αυτήν και σε παρεμφερείς δικαστικές μάχες. Αντίθετα, οι άλλες δύο εμπλεκόμενες εταιρείες, το TikTok και η Snap (ιδιοκτήτρια του Snapchat), επέλεξαν τον εξωδικαστικό συμβιβασμό πριν η υπόθεση φτάσει στο ακροατήριο. Στους κύκλους της τεχνολογικής βιομηχανίας κυκλοφόρησαν φήμες ότι η στάση τους αυτή υπαγορεύτηκε από την αδυναμία τους να ανταπεξέλθουν στο δυσβάσταχτο οικονομικό κόστος μιας τέτοιας αντιδικίας.
Την ίδια ώρα, ένα δικαστήριο ενόρκων στο Νέο Μεξικό αποφάσισε την Τρίτη ότι η Meta σκόπιμα έβλαψε την ψυχική υγεία παιδιών και απέκρυψε όσα γνώριζε για τη σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών στις πλατφόρμες της, καλώντας την εταιρεία να καταβάλλει 375 εκατ. ως αποζημίωση. Συγκεκριμένα, η επιτροπή ενόρκων έκρινε ότι η Meta, η οποία κατέχει το Facebook, το Instagram και το WhatsApp, ήταν υπεύθυνη για τον τρόπο με τον οποίο οι πλατφόρμες της έθεταν σε κίνδυνο τα παιδιά και τα εξέθεταν σε υλικό με σεξουαλικό περιεχόμενο καθώς και σε επαφή με σεξουαλικούς παραβάτες.
Εδώ και χρόνια, γονείς, έφηβοι, παιδίατροι, εκπαιδευτικοί και πολλοί ακόμη καταγγέλλουν ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι επιβλαβή για την ψυχική υγεία των νέων και μπορούν να οδηγήσουν σε εθισμό, διατροφικές διαταραχές, σεξουαλική εκμετάλλευση, ακόμη και αυτοκτονία. Ως εκ τούτου, η υποδοχή των παραπάνω δικαστικών αποφάσεων ήταν πανηγυρική από πολλούς.
Έχασε τον γιο της από χάπι νοθευμένο με φαιντανύλη
Όπως η Κίμπελι Όστερμαν από το Κολοράντο, της οποίας ο γιος, Μαξ, πέθανε το 2021, σε ηλικία 18 ετών, από ένα χάπι νοθευμένο με φαιντανύλη που, όπως λέει, αγόρασε μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η γυναίκα χαιρέτισε τις αποφάσεις κατά της Meta και του YouTube, και εκτίμησε πως ανοίγουν τον δρόμο ώστε οι εταιρείες να θεωρηθούν υπεύθυνες για τις βλάβες που προκαλούνται σε παιδιά που χρησιμοποιούν τις πλατφόρμες τους.
«Η αλήθεια αποκαλύφθηκε και είναι καιρός να λογοδοτήσουν για τον σχεδιασμό των πλατφορμών τους. Έθεσαν τα κέρδη πάνω από την ασφάλεια», δήλωσε η Όστερμαν που μίλησε στο Associated Press, ξεφυλλίζοντας ένα άλμπουμ φωτογραφίων στο σπίτι της, αναπολώντας τις μέρες πριν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης «εισβάλλουν» στη ζωή της και ο γιος της παρασυρθεί σε ένα ατελείωτο σκρολάρισμα. Όπου και να κοιτάξει κανείς στο σπίτι της στο Κολοράντο, βρίσκονται διάσπαρτες φωτογραφίες του γιου της, σε κάδρα με καρδιές και φτερά αγγέλων.
Ο δικαστικός αγώνας της μητέρας
Η μητέρα περιγράφει ότι ο γιος της κανόνισε να συναντήσει έναν έμπορο ναρκωτικών με τον οποίο είχε συνδεθεί στο Snapchat, προκειμένου να αγοράσει από αυτόν ένα Percocet ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Το χάπι ήταν νοθευμένο με μια θανατηφόρα δόση φαιντανύλης και το παιδί βρέθηκε νεκρό το επόμενο πρωί. Η Όστερμαν συνεχίζει τον δικαστικό αγώνα της κατά της εταιρείας, διεκδικώντας αποζημίωση για τον θάνατο του παιδιού της, μία αγωγή που είναι ανεξάρτητη από τις υποθέσεις που εκδικάστηκαν αυτή την εβδομάδα.
Η Όστερμαν είναι μέλος της οργάνωσης Parents for Safe Online Spaces (ParentsSOS), μιας ομάδας γονέων που έχουν χάσει τα παιδιά τους από κινδύνους του διαδικτύου και αγωνίζονται για πιο αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο. Η ομάδα έχει κάνει εκστρατεία για τον Νόμο για την Ασφάλεια των Παιδιών στο Διαδίκτυο (Kids Online Safety Act), μια ομοσπονδιακή νομοθεσία που εκκρεμεί στις ΗΠΑ και θα υποχρεώνει τις πλατφόρμες να λαμβάνουν εύλογα μέτρα για την πρόληψη βλαβών σε ανηλίκους. Η ίδια ελπίζει κάποια στιγμή οι εταιρείες να αρχίζουν να εφαρμόζουν υποχρεωτικά αυστηρές δικλείδες ασφαλείας, όπως τεχνολογία επαλήθευσης ηλικίας, ώστε να εμποδίζεται η πρόσβαση σε οποιονδήποτε κάτω των 18 ετών.
«Νομίζεις ότι τα παιδιά είναι ασφαλή στο δωμάτιό τους, αλλά δεν είναι»
«Νομίζεις ότι τα παιδιά σου είναι ασφαλή μέσα στο σπίτι, στο δωμάτιό τους, αλλά με την τωρινή κατάσταση των social media, τα πράγματα δεν είναι έτσι», δήλωσε.
Η Όστερμαν γνώριζε ότι ο γιος της, Μαξ χρησιμοποιούσε το Snapchat για να επικοινωνεί με φίλους, αλλά δεν είχε συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο. Όπως είπε, ο γιος της αγαπούσε το λακρός και την πάλη και ήταν ένας εξαιρετικός μαθητής.
Ο άνθρωπος που του πούλησε το χάπι, ο Σέρχιο Γκέρα-Καρίλο (Sergio Guerra-Carrillo), καταδικάστηκε το 2023 σε έξι χρόνια φυλάκιση για δύο κατηγορίες διακίνησης ναρκωτικών ουσιών.
Το Snapchat δεν προέβη σε άμεσο σχολιασμό την Πέμπτη όταν ερωτήθηκε από AP για την υπόθεση της Όστερμαν. Η εταιρεία έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι χρησιμοποιεί τεχνολογία αιχμής για να εντοπίζει προληπτικά και να κλείνει τους λογαριασμούς των εμπόρων ναρκωτικών, ενώ παράλληλα μπλοκάρει τα αποτελέσματα αναζήτησης για όρους που σχετίζονται με ναρκωτικά.
Δεν είναι όμως μόνο η Όστερμαν, που έχει έναν λόγο να χαμογελά έστω και λίγο, καθώς καμία απόφαση δικαστηρίου δεν μπορεί να φέρει το παιδί της πίσω, στην αγκαλιά της.
«Ως εδώ, αρκετά»
Μιλώντας στο BBC Breakfast, η Έλεν Ρουμ, η οποία έχει καταθέσει και εκείνη αγωγή κατά του TikTok μετά τον θάνατο του γιου της, δήλωσε ότι αυτή η δικαστική απόφαση κατά της Meta και του YouTube αποτελεί μια στιγμή που μπορούμε πλέον να πούμε «φτάνει πια».
«Πόσα παιδιά ακόμα πρόκειται να υποστούν βλάβη και ενδεχομένως να πεθάνουν από αυτές τις πλατφόρμες;» αναρωτήθηκε μητέρα από τη Βρετανία, εξηγώντας πως η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο. «Έχει αποδειχθεί ότι δεν είναι ασφαλείς και οι εταιρείες μέσων κοινωνικής δικτύωσης οφείλουν να διορθώσουν όλο αυτό».
Η 49χρονη Έλεν Ρουμ, από το Γκλόστερσαϊρ, δίνει μάχη από το 2022, όταν ο 14χρονος γιος της, Τζούλιαν «Τζουλς» Σουίνι, πέθανε στο σπίτι τους στο Τσέλτεναμ.
Πριν από λίγο καιρό είχε μεταβεί στο Ντέλαγουερ μαζί με μια ομάδα γονέων, στο πλαίσιο μιας ομαδικής αγωγής η οποία υποστηρίζει ότι τα παιδιά τους έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να φέρουν εις πέρας το λεγόμενο «blackout challenge» (πρόκληση λιποθυμίας).
Η υπόθεση, που είχε κατατεθεί από το Social Media Victims Law Centre στο Ανώτερο Δικαστήριο της Πολιτείας του Ντέλαγουερ, αφορά τον θάνατο του Τζουλς (14 ετών), του Άιζακ (13 ετών), του Άρτσι (12 ετών), του Νόα (11 ετών) και της Μάγια (13 ετών).
Η αγωγή ισχυρίζεται ότι οι θάνατοι των παιδιών ήταν το «προβλέψιμο αποτέλεσμα» του εσκεμμένου σχεδιασμού της ByteDance (μητρική του TikTok) για τη δημιουργία εθισμού μέσω αλγορίθμων. Αποφάσεις, που όπως υποστηρίζουν, «στοχεύαν στο να ωθήσουν τα παιδιά να μεγιστοποιήσουν την αλληλεπίδρασή τους με το TikTok με κάθε δυνατό μέσο».
Μετά τον θάνατο του Τζουλς, ο ιατροδικαστής φέρεται κατά την ανάκριση να απέκλεισε το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας, με τη μητέρα του να πιστεύει ότι ο γιος της πέθανε όταν το παραπάνω διαδικτυακό challenge πήρε τρομακτική τροπή.

Από την απώλεια του γιου της και μετά, η Ρουμ προσπαθεί να αποκτήσει πρόσβαση σε δεδομένα από το TikTok και την ByteDance, τα οποία θεωρεί ότι θα μπορούσαν να δώσουν μια εξήγηση για το τι ακριβώς συνέβη.
Το TikTok έχει καταθέσει αίτημα απόρριψης της υπόθεσης, υποστηρίζοντας ότι κάτοικοι του Ηνωμένου Βασιλείου στρέφονται δικαστικά κατά αμερικανικών οντοτήτων οι οποίες δεν διαχειρίζονται τις υπηρεσίες της πλατφόρμας στη Βρετανία. Παράλληλα, επικαλείται την ισχύουσα νομοθεσία των ΗΠΑ, η οποία απαλλάσσει τις εταιρείες από την ευθύνη για περιεχόμενο που αναρτούν τρίτοι.
Εκπρόσωπος του TikTok είχε δηλώσει, μεταξύ άλλων, με αφορμή την υπόθεση, ότι «περιεχόμενο που προωθεί ή ενθαρρύνει επικίνδυνες συμπεριφορές» απαγορεύεται αυστηρά στην πλατφόρμα. «Ως εταιρεία, συμμορφωνόμαστε με τους αυστηρούς νόμους προστασίας δεδομένων του Ηνωμένου Βασιλείου», πρόσθεσαν. Σημειώνεται ότι η διαδικτυακή πρόκληση, την οποία οι γονείς θεωρούν ως υπεύθυνη για τους θανάτους των παιδιών τους, φέρεται να έχει αποκλειστεί από το TikTok ήδη από το 2020.
Δεν είναι ακόμη σαφές εάν οι πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις κατά των κοινωνικών πλατφορμών θα οδηγήσουν σε ριζικές αλλαγές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ωστόσο, οι αποφάσεις αυτές αναδεικνύουν μια αυξανόμενη διάθεση να θεωρηθούν οι μεγάλες εταιρείες μέσων κοινωνικής δικτύωσης υπεύθυνες και να απαιτηθούν ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Παρατηρητές του τεχνολογικού κλάδου αναμένουν ότι οι αποφάσεις αυτές θα «ανοίξουν την πόρτα» για περισσότερες αγωγές και αυστηρότερους κανονισμούς.

