Η Ευρωπαϊκή Ένωση «απορρίπτει πλήρως» την απειλή των ΗΠΑ για επιβολή απαγόρευσης στις εξαγωγές ντίζελ, στην περίπτωση που η Ευρώπη δεν αποδεσμεύσει μεγαλύτερο μέρος από τα αποθέματα καυσίμων που διαθέτει, δήλωσε την Παρασκευή η εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Άννα-Κάισσα Ίτκονεν.
«Μια απαγόρευση δεν θα ήταν ωφέλιμη για κανέναν. Θα υπονόμευε την εμπιστοσύνη μας στις ΗΠΑ ως αξιόπιστο εταίρο», τόνισε η ίδια, προσθέτοντας ότι η επόμενη συνεδρίαση της Ομάδας Συντονισμού Πετρελαίου της ΕΕ είναι προγραμματισμένη για τις 15 Οκτωβρίου, αν και θα μπορούσε να επισπευσθεί εάν αυτό κριθεί απαραίτητο.
Η εκπρόσωπος πρόσθεσε ότι το μπλοκ των 27 κρατών-μελών είναι έτοιμο να συνεργαστεί με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA) για μια ενδεχόμενη αποδέσμευση αποθεμάτων καυσίμων με στόχο τη συγκράτηση των τιμών, μετά τις συνομιλίες διαχείρισης κρίσης (Task Force) που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των κρατών-μελών και της Κομισιόν για τη διαμόρφωση μιας ενιαίας στάσης.
Διπλωματικός πυρετός
O Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, απευθύνοντας έκκληση στα κράτη της Ομάδας των Επτά (G7) να συνεργαστούν για το ζήτημα, ενώ παράλληλα τάχθηκε κατά οποιασδήποτε απαγόρευσης εξαγωγών.
«Ο πρόεδρος υπογράμμισε ότι οι χώρες της G7 έχουν κοινό συμφέρον να ενεργήσουν συντονισμένα, χωρίς περιορισμούς στις εξαγωγές», ανέφερε το Γραφείο του Μακρόν μετά την επικοινωνία του με τον Αμερικανό Πρόεδρο.
Το Παρίσι πρόσθεσε ότι προτίθεται να συγκαλέσει τηλεδιάσκεψη των ηγετών της G7 «το συντομότερο δυνατό» για τη διασφάλιση του συντονισμού. Από την πλευρά τους, οι Βρυξέλλες άφησαν να εννοηθεί ότι οι συνομιλίες αυτές θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν ακόμη και το απόγευμα της Παρασκευής.
Η έντονη αυτή διπλωματική δραστηριότητα καταγράφεται μία ημέρα αφότου ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, κλιμάκωσε την πίεση προς τις ευρωπαϊκές χώρες.
«Οι Ευρωπαίοι εταίροι μας θα πρέπει να επιταχύνουν την υλοποίηση των υφιστάμενων δεσμεύσεών τους και να διαθέσουν άμεσα πρόσθετες προμήθειες για την αντιμετώπιση των συνεχών διαταραχών», έγραψε ο Μπέσεντ στην πλατφόρμα Χ.
«Οι Αμερικανοί αγρότες, οι οδηγοί φορτηγών και οι επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να αφεθούν να σηκώνουν το βάρος μιας παγκόσμιας έλλειψης ντίζελ», συμπλήρωσε.
Η εκκρεμότητα των αποθεμάτων του IEA
Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, ο Εκτελεστικός Διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, ανέφερε ότι τα ευρωπαϊκά έθνη δεν έχουν ακόμη αποδεσμεύσει μέρος των αποθεμάτων για τα οποία είχαν συμφωνήσει σε μια προηγούμενη προσπάθεια συγκράτησης των τιμών τον Μάρτιο.
«Ένα μεγάλο κομμάτι των αποθεμάτων έχει αποδεσμευτεί, αλλά ορισμένα παραμένουν ακόμη, τόσο όσον αφορά το αργό πετρέλαιο όσο και τα προϊόντα του», δήλωσε ο Μπιρόλ σε δημοσιογράφους μετά τη συνάντηση των υπουργών Ενέργειας της ΕΕ στο Δουβλίνο.
Τα 32 μέλη του IEA είχαν συμφωνήσει τον περασμένο Μάρτιο να αποδεσμεύσουν 400 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου από τα στρατηγικά τους αποθέματα — πρόκειται για τη μεγαλύτερη αποδέσμευση που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ.
Περίπου το ένα τρίτο αυτής της ποσότητας δεν έχει βγει ακόμη στην αγορά, σημείωσε ο Μπιρόλ, προσθέτοντας ότι είναι δυνατές περαιτέρω αποδεσμεύσεις, καθώς το 80% των συνολικών αποθεμάτων του IEA παραμένει «ακόμη στο τσεπάκι μας».
«Δραματικές συνέπειες» και πολιτικές πιέσεις στις ΗΠΑ
Οι τιμές του ντίζελ στις ΗΠΑ και την Ευρώπη έχουν σπάσει κάθε ρεκόρ λόγω του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, ενώ για την άνοδο των τιμών κατηγορούνται επίσης -κυρίως από τον Τραμπ- οι ουκρανικές επιθέσεις στις ρωσικές ενεργειακές υποδομές.
Το ζήτημα έχει εξελιχθεί σε μείζον πρόβλημα για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ενόψει των επικείμενων ενδιάμεσων εκλογών, στις οποίες κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο του Κογκρέσου.
Σύμφωνα με την Αμερικανική Ένωση Αυτοκινήτου (AAA), η μέση τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ έχει σημειώσει άλμα άνω του 70%, φτάνοντας τα 6,39 δολάρια το γαλόνι από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν.
Την Τετάρτη, ο Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο απαγόρευσης των αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ —το οποίο είναι απαραίτητο για τα φορτηγά και τα βαρέα οχήματα μεταφορών— προκαλώντας συναγερμό στην ΕΕ, η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων.
Ο Επίτροπος Εμπορίου της ΕΕ, Μάρος Σέφτσοβιτς, δήλωσε σε δημοσιογράφους στο περιθώριο της συνόδου των υπουργών Εμπορίου της G20 στο Μιλγουόκι ότι μια τέτοια απαγόρευση θα είχε «δραματικές συνέπειες για την οικονομική μας απόδοση».
Η συμβιβαστική πρόταση της Γαλλίας
Διεθνή πρακτορεία αναφέρουν ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιθυμεί ειδικά από τη Γαλλία και τη Γερμανία να χρησιμοποιήσουν τα αποθέματά τους σε ντίζελ, ώστε να συγκρατηθούν οι τιμές.
Από την πλευρά τους, Γάλλοι αξιωματούχοι πρότειναν μια ευρεία αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και ντίζελ κατά τη διάρκεια έκτακτων συνομιλιών την Παρασκευή, αφού η Ουάσινγκτον κάλεσε τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να χρησιμοποιήσουν τα αποθέματά τους ή να αντιμετωπίσουν μια ενδεχομένως καταστροφική απαγόρευση στις εξαγωγές καυσίμων, σύμφωνα με δύο πηγές που ενημερώθηκαν για τη συνάντηση.
Βάσει της πρότασης που διατυπώθηκε κατά τη συνάντηση των ανώτερων Ευρωπαίων αξιωματούχων ενέργειας την Παρασκευή, το Παρίσι εισηγήθηκε τα κράτη της ΕΕ να αποδεσμεύσουν 50 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου και 50 εκατομμύρια βαρέλια ντίζελ.
Η ιδέα αξιολογείται ακόμη σε τεχνικό επίπεδο, σύμφωνα με μία από τις πηγές.
Η κίνηση αυτή ακολουθεί το αίτημα του υπουργού Ενέργειας των ΗΠΑ, Κρις Ράιτ, ο οποίος ζήτησε από τις ευρωπαϊκές χώρες να αποδεσμεύσουν 120 εκατομμύρια βαρέλια από τα αποθέματά τους σε διάστημα τριών μηνών για την καταπολέμηση των αυξανόμενων τιμών του ντίζελ, προειδοποιώντας με περιορισμούς στις εξαγωγές.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η συμβιβαστική πρόταση της Γαλλίας ήταν η απάντηση σε αυτό το νέο αμερικανικό αίτημα.
«Είναι προς το συμφέρον της Ευρώπης να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ, καθώς αναζητούμε πολλαπλούς δρόμους για την ενίσχυση της προσφοράς διυλισμένων προϊόντων και τη μείωση του κόστους για τους καταναλωτές», ανέφερε στο AFP Αμερικανός αξιωματούχος.
Πάντως, στις εμπορικές συνομιλίες της G20, ο Ύπατος Εκπρόσωπος Εμπορίου των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκριρ, υιοθέτησε πιο ήπιο τόνο, δηλώνοντας ότι υπάρχει «προθυμία και από τις δύο πλευρές για συνεργασία» στο ζήτημα του ντίζελ.