«Αγοράστε αμερικανικά όπλα»: Η πρόταση Τραμπ σε Σι που έρχεται σε σύγκρουση με την πολιτική των ΗΠΑ – Τι λένε αναλυτές

Ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, φέρεται να πρότεινε στον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ την αγορά αμερικανικών όπλων από την Κίνα, μια κίνηση που έρχεται σε σύγκρουση με τη μακροχρόνια αμερικανική πολιτική και το εμπάργκο όπλων. Η πρόταση, η οποία προκάλεσε αμηχανία στους αναλυτές, θεωρείται από ειδικούς ως αυθόρμητη και συναλλακτική προσέγγιση του Τραμπ, που αντικρούει την επίσημη στάση των ΗΠΑ έναντι της Κίνας ως στρατηγικού ανταγωνιστή. Οι σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας και η πολυπλοκότητα των αμυντικών τους συστημάτων καθιστούν μια τέτοια συμφωνία εξαιρετικά δύσκολη, παρά τα ιστορικά παραδείγματα συνεργασίας μεταξύ αντιπάλων.

ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να έκανε μία ασυνήθιστη πρόταση στον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι το Πεκίνο θα μπορούσε να αγοράσει αμερικανικά όπλα.
  • Η πρόταση προκάλεσε αμηχανία, καθώς αποκλίνει από τη μακροχρόνια αμερικανική πολιτική και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το εμπάργκο όπλων που έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ στην Κίνα από το 1989.
  • Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, καθώς τα αμερικανικά οπλικά συστήματα δεν είναι σχεδιασμένα για να ενσωματώνονται εύκολα στην κινεζική στρατιωτική αρχιτεκτονική.

Το κείμενο κάθε σύνοψης ελέγχεται από δημοσιογράφους του ENIKOS

Google Προσθέστε το ENIKOS ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Μία ασυνήθιστη πρόταση προς τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ φέρεται να έκανε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι το Πεκίνο θα μπορούσε να αγοράσει αμερικανικά όπλα, παρά το γεγονός ότι η Ουάσινγκτον αντιμετωπίζει την Κίνα ως τον βασικό στρατηγικό και οικονομικό ανταγωνιστή της.

Η τοποθέτηση προκάλεσε αμηχανία στους αναλυτές, καθώς αποκλίνει από τη μακροχρόνια αμερικανική πολιτική και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το εμπάργκο όπλων που έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ στην Κίνα από το 1989, σύμφωνα με το Al Jazeera.

Ο Αμερικανός πρεσβευτής στο Πεκίνο, Ντέιβιντ Περντού, δήλωσε σε συνέντευξή του στο Fox News την Κυριακή ότι ο Τραμπ είχε ρωτήσει «κάποια στιγμή» τον Σι εάν η Κίνα ενδιαφερόταν να προμηθευτεί αμερικανικά όπλα.

Η πρόταση φέρεται να διατυπώθηκε στη διάρκεια συζητήσεων σχετικά με τις πωλήσεις αμερικανικών όπλων στην Ταϊβάν, χωρίς να έχει αποσαφηνιστεί εάν έγινε κατά τη διάρκεια της συνόδου των δύο ηγετών την περασμένη εβδομάδα ή σε διαφορετική περίσταση.

Η συγκεκριμένη αναφορά προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση εξαιτίας των ανησυχιών της Ουάσινγκτον για τη στήριξη που παρέχει το Πεκίνο στο Ιράν, την ώρα που βρίσκεται σε εξέλιξη ο πόλεμος των ΗΠΑ με την Τεχεράνη.

«Δεν αποτελεί μέρος κάποιας στρατηγικής»

Αναλυτές εκτιμούν ότι η πρόταση του Τραμπ δεν φαίνεται να αποτελεί μέρος μιας συγκροτημένης στρατηγικής.

Ο Αλεχάντρο Ρέγιες, ειδικός σε θέματα πολιτικής Ασίας – Ειρηνικού και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ, χαρακτήρισε τέτοιες κινήσεις του Αμερικανού προέδρου ως αυθόρμητες πρωτοβουλίες που δεν εντάσσονται απαραίτητα σε κάποιο ευρύτερο σχέδιο.

Όπως σημείωσε, είναι εξαιρετικά ασυνήθιστο μία χώρα να προτείνει στον βασικό στρατηγικό της αντίπαλο να αγοράσει τα όπλα της.

Οι ειδικοί εκτιμούν επίσης ότι η συγκεκριμένη κίνηση προσφέρει μία εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ αντιλαμβάνεται τη σχέση με το Πεκίνο, περισσότερο μέσα από ένα συναλλακτικό και οικονομικό πρίσμα.

Σε αντίθεση με την πολιτική εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ

Η αμερικανική νομοθεσία απαγορεύει αυστηρά τις πωλήσεις όπλων προς την Κίνα, ενώ η Ουάσινγκτον θεωρεί επισήμως το Πεκίνο τον κυριότερο στρατηγικό και οικονομικό ανταγωνιστή της.

Ο αναλυτής Άιναρ Τάνγκεν, ανώτερος συνεργάτης στο Κέντρο για τη Διεθνή Διακυβέρνηση και Καινοτομία, εκτιμά ότι δεν υπάρχει σήμερα κανένα πρακτικό πολιτικό πλαίσιο που θα επέτρεπε μία τέτοια συμφωνία.

Κατά την εκτίμησή του, η πρόταση του Τραμπ περισσότερο παραπέμπει σε μία αυθόρμητη διαπραγματευτική κίνηση, με στόχο να δοκιμαστούν οι αντιδράσεις της άλλης πλευράς και να δημιουργηθεί περιθώριο για μελλοντικά ανταλλάγματα.

Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν εδώ και χρόνια με ανησυχία τη στρατιωτική ανάπτυξη της Κίνας και κατηγορούν το Πεκίνο ότι επιδιώκει να αποκτήσει και να αξιοποιήσει προηγμένες τεχνολογίες, ακόμη και μέσω κλοπής τεχνογνωσίας, προκειμένου να ενισχύσει τις δυνατότητες του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού.

Ο Ρέγιες σημειώνει ότι το Πεντάγωνο αντιμετωπίζει την Κίνα ως τη βασική δύναμη απέναντι στην οποία μετρά τη στρατιωτική και τεχνολογική του υπεροχή, από τη ναυτική ισχύ μέχρι την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Η «συναλλακτική» προσέγγιση Τραμπ

Ο Τάνγκεν εκτιμά ότι η τοποθέτηση αποκαλύπτει μία ευρύτερη σύγκρουση ανάμεσα στη συναλλακτική προσέγγιση του Τραμπ και στον αμερικανικό μηχανισμό εθνικής ασφάλειας, ο οποίος αντιμετωπίζει την Κίνα ως συστημικό αντίπαλο.

Κατά τον ίδιο, πίσω από αυτή την προσέγγιση βρίσκεται και η ανάγκη των ΗΠΑ να εξασφαλίσουν περισσότερες σπάνιες γαίες, οι οποίες είναι κρίσιμες για την παραγωγή οπλικών συστημάτων.

Τα αμερικανικά αποθέματα όπλων έχουν δεχθεί μεγάλη πίεση εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν, ενώ η Κίνα κυριαρχεί στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού σπάνιων γαιών.

Ο Γουίλιαμ Γιανγκ, ανώτερος αναλυτής για τη Βορειοανατολική Ασία στο Crisis Group, συμφωνεί ότι η στάση αυτή αντανακλά μία σχεδόν αποκλειστικά συναλλακτική αντίληψη του Τραμπ για τις σχέσεις Ουάσινγκτον – Πεκίνου.

Κατά την εκτίμησή του, εντάσσεται επίσης σε ένα ευρύτερο μοτίβο της δεύτερης θητείας του Αμερικανού προέδρου, κατά την οποία έχει επανειλημμένα κάνει δηλώσεις που έρχονται σε αντίθεση με την επίσημη αμερικανική πολιτική και στη συνέχεια χρειάζονται διευκρινίσεις από τις υπηρεσίες της κυβέρνησής του.

Φωτογραφία: AP
Φωτογραφία: AP

Οι σπάνιες περιπτώσεις πώλησης όπλων σε αντιπάλους

Η ιστορία προσφέρει ελάχιστα παραδείγματα γεωπολιτικών αντιπάλων που προχώρησαν σε συμφωνίες όπλων.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι ΗΠΑ παρείχαν στρατιωτική βοήθεια μέσω του προγράμματος Lend-Lease και στη Σοβιετική Ένωση, καθώς οι δύο χώρες είχαν κοινό αντίπαλο τη ναζιστική Γερμανία.

Αργότερα, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του Ψυχρού Πολέμου, υπήρξε τεχνολογική συνεργασία ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα με κοινό στόχο την ανάσχεση της σοβιετικής ισχύος, χωρίς όμως αυτή να περιλαμβάνει τις πλέον προηγμένες στρατιωτικές τεχνολογίες.

Ο καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ, Ντοβ Χ. Λέβιν, παρέπεμψε επίσης στην υπόθεση Ιράν – Κόντρα της δεκαετίας του 1980, όταν πραγματοποιήθηκαν μυστικές συναλλαγές αμερικανικών όπλων που έρχονταν σε αντίθεση με τη δημόσια πολιτική των ΗΠΑ και τις αποφάσεις του Κογκρέσου.

Ο Ρέγιες υπενθύμισε ακόμη ότι η Βρετανία είχε πουλήσει κινητήρες αεροσκαφών στη Σοβιετική Ένωση το 1947, ενώ η ναζιστική Γερμανία είχε πουλήσει στη Μόσχα ένα ημιτελές βαρύ καταδρομικό το 1940, έναν χρόνο πριν από τη γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση.

Οι περιπτώσεις αυτές, σύμφωνα με τους αναλυτές, βασίζονταν κυρίως σε προσωρινές στρατηγικές συγκλίσεις ή σε άμεσες γεωπολιτικές ανάγκες.

Γιατί μία συμφωνία ΗΠΑ – Κίνας θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη

Οι σημερινές σχέσεις ΗΠΑ και Κίνας διαφέρουν σημαντικά από τα ιστορικά αυτά παραδείγματα.

Οι δύο χώρες ανταγωνίζονται άμεσα για τη στρατηγική ισορροπία ισχύος στην περιοχή Ασίας – Ειρηνικού και πέρα από αυτήν, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά εμπόδια σε οποιαδήποτε πιθανή πώληση προηγμένων αμερικανικών όπλων στο Πεκίνο.

Ο Γουίλιαμ Γιανγκ προειδοποίησε ότι μία τέτοια κίνηση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, επιτρέποντας στην Κίνα να αποκτήσει πρόσβαση σε προηγμένη αμερικανική αμυντική τεχνολογία και να επιταχύνει περαιτέρω τον στρατιωτικό της εκσυγχρονισμό.

Παράλληλα, τα αμερικανικά οπλικά συστήματα δεν είναι σχεδιασμένα για να ενσωματώνονται εύκολα στη στρατιωτική αρχιτεκτονική της Κίνας.

Ο Τάνγκεν εξήγησε ότι το αμερικανικό μοντέλο είναι προσανατολισμένο στην προβολή στρατιωτικής ισχύος σε παγκόσμια κλίμακα. Συστήματα όπως το μαχητικό F-35 βασίζονται σε ένα περίπλοκο δίκτυο αεροσκαφών ανεφοδιασμού, δορυφόρων, αεροσκαφών έγκαιρης προειδοποίησης, στρατιωτικών βάσεων και παγκόσμιων υποδομών εφοδιασμού.

Αντίθετα, το κινεζικό μοντέλο είναι περισσότερο προσανατολισμένο στην περιφερειακή άμυνα και στην προστασία της κινεζικής επικράτειας.

Συστήματα όπως το κινεζικό μαχητικό J-20 εντάσσονται σε ένα ευρύτερο δίκτυο πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, drones, δορυφόρων και χερσαίων συστημάτων διοίκησης, τα οποία υποστηρίζονται από μία μεγάλη εγχώρια βιομηχανική βάση.

Όπως σχολίασε χαρακτηριστικά ο Ρέγιες, η Κίνα πλέον παράγει το μεγαλύτερο μέρος των δικών της οπλικών συστημάτων, γεγονός που εγείρει το ερώτημα γιατί θα είχε ανάγκη να αγοράσει αμερικανικά.

Η μάχη για τις παγκόσμιες εξαγωγές όπλων

Η αντιπαράθεση ΗΠΑ και Κίνας δεν περιορίζεται στην Τεχνητή Νοημοσύνη, στις σπάνιες γαίες, στην Ταϊβάν ή στον πόλεμο με το Ιράν, αλλά επεκτείνεται και στην παγκόσμια αγορά όπλων.

Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να κυριαρχούν στις διεθνείς εξαγωγές οπλικών συστημάτων, ενώ η Κίνα έχει αναδειχθεί στην τέταρτη μεγαλύτερη εξαγωγέα χώρα όπλων παγκοσμίως, σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών Ειρήνης της Στοκχόλμης (SIPRI).

Το Πεκίνο έχει επικεντρωθεί ιδιαίτερα σε αγορές του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου, προσφέροντας οικονομικότερα drones, μαχητικά αεροσκάφη και συμβατικά οπλικά συστήματα σε χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής.

Παράλληλα, η Κίνα προσφέρει συχνά χρηματοδότηση, δυνατότητα τοπικής παραγωγής και μεταφορά τεχνολογίας με λιγότερους πολιτικούς όρους.

Αντίθετα, οι αμερικανικές πωλήσεις όπλων συνδέονται στενότερα με στρατηγικές συμμαχίες, εκπαίδευση, πολιτική ευθυγράμμιση και διαλειτουργικότητα μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων.

Σύμφωνα με την ανάλυση του Al Jazeera, πάντως, η τελική έκβαση του ανταγωνισμού των δύο χωρών στον αμυντικό τομέα ενδέχεται να εξαρτηθεί λιγότερο από μεμονωμένες δηλώσεις ή ακόμη και από την τεχνολογική υπεροχή και περισσότερο από τη βιομηχανική παραγωγική ικανότητα, την οικονομική αντοχή και τη δυνατότητα μαζικής κατασκευής αξιόπιστων στρατιωτικών συστημάτων.

Google Προσθέστε το ENIKOS στην Google
Ακολουθήστε το ENIKOS στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.