Στο Νταβός ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε δύο βήματα πίσω. Δήλωσε ότι δεν θα χρησιμοποιήσει βία για να προσαρτήσει τη Γροιλανδία και προσέθεσε ότι δεν θα επιβάλει επιπλέον δασμούς στις επτά χώρες της Ε.Ε. και στο Ηνωμένο Βασίλειο που είχαν στείλει στην αυτόνομη περιοχή της Δανίας ολιγάριθμες στρατιωτικές δυνάμεις. Η προοπτική ενός εμπορικού πολέμου ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ε.Ε. είχε τρομάξει τις αγορές, όπως και η απλή αναφορά ότι το 40% του αμερικανικού χρέους βρίσκεται σε ευρωπαϊκά θησαυροφυλάκια. Ο Ντ. Τραμπ έχει μια ιδιαίτερη ευαισθησία για τις αγορές και αναδιπλώθηκε, αφού προηγουμένως όμως οι σχέσεις με τους Ευρωπαίους συμμάχους του είχε φτάσει στην κόψη του ξυραφιού.
Μετά την έκτακτη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε., στην οποία η Ενωση σηματοδότησε την αποκλιμάκωση «ξεπαγώνοντας» την εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε ότι θα πρέπει να επιδιώκουμε, «οι ευρωατλαντικές σχέσεις να διατηρηθούν σε λειτουργικό επίπεδο». Ο Ελληνας πρωθυπουργός δεν έκρυψε την ανακούφισή του για την υπαναχώρηση του Τραμπ, δεν έκρυψε όμως ούτε τον προβληματισμό του για τη συνέχεια, λέγοντας ότι «οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους» και ότι «πρέπει να υπάρχει ένα πλαίσιο συνεννόησης, όπου όλοι να γνωρίζουμε ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις σε περίπτωση που ξεπεραστούν τα όρια».
Bullying
Τα όρια αυτά ξεπεράστηκαν με σαφήνεια τις προηγούμενες ημέρες όχι μόνο από το… bullying του Τραμπ σε μια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. αλλά και από τις παροτρύνσεις Αμερικανών αξιωματούχων στους Ευρωπαίους συνομιλητές τους να… αδειάσουν τους Δανούς στο θέμα της Γροιλανδίας ώστε να διαπραγματευτούν με τον Τραμπ για ανταλλάγματα. Η ευρωπαϊκή ενότητα άντεξε, ωστόσο επικρατεί προβληματισμός ότι η επόμενη κρίση δεν θα αργήσει. Αλλωστε, ο Τραμπ, μία ημέρα πριν από την αναδίπλωσή του, είχε προειδοποιήσει τους Ευρωπαίους πως θα το θυμάται, αν του πουν όχι.
Σημαντικό ρόλο στην αποκλιμάκωση της έντασης ανάμεσα σε Ε.Ε. και ΗΠΑ θα διαδραματίσει και η συμφωνία για τη Γροιλανδία που διαπραγματεύτηκε ο Αμερικανός Πρόεδρος με τον γ.γ. του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε. Οι λεπτομέρειες δεν έχουν γίνει γνωστές, ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες των «New York Times», προβλέπει αύξηση της παρουσίας του ΝΑΤΟ στην Αρκτική και αμερικανική κυριαρχία στις 17 βάσεις που θέλουν να δημιουργήσουν οι ΗΠΑ στο έδαφος της Γροιλανδίας, όπως συμβαίνει με τις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο. Την Παρασκευή, το πρακτορείο Bloomberg αποκάλυψε ότι οι Αμερικανοί επιδιώκουν να αναθεωρήσουν την αμυντική συμφωνία που έχουν από το 1951 με τη Δανία, ώστε να αρθεί κάθε περιορισμός στη στρατιωτική τους παρουσία στη Γροιλανδία.
Η αρχική συμφωνία προβλέπει ότι οι ΗΠΑ οφείλουν να «διαβουλεύονται και να ενημερώνουν» τη Δανία και τη Γροιλανδία πριν προχωρήσουν σε «οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ή στις εγκαταστάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών στη Γροιλανδία». Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές επιδιώκουν την αναθεώρηση του συγκεκριμένου σημείου, ώστε να διασφαλιστεί πως οι ΗΠΑ δεν θα αντιμετωπίσουν απολύτως κανέναν περιορισμό στον σχεδιασμό τους. Η Ανα Κέλι, εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, δήλωσε ότι «αν αυτή η συμφωνία προχωρήσει -και ο Πρόεδρος Τραμπ είναι ιδιαίτερα αισιόδοξος ότι αυτό θα συμβεί- οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πετύχουν όλους τους στρατηγικούς τους στόχους σε ό,τι αφορά τη Γροιλανδία».
Ο Ντ. Τραμπ έχει δηλώσει πως περιμένει να κλείσει η συμφωνία τις επόμενες δύο εβδομάδες, ενώ οι Δανοί, από την πλευρά τους, χαρακτηρίζουν «κόκκινη γραμμή» σε αυτή τη διαπραγμάτευση την κυριαρχία. Θεωρείται πιθανό να υπάρξει συμφωνία σε ένα καθεστώς de facto αυτονομίας για τις αμερικανικές βάσεις, χωρίς να αποκλείεται ωστόσο και μια νέα κλιμάκωση της κρίσης.
Oι ισορροπίες για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η κρίση στις σχέσεις της Ε.Ε. με τις ΗΠΑ αποτελεί μια πολύ δύσκολη άσκηση ισορροπίας, αφού η χώρα μας αποτελεί μέλος της Ε.Ε., αλλά ταυτόχρονα έχει και ιδιαίτερα στρατηγικά συμφέροντα με τις ΗΠΑ. Στην κυβέρνηση θεωρούν πως μια ενδεχόμενη ρήξη στις σχέσεις της Ε.Ε. με τις ΗΠΑ θα ήταν μια πολύ αρνητική εξέλιξη για τα ελληνικά συμφέροντα. Πρώτον, διότι θα έθετε εν αμφιβόλω τη στρατηγική σχέση της Ελλάδας με τις ΗΠΑ και, δεύτερον, επειδή ήδη φαίνεται πως ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει αναπτύξει μια προνομιακή σχέση με τον Ντ. Τραμπ, ο οποίος δεν δίστασε να αδειάσει τους Κούρδους συμμάχους του στη Συρία για να ικανοποιήσει τους Τούρκους και, όπως επισημαίνουν έμπειροι διπλωμάτες, αυτό είναι κάτι που δεν αποκλείεται να συμβεί και αλλού.
Οι Τούρκοι βλέπουν το ρήγμα στις ευρωατλαντικές σχέσεις και σπεύδουν να δηλώσουν χρήσιμοι για τον Τραμπ, με την ελπίδα να έχουν αμερικανική κάλυψη για τα σχέδιά τους στην περιοχή. Δεν είναι τυχαίο ότι η Τουρκία ήταν ανάμεσα στις 19 χώρες που συνυπέγραψαν το σχέδιο του Τραμπ για το Συμβούλιο Ειρήνης, ενώ ο Αμερικανός Πρόεδρος σημείωσε την άρνηση να παρευρεθούν στο Νταβός οι χώρες της Ε.Ε. που είχαν προσκληθεί να συμμετάσχουν στον νέο φορέα. Αυτός ήταν ο λόγος που ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσήλθε στη Σύνοδο Κορυφής της περασμένης Πέμπτης με την πρόταση να βρεθεί μια φόρμουλα προκειμένου να συμμετάσχουν στις εργασίες του Συμβουλίου Ειρήνης για τη Γάζα και οι ευρωπαϊκές χώρες.
Η Αθήνα, όπως και οι Ευρωπαίοι εταίροι της, καταλαβαίνει ότι ο φορέας του Προέδρου Τραμπ έχει σαν στόχο να υποκαταστήσει τον ΟΗΕ και να διαλύσει τη μεταπολεμική διεθνή τάξη, όμως την ίδια ώρα δεν θέλει να μείνει έξω από τις εξελίξεις στη Γάζα, όταν θα έχει ρόλο η Τουρκία και όταν μάλιστα η συμμετοχή μας είναι και επιθυμία των Ισραηλινών. Οπως δήλωσε ο Ελληνας πρωθυπουργός μετά τη Σύνοδο, «η Ελλάδα είναι χώρα η οποία έχει άμεσο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Θέλουμε να είμαστε παρόντες και η Ευρώπη να είναι παρούσα». Η ελληνική πρόταση συζητήθηκε στη Σύνοδο και η ύπατη εκπρόσωπος της Ε.Ε. για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, Κάγια Κάλας, ανέλαβε να διερευνήσει το ενδεχόμενο συμμετοχής χωρών της Ε.Ε. ή λήψης ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών, ώστε το Συμβούλιο Ειρήνης να επανέλθει στο πλαίσιο του ΟΗΕ.
Η νέα ατζέντα Τραμπ μετά το Νταβός
Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στην Ελβετία απέδειξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επαναδιαπραγματεύονται ανοιχτά τους όρους της παγκόσμιας τάξης
Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός το 2026 κατέστησε σαφές ότι η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ δεν συνιστά απλώς αλλαγή προσώπου στην Ουάσιγκτον, αλλά μετάβαση σε ένα διαφορετικό μοντέλο εξωτερικής πολιτικής, όπου οι ΗΠΑ επαναδιαπραγματεύονται ανοιχτά τους όρους της παγκόσμιας τάξης. Η αμερικανική παρουσία δεν αποσύρεται από το διεθνές σύστημα. Αντίθετα, επανατοποθετείται με όρους που δίνουν προτεραιότητα στη διαπραγματευτική ισχύ, στη συναλλαγή και στην πίεση εις βάρος της θεσμικής σταθερότητας και της προβλεψιμότητας που χαρακτήριζαν τη μεταψυχροπολεμική περίοδο.
Το Νταβός δεν σηματοδοτεί αναδίπλωση. Αντίθετα, επιβεβαίωσε ένα μοτίβο γνώριμο στην πολιτική πρακτική του Τραμπ: ελεγχόμενη κλιμάκωση ακολουθούμενη από επιλεκτική υπαναχώρηση, με στόχο όχι την επίλυση διαφορών, αλλά τη μετατόπιση του πλαισίου μέσα στο οποίο αυτές συζητούνται. Η ουσία δεν βρίσκεται στο αν οι αρχικές θέσεις υλοποιούνται πλήρως, αλλά στο ότι μετακινούνται τα όρια του αποδεκτού. Είτε πρόκειται για τη Γροιλανδία είτε για τη Γάζα, το μήνυμα είναι σαφές: οι ΗΠΑ θέτουν τους όρους και οι σύμμαχοι καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα πιο απαιτητικό, λιγότερο προβλέψιμο περιβάλλον.
Σταθεροποίηση
Στο Νταβός αυτή η προσέγγιση απέκτησε πλέον δομικό χαρακτήρα. Δεν πρόκειται για ρητορική υπερβολή ή τακτική εντυπώσεων, αλλά για σταθεροποίηση μιας εξωτερικής πολιτικής που δεν στοχεύει πλέον στη διαχείριση της διεθνούς τάξεως, αλλά στη διαρκή επαναχάραξή της. Οπως επισημαίνει ο Τόμας Ράιτ του Brookings Institution, σε κατ’ ιδίαν συνομιλίες με Ευρωπαίους αξιωματούχους στο περιθώριο του φόρουμ, η Ουάσιγκτον δεν αποσύρεται από τον ρόλο της, αλλά τον επαναπροσδιορίζει, μεταφέροντας το βάρος από τις εγγυήσεις ασφάλειας στη διαπραγμάτευση και στο κόστος συμμόρφωσης των συμμάχων.
Η εικόνα στο Νταβός επιβεβαίωσε αυτή τη μέθοδο στην πράξη. Ο Τραμπ ανέβασε τους τόνους, άφησε όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά και στη συνέχεια προχώρησε σε ελεγχόμενη αποκλιμάκωση. Η ένταση λειτούργησε ως μοχλός πίεσης και η αποκλιμάκωση παγίωσε ένα νέο σημείο ισορροπίας. Το ζητούμενο δεν είναι η επίλυση κρίσεων, αλλά η μετατόπιση των ορίων εντός των οποίων αυτές συζητούνται με τρόπο που ενισχύει τη διαπραγματευτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών και περιορίζει τα περιθώρια αντίδρασης των εταίρων τους.
Η Γροιλανδία αποτέλεσε το πιο καθαρό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές που συμμετείχαν σε κλειστές συζητήσεις στο Νταβός, οι ΗΠΑ επιδιώκουν διεύρυνση της στρατιωτικής τους πρόσβασης, αναβάθμιση υπαρχουσών βάσεων, ενίσχυση των συστημάτων επιτήρησης και μεγαλύτερο έλεγχο των θαλάσσιων και εναέριων διαδρόμων της Αρκτικής. Η δημόσια αναφορά του Τραμπ σε ενδεχόμενη «απόκτησή» της προκάλεσε ανησυχία στην Ευρώπη, όχι λόγω ρεαλιστικής πιθανότητας για αλλαγή κυριαρχίας, αλλά επειδή αμφισβητήθηκε, έστω και ρητορικά, η αρχή ότι η κυριαρχία μεταξύ συμμάχων δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Πρόσβαση
Το νέο πλαίσιο αφορά την ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας, τη διευρυμένη πρόσβαση σε κρίσιμες υποδομές και την επιτάχυνση επενδύσεων σε αεράμυνα και αντιπυραυλική προστασία, ενταγμένες στη λογική του λεγόμενου «Χρυσού Θόλου», ενός σχεδίου που συνδέεται με την προστασία κρίσιμων ενεργειακών και ψηφιακών δικτύων σε περιοχές υψηλού γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Οπως σημειώνει ο Ιαν Μπρέμερ της Eurasia Group, πρόκειται για «γεωπολιτική μέσω τετελεσμένων», όπου η στρατιωτική παρουσία προηγείται της πολιτικής συναίνεσης και λειτουργεί ως δεδομένο στη διαπραγμάτευση.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η πρωτοβουλία για τη Γάζα. Στο Νταβός παρουσιάστηκε το Συμβούλιο Ειρήνης, ένας προσωρινός μηχανισμός διαχείρισης της μεταπολεμικής φάσης με ορίζοντα έως το 2027. Ο ιδρυτικός χάρτης υπεγράφη από 19 κράτη, με περιορισμένη ευρωπαϊκή συμμετοχή και με ισχυρή παρουσία χωρών της Μέσης Ανατολής και του Κόλπου. Σύμφωνα με συμμετέχοντες στις διαβουλεύσεις, το σχέδιο προβλέπει διεθνή επιτήρηση ασφάλειας στην περιοχή της Γάζας, αυστηρό έλεγχο της ανθρωπιστικής βοήθειας και σταδιακή ανοικοδόμηση, χωρίς άμεση πολιτική διευθέτηση ή σαφή οδικό χάρτη για την τελική μορφή διακυβέρνησης.
Ο ρόλος του Συμβουλίου Ειρήνης δεν είναι η λύση της σύγκρουσης, αλλά η αποτροπή πλήρους αποσταθεροποίησης. Οπως προειδοποιεί ο Ρίτσαρντ Χάας του Council on Foreign Relations, «τέτοια σχήματα παγώνουν τη σύγκρουση χωρίς να την επιλύουν», δημιουργώντας τον κίνδυνο η προσωρινότητα να μετατραπεί σε μόνιμο καθεστώς διαχείρισης κρίσης.
Στο ουκρανικό, το Νταβός κατέγραψε σαφώς χαμηλότερες φιλοδοξίες. Διπλωματικές πηγές αναφέρουν ότι στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα προετοιμάζονται τριμερείς τεχνικές συνομιλίες (ΗΠΑ – Ρωσία – Ουκρανία) για την προστασία ενεργειακών υποδομών, ανταλλαγές αιχμαλώτων και για μηχανισμούς αποτροπής ατυχημάτων. Η Κριστίν Μπερζίνα του German Marshall Fund επισημαίνει ότι «πρόκειται για διαχείριση ρίσκου και όχι στρατηγική ειρήνης», με στόχο τον περιορισμό απωλειών και όχι την τελική διευθέτηση. Στο Νταβός, με μια στρατηγική που μπορεί να αποδίδει βραχυπρόθεσμα, η αλήθεια είναι ότι επιβλήθηκε η αμερικανική ατζέντα. Μακροπρόθεσμα, αυτή η τακτική αυξάνει το κόστος αβεβαιότητας και διαβρώνει την εμπιστοσύνη των συμμάχων. Το πραγματικό ερώτημα που αφήνει το Νταβός δεν είναι αν ο Τραμπ κέρδισε αυτή τη μάχη, αλλά πόσες τέτοιες «νίκες» μπορεί να αντέξει το διεθνές σύστημα πριν η πίεση μετατραπεί σε μόνιμη αστάθεια. Οπως προειδοποίησε ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ, «η παλαιά διεθνής τάξη δεν επιστρέφει» και σε έναν κόσμο όπου η αβεβαιότητα γίνεται μόνιμο εργαλείο πολιτικής, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος πιέζει περισσότερο, αλλά ποιοι μπορούν να αντέξουν τις συνέπειες αυτής της πίεσης.
Οι…πληγές στη συμμαχία
Το παρασκήνιο της έκτακτης Συνόδου Κορυφής στις Βρυξέλλες και τα επόμενα διακυβεύματα για την Ε.Ε.
Η έκτακτη Σύνοδος Κορυφής των «27» στις Βρυξέλλες για τη Γροιλανδία και τις απειλές του Ντόναλντ Τραμπ έκλεισε με αποκλιμάκωση, όμως άφησε πίσω της ένα σαφές μήνυμα ότι η διατλαντική «κανονικότητα» δεν επιστρέφει.
Η Σύνοδος διήρκεσε πέντε ώρες, χωρίς εντάσεις, χωρίς θεατρικές κορώνες, αλλά άφησε πίσω της κάτι βαθύτερο από μια στιγμιαία αποκλιμάκωση. Το σοκ της Γροιλανδίας (η απειλή ενός απρόβλεπτου Προέδρου των ΗΠΑ ότι μπορεί να δοκιμάσει την εδαφική ακεραιότητα συμμάχου και να σύρει την Ευρώπη σε εμπορικό πόλεμο) λειτούργησε ως «θεραπείασοκ», όπως χαρακτηριστικά έγραψαν ευρωπαϊκά μέσα. Στο παρασκήνιο, αυτό που ακούστηκε περισσότερο δεν ήταν η βεβαιότητα ότι «η κρίση πέρασε», αλλά η κοινή διαπίστωση πως η παλαιά μεταπολεμική αυταπάτη της αυτόματης διατλαντικής σταθερότητας έχει τελειώσει και ότι η Ε.Ε. οφείλει να μάθει να αντιδρά με ταχύτητα, ενότητα και κλιμακωτή ισχύ, χωρίς να περιμένει από την Ουάσιγκτον να παραμείνει προβλέψιμη.
Οι αποφάσεις (ή, ακριβέστερα, οι επιλογές γραμμής) κινήθηκαν σε τέσσερις άξονες, όπως τους κωδικοποίησε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν: αυστηρότητα, επαφή, ετοιμότητα, ενότητα. Το πρώτο σκέλος αφορά την πολιτική στάση: σαφές μήνυμα ότι μόνο η Δανία και η ίδια η Γροιλανδία μπορούν να αποφασίζουν για το μέλλον τους, με «πυξίδα» το Διεθνές Δίκαιο, την εδαφική ακεραιότητα και την εθνική κυριαρχία. Το δεύτερο σκέλος αφορά τη μέθοδο: διάλογος με την Ουάσιγκτον «σταθερός και μη κλιμακούμενος», αλλά με έτοιμα αντίμετρα σε περίπτωση νέας στροφής. Το τρίτο αφορά την υλική προετοιμασία: η Ευρώπη υπενθύμισε ότι διαθέτει πακέτα αντιμέτρων (ενδεικτικά αναφέρθηκε λίστα 93 δισ. ευρώ), καθώς και το «εργαλείο κατά του εξαναγκασμού» (το περιβόητο «μπαζούκα») ως στρατηγικό μοχλό αποτροπής. Το τέταρτο σκέλος είναι το πιο κρίσιμο: η ενότητα δεν μπορεί να είναι μια έκτακτη παρένθεση, αλλά πρέπει να γίνει μόνιμη συνθήκη λειτουργίας, ειδικά όταν η κρίση έρχεται από τον βασικό σύμμαχο.
Στην πράξη, η άμεση πολιτική συνέπεια της αποκλιμάκωσης είναι ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο «ξεπαγώνει» τη διαδικασία για την επικύρωση της συμφωνίας Ε.Ε. – ΗΠΑ για τους δασμούς, στέλνοντας έτσι ένα μήνυμα αποκλιμάκωσης στην Ουάσιγκτον. Η λογική που επικράτησε ήταν ωμή και πραγματιστική: αν η απειλή δασμών αποσύρεται (έστω προσωρινά), το συμφέρον της Ε.Ε. είναι να επαναφέρει διαδικασίες εφαρμογής, χωρίς να παραιτείται από την αποτρεπτική της εργαλειοθήκη.
Το δεύτερο μεγάλο πεδίο είναι η Αρκτική και η ασφάλεια της Γροιλανδίας, όπου η Σύνοδος έβγαλε ένα διπλό μήνυμα: πολιτικά, η Ε.Ε. στέκεται δίπλα στη Δανία και στη Γροιλανδία, ωστόσο επιχειρησιακά, το πλαίσιο διαχείρισης είναι πρωτίστως το ΝΑΤΟ. Εδώ, ο ρόλος του Μαρκ Ρούτε αναδείχθηκε ως κεντρικός: σε επίπεδο επικοινωνίας, αρκετοί στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης θεωρούν ότι η «διαχείριση» του Τραμπ μέσω κολακείας και κατευνασμού έκοψε τη φόρα της κλιμάκωσης. Σε επίπεδο ουσίας, το ΝΑΤΟ κινείται προς ενισχυμένη παρουσία στην Αρκτική, με τον Ρούτε να δηλώνει ότι οι σύμμαχοι θα πρέπει να αυξήσουν την παρουσία τους στο πλαίσιο μιας συμφωνίας-πλαισίου με τον Τραμπ, μετά το «βήμα πίσω» του Αμερικανού Προέδρου από τις δασμολογικές απειλές και τη ρητή απομάκρυνση του σεναρίου χρήσης βίας για τη Γροιλανδία. Ο ρόλος πάντως του Ρούτε παραμένει αμφίσημος με πολλές χώρες της Ε.Ε. να θεωρούν ότι υπερβαίνει τις αρμοδιότητές του.
Πάντως, η ουσία της ευρωπαϊκής ανησυχίας, παραμένει: η απρόβλεπτη πολιτική του Ντ. Τραμπ μπορεί να επιστρέψει ανά πάσα στιγμή, ενώ η Αρκτική γίνεται το νέο εργαστήριο όπου θα κριθεί η αντοχή της διατλαντικής αρχιτεκτονικής.
Το τρίτο επίπεδο είναι θεσμικό και ιδεολογικό: η Ε.Ε. εξέφρασε επίσης «σοβαρές αμφιβολίες» για το νέο Συμβούλιο Ειρήνης του Αμερικανού Προέδρου, ειδικά ως προς τη συμβατότητα με τον ΟΗΕ. Πίσω από τη νομική γλώσσα κρύβεται ο πυρήνας του ζητήματος: η Ευρώπη βλέπει να εδραιώνεται ένα μοντέλο διεθνούς τάξης όπου τα καθολικά θεσμικά πλαίσια υποχωρούν και αντικαθίστανται από επιλεκτικές πλατφόρμες ισχύος υπό αμερικανική διεύθυνση.
Οπως είπαν στην «R» πηγές στις Βρυξέλλες, «το μεγαλύτερο νόημα της Συνόδου τελικά δεν βρίσκεται σε ένα μόνο μέτρο, αλλά στη μετατόπιση νοοτροπίας: από την Ευρώπη που αντιδρά σε μια Ευρώπη που προβλέπει».
Συνεπώς, πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν η κρίση εκτονώθηκε, αλλά αν η Ευρώπη θα αλλάξει μόνιμα συμπεριφορά. Η Σύνοδος έδειξε ότι η ενότητα λειτουργεί όταν υπάρχει σαφής απειλή, όμως η αντοχή της θα δοκιμαστεί χωρίς τον καταναγκασμό μιας άμεσης και ισχυρής απειλής. Αν οι επόμενοι μήνες δεν φέρουν κοινές αποφάσεις για άμυνα, Αρκτική, ανταγωνιστικότητα και εργαλεία αποτροπής, η στρατηγική αυτονομία θα μείνει ρητορική. Αντίθετα, αν οι «27» αποδεχθούν το κόστος της ισχύος, η Ευρώπη μπορεί να περάσει από την εποχή της εξάρτησης σε μια ώριμη, απαιτητική και αμοιβαία σχέση με την Ουάσιγκτον, χωρίς αυταπάτες, με προβλεψιμότητα, αποτρεπτική αξιοπιστία και σταθερή πολιτική βούληση διαχρονικά.
Μπαράζ προκλήσεων στο Αιγαίο
Τουρκικά πλοία παραβίασαν σχεδόν 3.000 φορές τα Εθνικά Χωρικά Υδατα μέσα στο 2025
Ρεκόρ πενταετίας στις παραβιάσεις των εθνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο από την Τουρκία καταγράφηκε το 2025, το υψηλότερο μετά το 2020 και τη διπλή κρίση στον Εβρο και στο νοτιοανατολικό Αιγαίο με το «Oruc Reis».
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Αμυνας, η Τουρκία φαίνεται να έχει εγκαταλείψει την πολιτική των «ήρεμων νερών» στο Αιγαίο, παρά τις ζυμώσεις που γίνονται αυτή την περίοδο ενόψει της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Αγκυρα.
Χαρακτηριστικότερα όλων είναι τα συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία που αφορούν τα «Θαλάσσια συμβάντα του 2025», τα οποία είναι μια… ανάσα από τα 3.000. Για την ακρίβεια, βάσει των στοιχείων του ΓΕΕΘΑ, καταγράφηκαν συνολικά 2.988 παραβιάσεις των εθνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο κατά το περασμένο έτος.
Πολεμικά
Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι καμία από αυτές τις παραβιάσεις δεν αφορά τα τουρκικά αλιευτικά σκάφη, τα οποία, ως γνωστόν, σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους εισέρχονται σε ελληνική θαλάσσια περιοχή. Ολα τα θαλάσσια συμβάντα με παραβιάσεις των Εθνικών Χωρικών Υδάτων (ΕΧΥ) αφορούν αποκλειστικά τη δραστηριότητα του τουρκικού πολεμικού ναυτικού και κυρίως της τουρκικής ακτοφυλακής. Για να γίνει αντιληπτή η αυξανόμενη τουρκική προκλητικότητα, το 2024 σημειώθηκαν 2.499 παραβιάσεις των ΕΧΥ, το 2023 σημειώθηκαν 1.642, το 2022 σημειώθηκαν 1.581, για το 2021 καταγράφηκαν 2.085 και το 2020 -τη χρονιά που οι δύο χώρες έφτασαν μια ανάσα από την κρίση- σημειώθηκαν 3.217.
Το ΓΕΕΘΑ έχει διαβιβάσει αρμοδίως τα στοιχεία στο υπουργείο Εξωτερικών και αυτό διότι, όπως φαίνεται, η αύξηση των παραβιάσεων των ελληνικών χωρικών υδάτων δείχνει για μία ακόμη φορά πως, στο πλαίσιο του ανυπόστατου και αλυτρωτικού δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» η Τουρκία επιμένει να εφαρμόζει επί του πεδίου τις διεκδικήσεις της, επιχειρώντας να δημιουργήσει νέα δεδομένα. Αλλωστε, όπως φαίνεται, η Αγκυρα επιθυμεί να συνεχίσει την ίδια τακτική και φέτος, καθώς στις αρχές του 2026 τουρκικό σκάφος παρενόχλησε ελληνικό πλοίο πόντισης οπτικών ινών στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Αστυπάλαιας και Νάξου.
Πέριξ των Ιμίων
Σύμφωνα με πληροφορίες της Realnews, τα σημεία όπου έχουν καταγραφεί οι περισσότερες παραβιάσεις από τουρκικά πλοία του λιμενικού και του πολεμικού ναυτικού είναι πέριξ των Ιμίων και της Καλόλιμνου, στο Αγαθονήσι, στο Φαρμακονήσι και στη Ζουράφα. Στις ίδιες περιοχές επιχειρεί και το ελληνικό Λιμενικό Σώμα, κυρίως εξαιτίας της παράνομης δραστηριότητας των τουρκικών αλιευτικών σκαφών, με τα περιστατικά που αφορούν τους Τούρκους αλιείς -ειδικά τους προηγούμενους μήνες- να έχουν αυξηθεί κατά πολύ. Οι Τούρκοι προσπαθούν να επιβάλουν στο Αιγαίο μια διαφορετική πραγματικότητα από αυτή που ισχύει βάσει των διεθνών συνθηκών. Ετσι, σε μια προσπάθεια αμφισβήτησης της εθνικής μας κυριαρχίας, σε αρκετές περιπτώσεις μέσα στο 2025, όταν τα ελληνικά πλοία πραγματοποιούσαν εργασίες, όπως η πόντιση καλωδίων ηλεκτρικής διασύνδεσης ή οπτικών ινών, τα τουρκικά προσέγγιζαν και εξέπεμπαν συνεχώς μηνύματα διά ασυρμάτου για κάθε δραστηριότητα που ελάμβανε χώρα. Σε αυτά τα μηνύματα επαναλαμβανόταν ο ανυπόστατος ισχυρισμός ότι πρέπει να λαμβάνονται σχετικές άδειες από την τουρκική υδρογραφική υπηρεσία για οποιαδήποτε δραστηριότητα ή εργασία στο Αιγαίο, καθώς, όπως υποστηρίζει η Αγκυρα, η συγκεκριμένη περιοχή αποτελεί τμήμα της τουρκικής υφαλοκρηπίδας.
Η τουρκική προκλητικότητα από θαλάσσης στο Αιγαίο άρχισε να εντείνεται μετά τον Φεβρουάριο του 2024, οπότε και άρχισε να ακυρώνεται διαδοχικά η προγραμματισμένη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Αγκυρα. Τότε, το τουρκικό πολεμικό ναυτικό προσπάθησε στην ουσία να δημιουργήσει σκηνικό κρίσης στη θαλάσσια περιοχή νότια της Κάσου, με αφορμή τις έρευνες που γίνονταν εκεί για την πόντιση του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης με την Κύπρο και το Ισραήλ. Η τακτική αυτή συνεχίστηκε κυρίως μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2025, με τα τουρκικά πλοία να φτάνουν ακόμα και στη θαλάσσια περιοχή βόρεια του Ηρακλείου Κρήτης.
Οι περισσότερες παραβιάσεις, όμως, γίνονται όχι από πλοία του πολεμικού ναυτικού της γειτονικής χώρας, αλλά από την τουρκική ακτοφυλακή στον θαλάσσιο χώρο μεταξύ Αγαθονησίου και Ιμίων.
Οπως αναφέρει το ΓΕΕΘΑ, βάσει της επίσημης θέσης του υπουργείου Εξωτερικών η Ελλάδα το 1936 (Α.Ν. 230/1936), καθόρισε αιγιαλίτιδα ζώνη εύρους 6 ν.μ. χωρίς να θίγονται ισχύουσες διατάξεις που αφορούν ειδικές περιπτώσεις και ορίζουν εύρος μεγαλύτερο ή μικρότερο των 6 ν.μ. Η επιφύλαξη αυτή παρέπεμπε στο Π.Δ. του 1931, που καθόριζε την αιγιαλίτιδα ζώνη εύρους 10 ν.μ. για τους σκοπούς της αεροπορίας και αστυνόμευσης αυτής. Η Ελλάδα, βάσει του άρθρου 3 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (Montego Bay, 1982), το οποίο αποτελεί παράλληλα και εθιμικό δίκαιο, δικαιούται να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της μέχρι τα 12 ν.μ.
Ωστόσο, όπως είναι γνωστό, η Τουρκία με ομόφωνο ψήφισμα της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης (8/6/1995) απειλεί με πόλεμο την Ελλάδα σε περίπτωση επέκτασης της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης πέραν των 6 ν.μ. (causus belli). Ας σημειωθεί ότι η Τουρκία έχει ήδη επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της στα 12 ν.μ. στον Εύξεινο Πόντο και στη Μεσόγειο.
Στον αέρα οι Κούρδοι της Συρίας
Η αλλαγή στάσης από τις ΗΠΑ, το χαμένο όνειρο της αυτονομίας και η εκμετάλλευση των εξελίξεων από την Τουρκία
Η εικόνα στο πεδίο της βόρειας και ανατολικής Συρίας αλλάζει ραγδαία. Οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) των Κούρδων της Συρίας χάνουν έδαφος, πολιτικό βάρος και διεθνή στήριξη, ενώ το εγχείρημα της Ροζάβα -το πιο φιλόδοξο αλλά και αμφιλεγόμενο σχέδιο κουρδικής αυτονομίας που εμφανίστηκε στη Μέση Ανατολή μετά το 2011- δείχνει να φτάνει στο τέλος του. Αυτό που κάποτε παρουσιαζόταν ως ένα εναλλακτικό μοντέλο διακυβέρνησης, με θεσμούς, ένοπλη ισχύ και διεθνή νομιμοποίηση αποδομείται πλέον γρήγορα και μεθοδικά.
Ο βασικός λόγος είναι η αλλαγή στάσης των ΗΠΑ και οι αφόρητες πιέσεις της Αγκυρας αλλά και της Δαμασκού του Αλ Σάρα. Για πάνω από μία δεκαετία, οι Κούρδοι της Συρίας αποτέλεσαν τον πιο αξιόπιστο εταίρο της Ουάσιγκτον στον πόλεμο κατά του ISIS. Αυτή η συνεργασία προσέφερε στις SDF στρατιωτική προστασία, πολιτική αναγνώριση και έναν κρίσιμο βαθμό αυτονομίας. Σήμερα, όμως, η αμερικανική προτεραιότητα μετατοπίζεται. Η Ουάσιγκτον δείχνει αποφασισμένη να κλείσει τον φάκελο «Συρία», να μειώσει το κόστος της εμπλοκής της και να μεταφέρει την ευθύνη ασφάλειας στο συριακό κράτος. Η προστατευτική ομπρέλα αποσύρεται και μαζί της αποσύρεται το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε το εγχείρημα της Ροζάβα.
Χωρίς αμερικανική στήριξη, το σχέδιο της κουρδικής αυτονομίας απογυμνώνεται από τα βασικά στηρίγματά του. Οι αραβικές φυλές, που προσέδιδαν στις SDF πολυεθνοτική νομιμοποίηση και κρίσιμη αριθμητική δύναμη, απομακρύνονται. Οι οικονομικοί πόροι -πετρέλαιο, φυσικό αέριο, συνοριακές διελεύσεις- περνούν στον έλεγχο της Δαμασκού. Οι φυλακές του ISIS, που επί χρόνια παρείχαν στις SDF διεθνή διαπραγματευτική αξία καθώς ήταν αυτές που τις ήλεγχαν και τις προστάτευαν, παύουν να αποτελούν αποκλειστικό χαρτί τους. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς στρατιωτική ήττα, αλλά πολιτική αποσυναρμολόγηση. Το σχέδιο της Ροζάβα δεν ηττάται σε μία μάχη, αλλά ακυρώνεται ως βιώσιμο πολιτικό μοντέλο.
«Στρατηγική νίκη»
Για την Τουρκία, αυτή η εξέλιξη παρουσιάζεται ως «στρατηγική νίκη» και έτσι ακριβώς την προβάλλει επίμονα ο φιλοκαθεστωτικός Τύπος τις τελευταίες ημέρες. Η Αγκυρα βλέπει εδώ και χρόνια τις SDF ως προέκταση του PKK, ενώ θεωρούσε το κουρδικό εγχείρημα στη Συρία υπαρξιακή απειλή. Η κατάρρευση της Ροζάβα επιβεβαιώνει, στο κυρίαρχο τουρκικό αφήγημα, ότι η πολιτική υπομονής και πίεσης απέδωσε. Η αποχώρηση των ΗΠΑ ερμηνεύεται ως διεθνής δικαίωση: η Τουρκία «είχε δίκαιο» όταν υποστήριζε ότι το κουρδικό αυτό μόρφωμα ήταν τεχνητό, εξαρτημένο και προσωρινό. Η «νίκη» αυτή αποδίδεται από το καθεστωτικό αφήγημα στη «διορατικότητα» και στη «στρατηγική υπομονή» του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Αυτή η αίσθηση νίκης δεν αφορά μόνο τη Συρία, αλλά και το εσωτερικό της Τουρκίας καθώς η Αγκυρα θεωρεί ότι με την κατάρρευση της κουρδικής αυτονομίας στη Συρία αποδυναμώνεται συνολικά ο κουρδικός πολιτικός ορίζοντας. Το μήνυμα είναι σαφές: τα ένοπλα ή ημι-αυτόνομα κουρδικά εγχειρήματα δεν έχουν μέλλον, ούτε διεθνή προστασία, οπότε η μοναδική επιλογή είναι το ενιαίο κράτος, είτε αυτό είναι στην Τουρκία είτε στη Συρία.
Πράγματι, η αποδυνάμωση των SDF αλλάζει ριζικά τους συσχετισμούς, καθώς για χρόνια η ύπαρξη μιας de facto κουρδικής οντότητας στη Συρία, και μάλιστα βασισμένης στην ιδεολογία του ΡΚΚ, λειτουργούσε ως στρατηγικό και ψυχολογικό στήριγμα για τον κουρδικό χώρο στην Τουρκία. Παρείχε ένα σημείο αναφοράς, ένα υπόδειγμα αυτοδιοίκησης, αλλά και έναν έμμεσο μοχλό πίεσης προς την Αγκυρα. Με την εξαφάνιση αυτού του υποδείγματος, ο κουρδικός πολιτικός χώρος μένει πιο εκτεθειμένος και πιο απομονωμένος. Το καθεστώς Ερντογάν επιχειρεί πλέον να μεταφράσει αυτή τη νέα πραγματικότητα σε εσωτερικό δόγμα, με βασικό μήνυμα ότι «το εξωτερικό μέτωπο έκλεισε» και τώρα απομένει η πλήρης πειθαρχία στο εσωτερικό». Η όποια κουρδική πολιτική έκφραση καλείται να κινηθεί αποκλειστικά εντός των ορίων που θέτει το κράτος, χωρίς αυτόνομη ατζέντα, χωρίς διεθνή αναφορά, χωρίς δυνατότητα στρατηγικού ελιγμού.
Εν τω μεταξύ, το επεισόδιο με την υποστολή τουρκικής σημαίας στο Νουσαϊμπίν, στα σύνορα ανάμεσα στην Τουρκία και την πλευρά της Συρίας που ελέγχουν οι SDF, και η σκληρή εθνικιστική ρητορική που πυροδότησε δείχνουν ότι η ασφάλεια και η εθνική τουρκική κυριαρχία επανέρχονται σθεναρά στο επίκεντρο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις προσπάθειες επίλυσης του Κουρδικού στην Τουρκία.
Την ίδια στιγμή, όμως, αυτή η γεωπολιτική «νίκη» συγκαλύπτει άλλες, βαθύτερες αδυναμίες. Η τουρκική οικονομία παραμένει υπό έντονη πίεση, κάτι που ο αντιπολιτευόμενος Τύπος προτάσσει καθημερινά και μάλιστα με πολλές λεπτομέρειες και οικονομικά στοιχεία. Ο πληθωρισμός, το κόστος ζωής, τα χρέη των νοικοκυριών και η ανασφάλεια των συνταξιούχων διαβρώνουν την κοινωνική συνοχή. Τα φιλοκαθεστωτικά αφηγήματα περί στρατηγικής επιτυχίας στο εξωτερικό λειτουργούν και ως μηχανισμός αντιπερισπασμού. Η εθνική υπερηφάνεια επιστρατεύεται για να καλύψει τη φθορά στο εσωτερικό.
Η Ευρώπη, η άμυνα και το όραμα της πολιτικής ενοποίησης
Οι πρόσφατες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ στο Νταβός και η επαναφορά απειλών που αφορούν τη Γροιλανδία ή τη συνοχή της διατλαντικής σχέσης δεν αποτελούν απλώς ακόμη ένα επεισόδιο έντασης στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης. Λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι το ζήτημα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας -και ειδικότερα της κοινής άμυναςπαραμένει ανοιχτό, ημιτελές και σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ.
Η συζήτηση αυτή δεν είναι καινούργια. Στα πρώτα κιόλας βήματα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, παράλληλα με τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ανθρακα και Χάλυβα, είχε προταθεί η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας EDC. Το φιλόδοξο αυτό σχέδιο της δεκαετίας του 1950 στόχευε στη συγκρότηση ενός υπερεθνικού ευρωπαϊκού στρατού. Η απόρριψή του από τη Γαλλική Εθνοσυνέλευση σφράγισε τότε μια κρίσιμη καμπή. Η Ευρώπη προχώρησε στην οικονομική της ενοποίηση, αλλά άφησε πίσω της την πολιτική και την αμυντική διάσταση.
Δεκαετίες αργότερα, η συγκρότηση του Eurocorps υπήρξε ένα σημαντικό αλλά κυρίως συμβολικό βήμα προς τη διαμόρφωση μιας κοινής ευρωπαϊκής στρατιωτικής κουλτούρας. Ωστόσο, δεν εξελίχθηκε ποτέ στον πυρήνα μιας πραγματικά ενιαίας ευρωπαϊκής άμυνας. Το ΝΑΤΟ και η αμερικανική εγγύηση ασφαλείας παρέμειναν οι βασικοί πυλώνες της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Εδώ βρίσκεται και το θεμελιώδες πρόβλημα. Χωρίς πολιτική ένωση δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική στρατηγική και αμυντική ένωση. Η απόπειρα υιοθέτησης ευρωπαϊκού Συντάγματος στις αρχές της δεκαετίας του 2000 κατέρρευσε μετά τα αρνητικά δημοψηφίσματα στη Γαλλία και στην Ολλανδία. Εκτοτε, η πολιτική ενοποίηση επιβραδύνθηκε δραματικά, αφήνοντας την Ενωση με ισχυρά οικονομικά εργαλεία, αλλά με αδύναμους μηχανισμούς κοινής εξωτερικής πολιτικής και άμυνας.
Σήμερα, το διεθνές περιβάλλον είναι ακόμη πιο σύνθετο και απαιτητικό. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, ο εντεινόμενος ανταγωνισμός ΗΠΑ – Κίνας και η αβεβαιότητα για τη μελλοντική στάση της Ουάσιγκτον αναγκάζουν τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να επαναφέρουν τη συζήτηση περί στρατηγικής αυτονομίας. Ομως η ρητορική αυτή δεν συνοδεύεται πάντα από την αναγκαία πολιτική τόλμη. Πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες φαίνεται να διστάζουν μπροστά στην προοπτική μιας βαθύτερης πολιτικής ενοποίησης, προτιμώντας αποσπασματικές πρωτοβουλίες αντί για μια μεγάλη θεσμική υπέρβαση.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Ευρώπη διαθέτει τους οικονομικούς και τους τεχνολογικούς πόρους για να οικοδομήσει μια αξιόπιστη αμυντική ικανότητα. Τους διαθέτει. Ούτε αν μπορεί να συντονίσει τις βιομηχανίες της και να ενισχύσει την κοινή προμήθεια εξοπλισμών. Μπορεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν διαθέτει τη στρατηγική αυτοπεποίθηση και το πολιτικό θάρρος να ολοκληρώσει το αρχικό όραμα των ιδρυτών της.
Ισως οι σημερινοί ηγέτες να δυσκολεύονται να το πιστέψουν. Ισως οι επόμενες γενιές να είναι εκείνες που θα κληθούν να αποτρέψουν την πράξη τέλους ενός εγχειρήματος που γεννήθηκε ως ειρηνευτικό θαύμα, σφυρηλατήθηκε μέσα από κρίσεις και χάρισε στις δικές μας γενιές τη μακρύτερη περίοδο σταθερότητας στην ευρωπαϊκή ιστορία.
Το διακύβευμα δεν είναι απλώς η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού στρατού. Είναι το αν η Ευρωπαϊκή Ενωση θα παραμείνει μια ένωση κανόνων και αγορών ή αν θα εξελιχθεί επιτέλους σε μια ολοκληρωμένη πολιτική κοινότητα ικανή να υπερασπιστεί τον εαυτό της σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία.