Για την πρωτοβουλία που βάζει τέλος στην πώληση αλκοόλ και καπνικών προϊόντων σε ανήλικους έκανε ανάρτηση ο υπουργός Επικρατείας, Άκης Σκέρτσος.
«Ως πατέρας ενός έφηβου νιώθω συνεχώς την αγωνία κάθε γονιού για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν καθημερινά τα παιδιά μας απέναντι σε κάθε μορφή εξάρτησης. Νιώθω ταυτόχρονα την ευθύνη να δημιουργήσουμε ως κοινωνία και ως πολιτεία ένα πιο ασφαλές περιβάλλον για όλα τα παιδιά» αναφέρει αρχικά ο κ. Σκέρτσος και συνεχίζει:
«Έχουμε υποχρέωση ως πολιτεία να σταθούμε δίπλα σε κάθε οικογένεια, με τρόπο αποτελεσματικό και σύγχρονο που βελτιώνει διαρκώς τους ελεγκτικούς μηχανισμούς του κράτους και αξιοποιεί κάθε νέα δυνατότητα που μας δίνει η τεχνολογία για την προστασία των παιδιών».
Για το ιστορικό της υπόθεσης σημειώνει: «Γι’ αυτό και όταν το φθινόπωρο του 2024, ήρθαμε αντιμέτωποι με απανωτά περιστατικά οξείας μέθης ανηλίκων, εξαιτίας της παράνομης κατανάλωσης αλκοόλ σε καταστήματα εστίασης, αποφασίσαμε να δούμε πιο προσεκτικά ως κυβέρνηση πόσο επαρκές είναι το νομοθετικό πλαίσιο των απαγορεύσεων και των κυρώσεων που θέτει η πολιτεία στην πώληση αλκοόλ και καπνικών σε νέους κάτω των 18 ετών.
Τι ανακαλύψαμε στην πράξη για την απαγόρευση πώλησης αλκοόλ και καπνικών σε ανήλικους;
Ότι δυστυχώς η νομοθεσία που προβλέπει τις σχετικές απαγορεύσεις, είχε υποστεί από το 1994 έως το 2019 απανωτές αλλαγές που είχαν καταστήσει το νόμο πρακτικά κενό γράμμα.
Ο νόμος ανέθετε τους ελέγχους στις δημοτικές αστυνομίες, που σε αρκετούς δήμους δεν είναι επαρκώς στελεχωμένες, και στο σώμα επιθεωρητών υγείας, που επίσης δεν έχει περιφερειακή διάρθρωση ούτε ικανό αριθμό στελεχών.
Δεν υπήρχε ρητή υποχρέωση για το μέσο ταυτοποίησης της ηλικίας του πελάτη. Η αστυνομία παραδόξως είχε αφαιρεθεί από τα όργανα ελέγχου. Δεν υπήρχε κανένα κεντρικό μητρώο σημείων πώλησης προϊόντων αλκοόλ και καπνού, όπως θα έπρεπε ώστε να γίνονται στοχευμένοι έλεγχοι.
Όσο για τις κυρώσεις θα μπορούσε κάποιος να τις χαρακτηρίσει “χάδια”. Μάλιστα ο πλημμεληματικός χαρακτήρας της παράβασης από την πλευρά του πωλητή είχε καταργηθεί, αφήνοντας μόνο διοικητικά πρόστιμα χαμηλού ύψους που κατέληγαν σε αφαίρεση άδειας λειτουργίας της επιχείρησης μόνο στην 5η υποτροπή!
Όλα αυτά τα κενά στη νομοθεσία οδηγούσαν σε αποσπασματικούς ελέγχους συνήθως ή πάντα εκ των υστέρων, απουσία ενιαίας ψηφιακής καταγραφής χωρίς τις αναγκαίες διαλειτουργικότητες μεταξύ των συναρμόδιων αρχών και καθυστερήσεις στις κυρώσεις.
Κοινώς: Απαγόρευση στα χαρτιά, αλλά χωρίς αυστηρές κυρώσεις και χωρίς αποτελεσματικό ελεγκτικό μηχανισμό. ‘Αρα χαμηλό επίπεδο συμμόρφωσης».
