Για την κατάσταση της ελληνικής και παγκόσμιας οικονομίας, καθώς και τις επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή μίλησε στην εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου στον Realfm 97,8, ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου της Αθήνας, Νίκος Βέττας.
Ο κ. Βέττας αναφερόμενος στη χώρα μας και τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, είπε ότι ο υψηλός πληθωρισμός είναι ένα ιδίωμα της ελληνικής οικονομίας που μας ταλαιπωρούσε και παλαιότερα.
Όσον αφορά τη μεγάλη εικόνα για την οικονομία, υποστήριξε ότι είπε ότι υπάρχουν κάποια δύσκολα στοιχεία, κάποια άλλα ανησυχητικά, αλλά και ορισμένα ελπιδοφόρα.
«Τα δύσκολα είναι ότι ακόμη και αύριο το πρωί να υπήρχε μία μαγική λύση και να σταματούσαν οι εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή, αυτό θα έχει προκαλέσει μία επιβράδυνση των οικονομιών όσον αφορά τον ρυθμό αύξησης των εισοδημάτων, κυρίως μέσα από δύο κανάλια.
Αύξηση τιμών ενέργειας, η οποία διαχέεται σε ευρύτερο κόστος στην οικονομία και τον πληθωρισμό, αλλά και αβεβαιότητα, η οποία αντιστρατεύεται τις επενδύσεις. Αυτά και τα δύο επηρεάζουν την Ευρώπη και εμάς, ίσως ακόμη περισσότερο. Αυτό είναι το δύσκολο. Όλα αυτά, εάν τα πράγματα τελειώσουν αύριο το πρωί και προς το τέλος Μαΐου μπορούμε να πούμε ότι έχουμε μία ορατότητα τουλάχιστον αρκετών μηνών μπροστά μας, χωρίς πόλεμο» τόνισε ο κ. Βέττας.
«Αν αυτό τραβήξει περισσότερο, και όταν λέω περισσότερο δεν μιλώ για πολλούς μήνες, αλλά αν κρατήσει 1-2 μήνες ακόμη αυτή η αβεβαιότητα, το σύστημα, που έως τώρα έχει δείξει αντοχές – και εννοώ το σύστημα των ενεργειακών αγορών, αλλά και το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα – θα φτάσει πολύ κοντά στα όρια του.
Θα αρχίσουμε να έχουμε απώλειες λόγω της αβεβαιότητας, θα αρχίσουμε να τιμολογούμε το ρίσκο πάρα πολύ ψηλά, με πολλαπλάσια αρνητικές επιδράσεις στην τσέπη του καθενός από αυτές που έχουμε σήμερα. Δηλαδή, εάν έχουμε φτάσει προς τέλος Ιουνίου, κι ο πόλεμος είναι ακόμα εδώ, αυτό θα ισχύσει για την Ευρώπη. Μόνο και μόνο το ότι θα έχουμε ένα κόστος χρήματος που θα είναι 1-1,5% πιο ακριβό, αυτό επηρεάζει τους πάντες», συνέχισε ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ.
Tι είπε για τον τουρισμό
«Σε μια τέτοια περίπτωση φυσικά θα υπάρχει και κάποια επίδραση στη χώρα μας, άμεσα, μέσω του τουρισμού. Ακόμη και αν δεν είμαστε κοντά γεωγραφικά εκεί και κάποιος κόσμος μας συγχέει σε περιοχές εχθροπραξιών, οι Ευρωπαίοι θα είναι επιφυλακτικοί, διότι θα πρέπει να προσέχουν τα οικονομικά του νοικοκυριού τους, ενώ το κόστος καυσίμων και μετακινήσεων, ιδίως αεροπορικών, θα είναι μεγαλύτερο» πρόσθεσε ο κ. Βέττας, εκτιμώντας δηλαδή πως η οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών θα λειτουργήσει από μόνη της ως αντικίνητρο για τον τουρισμό.
«Όπως και όλοι μας στην Ελλάδα ανησυχούμε για τη τσέπη μας, το ίδιο κάνουν και οι Αυστριακοί, οι Δανοί και οι Πορτογάλοι που θα έρχονταν στην Ελλάδα. Σε αυτή τη δύσκολη περίπτωση, εγώ έχω εκφράσει και μια ανησυχία για το τι θα γίνει στις χρηματοοικονομικές αγορές. Γιατί εάν πάμε σε μια τέτοια κατάσταση, θα αρχίσει να χτίζεται ένα αφήγημα πόσο είναι ευσταθής είναι, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, η Αμερικανική οικονομία, η οποία συσσωρεύει ένα χρέος, έχει ελλείμματα, θα πρέπει να ξοδεύει περισσότερο, ενώ κάποιοι θα πουν ότι “εδώ ξεκινούν ένα πόλεμο, δεν μπορούν να τον τελειώσουν”…», συμπλήρωσε ο κ. Βέττας.
Γιατί η Ευρώπη επηρεάζεται περισσότερο
Σύμφωνα με τον Βέττα η Ευρώπη πλήττεται περισσότερο από τις ΗΠΑ από τον πόλεμο στην Μέση Ανατολή. «Αν κάνουμε και ταμείο, η Ευρώπη είναι αυτή που έχει πληγεί περισσότερο και από την Ουκρανία και εξακολουθεί και πλήττεται από την Ουκρανία. Είναι μια περιοχή η οποία ενεργειακά εξαρτάται από έξω και βέβαια είναι και γεωγραφικά πιο κοντά σε όλο αυτό».
Όπως σημείωσε, η κατάσταση στην οικονομία, τώρα είναι δύσκολη, αλλά διαχειρήσιμη. Μπορεί να γίνει ανησυχητική, αλλά υπάρχουν και ελπίδες, τόνισε, εξηγώντας τι εννοεί: «Πρώτα απ’ όλα. έως σήμερα που μιλάμε, οι αγορές και όλοι έχουν δείξει μια ψυχραιμία που εκπλήσσει. Τουλάχιστον όσον αφορά στις μετοχές, τουλάχιστον όσον αφορά στις κινήσεις κάποιων μεγάλων επιχειρήσεων σε επενδύσεις, δεν βλέπουμε να υπάρχει διαταραχή.
Η παγκόσμια οικονομία έχει αποδείξει ότι έχει ένα τεράστιο στομάχι και καταπίνει πολλά. Μετά την κρίση χρέους, είχαμε Brexit, είχαμε την πανδημία, είχαμε πόλεμο στην Ουκρανία που δεν έχει τελειώσει, πληθωρισμό που πήγε από το μισό στο 10% μέσα σε ένα χρόνο και όλα αυτά με κάποιο τρόπο αμβλύνθηκαν γιατί τα κάλυπτε η νομισματική πολιτική με ένα πέπλο χρήματος, αλλά επίσης υπήρχε και υπάρχει ακόμη και η προσδοκία ότι δημιουργούμε εισοδήματα μέσω νέων τεχνολογιών».
Σε ό, τι αφορά την Ελλάδα, εκτίμησε ότι είμαστε εκτεθειμένοι σε όλα αυτά, αλλά «ανάλογα και με το πώς θα τελειώσει η ζαριά που αυτή τη στιγμή έχει πέσει στη Μέση Ανατολή, ενδεχομένως οι σχέσεις ισχύος που θα δημιουργηθούν ανάμεσα στο Ισραήλ, στην Τουρκία, στις Αραβικές χώρες, στο Ιράν, να δημιουργούν ευκαιρίες για μία οικονομία η οποία είναι ακριβώς στην τομή, από τη μία πλευρά της Ευρώπης και από την άλλη όλης αυτής της ενδιαφέρουσας περιοχής».
Οι έμμεσοι φόροι
Τέλος, ερωτηθείς για τη συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη στη χώρα μας για αν είναι σωστή ή όχι η στήριξη των ασθενέστερων οικονομικά πολιτών, μέσω επιδομάτων ή αν αυτό θα έπρεπε να γίνει με τη μείωση των έμμεσων φόρων και στο ράφι του σούπερ μάρκετ και στην αντλία του βενζινάδικου, απάντησε:
«Σχεδόν ταυτολογικά οι πιο αδύναμοι θα πρέπει να στηρίζονται πάντα στοχευμένα γιατί θα πρέπει να στηρίζονται περισσότερο. Πολλές φορές είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις ποιος είναι ο πιο αδύναμος, γιατί αυτός που μπορεί να καταγράφεται χωρίς εισοδήματα, μπορεί να μην αξίζει στήριξη επειδή απλώς τα κρύβει. Αλλά η στοχευμένη στήριξη αξίζει.
Το εάν θα πρέπει να μειωθούν οι έμμεσοι φόροι είναι μια συζήτηση στην οποία μπορεί κανείς να πάρει και τις δύο πλευρές. Αυτή τη στιγμή, εγώ θα έλεγα ότι θα ήμουν επιφυλακτικός στο να προχωρήσουμε τώρα σε μία μείωση. Κυρίως γιατί δεν ξέρουμε ποιο είναι το σενάριο το οποίο μπορεί να μας έρθει».
«Πρέπει να υπάρξουν άμυνες οι οποίες αν χρειαστεί να εκφραστούν, να εκφραστούν με στήριξη της εργασίας περισσότερο, παρά της κατανάλωσης. Μία μείωση των έμμεσων φόρων φυσικά θα ευνοούσε μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού, αλλά μέρος της θα χανόταν και σε άλλα κομμάτια του πληθυσμού, ενώ η στήριξη της εργασίας με πολλούς τρόπους, ειδικά νέων ή γυναικών ή ανθρώπων που θέλουν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, είναι κάτι που έχει και άμεσο αλλά και επόμενο αποτέλεσμα» κατέληξε ο κ. Βέττας.
