Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, που διεξάγονται σήμερα, Τρίτη 3 Νοεμβρίου, αποτελούν κρίσιμη δοκιμασία για τον Ντόναλντ Τραμπ και τις πολιτικές ισορροπίες που θα καθορίσουν τα επόμενα δύο χρόνια της Προεδρίας του. Η πιθανή απώλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων ή ακόμη και της Γερουσίας από τους Ρεπουμπλικανούς αναμένεται να επηρεάσει τις σχέσεις του Λευκού Οίκου με το Κογκρέσο, αλλά και να δημιουργήσει νέα δεδομένα για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Μιλώντας στο enikos.gr, ο Σπύρος Λίτσας, Καθηγητής Θεωρίας Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και κάτοχος της έδρας Jean Monnet EU ARGOS, και ο Νικόλαος Λάμπας, Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο Ελλάδος, εξετάζουν τα περιθώρια παρέμβασης του νομοθετικού σώματος, τις επιπτώσεις για την Ουκρανία και το Ιράν, καθώς και τις προοπτικές των διατλαντικών σχέσεων.
Του Νίκου Παγουλάτου
Είναι ένα άτυπο δημοψήφισμα για τον Τραμπ;
Το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών συνδέεται αναπόφευκτα με την αξιολόγηση της προεδρίας Τραμπ, χωρίς, ωστόσο, να εξαντλείται σε αυτήν. Ο Σπύρος Λίτσας επισημαίνει ότι η διαδικασία έχει ευρύτερη θεσμική σημασία, ενώ εκτιμά πως το πραγματικό διακύβευμα αφορά και στην πολιτική κατεύθυνση των δύο μεγάλων κομμάτων.
«Οι ενδιάμεσες εκλογές είναι μία βαθιά και ουσιαστική θεσμική διαδικασία, η οποία αναδεικνύει τις δημοκρατικές βάσεις πάνω στις οποίες έχει οικοδομηθεί το αμερικανικό πολιτικό οικοδόμημα. Το γεγονός ότι οι μεγάλοι πολιτικοί σχηματισμοί, αλλά και οι υποψήφιοι, μπαίνουν στη βάσανο της εκλογής στα μέσα μιας προεδρικής θητείας» αποτελεί μια σημαντική δημοκρατική διαδικασία, σημειώνει.
Γιατί, όπως λέει στο enikos.gr, «οι ενδιάμεσες εκλογές αναφέρονται και σε θέματα που έχουν να κάνουν με άλλα ομοσπονδιακά ζητήματα, όπως, για παράδειγμα, ο διορισμός δικαστών σε ομοσπονδιακό επίπεδο και σε άλλες σοβαρές οικονομικές θέσεις. Δείχνει τη βαθιά δημοκρατική πίστη στους θεσμούς που το αμερικανικό σύστημα διαθέτει».
Ως προς τον ίδιο τον Αμερικανό Πρόεδρο, ο καθηγητής εκτιμά ότι η αναμέτρηση δεν αποτελεί δημοψήφισμα για την παραμονή ή την αποχώρησή του από την πολιτική σκηνή. «Τώρα, ως προς τον Ντόναλντ Τραμπ, νομίζω ότι δεν είναι δημοψήφισμα. Και δεν είναι δημοψήφισμα εξαιτίας του ότι αυτή είναι η τελευταία προεδρική θητεία του. Ο ίδιος γνωρίζει ότι πλέον έχει εισέλθει σε έναν κύκλο ολοκλήρωσης της ανέλπιστης πολιτικής του καριέρας».
Κατά τον ίδιο, η αναμέτρηση θα αναδείξει κυρίως την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα: «Αν θα συνεχίσει να κινείται στις διαδρομές του MAGA ή αν θα επανέλθει στις συντηρητικές του βάσεις και κατευθύνσεις».
Παράλληλα, οι κάλπες θα αποτελέσουν δοκιμασία και για τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι, όπως σημειώνει, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εσωτερικές διαφωνίες. «Θα αναδείξει μάλλον και την κατεύθυνση την οποία οφείλει να λάβει το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο κατεβαίνει βαθιά διαιρεμένο σε αυτές τις εκλογές. Και είναι μία διαίρεση την οποία δεν έχει καταφέρει να καλύψει από τις προεδρικές εκλογές. Η διαίρεση αυτή αφορά το αριστερό τμήμα των Δημοκρατικών, που έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τους κεντρώους και τους κεντροδεξιούς κόλπους του».
Από την πλευρά του, ο Νικόλαος Λάμπας αναγνωρίζει ότι οι ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν παραδοσιακά μια ευκαιρία έκφρασης δυσαρέσκειας απέναντι στον εκάστοτε πρόεδρο, επισημαίνοντας ότι η οικονομία και η στρατιωτική εμπλοκή στο Ιράν έχουν επιβαρύνει την εικόνα του Τραμπ.
«Οι ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν παραδοσιακά μια ευκαιρία για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους απέναντι στον εκάστοτε πρόεδρο», μας είπε χαρακτηριστικά. «Στην προκειμένη περίπτωση, η οικονομία και κυρίως το αυξημένο κόστος ζωής, σε συνδυασμό με τις συνέπειες της στρατιωτικής εμπλοκής στο Ιράν, φαίνεται ότι έχουν επηρεάσει αρνητικά τη δημοτικότητα του Τραμπ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην τελευταία δημοσκόπηση του Reuters/Ipsos η αποδοχή του βρίσκεται μόλις στο 32%».
Ο ίδιος, ωστόσο, προειδοποιεί να μην αντιμετωπιστεί το αποτέλεσμα αποκλειστικά ως αποτίμηση της προεδρίας: «Οι ενδιάμεσες εκλογές έχουν και σημαντική τοπική διάσταση, ενώ ιστορικά το κόμμα του προέδρου συνήθως καταγράφει απώλειες».
Τι σημαίνει για τον Τραμπ η απώλεια του Κογκρέσου
Το βασικό ερώτημα αφορά στο κατά πόσο οι Δημοκρατικοί θα καταφέρουν να ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων ή και της Γερουσίας. Μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε τα περιθώρια του Λευκού Οίκου στη νομοθετική διαδικασία και θα ενίσχυε τις δυνατότητες κοινοβουλευτικού ελέγχου της κυβέρνησης.
«Στην πρώτη περίπτωση, ο Τραμπ θα αντιμετωπίσει σημαντικές δυσκολίες στην προώθηση της νομοθετικής του ατζέντας, ενώ οι Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν τη δυνατότητα να διερευνήσουν αποφάσεις και ενέργειες της κυβέρνησής του. Εάν χάσει και τη Γερουσία, θα δυσκολευτεί επιπλέον στην τοποθέτηση κυβερνητικών αξιωματούχων και ομοσπονδιακών δικαστών», εκτιμά ο Νικόλαος Λάμπας.
Δεν θεωρεί, ωστόσο, ότι η αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών θα οδηγήσει αναγκαστικά σε αλλαγή της πολιτικής του προέδρου. «Είναι εξίσου πιθανό να ενταθεί η αντιπαράθεση μεταξύ Λευκού Οίκου και Κογκρέσου, με τον πρόεδρο να επιδιώκει την παράκαμψη της νομοθετικής εξουσίας μέσω εκτελεστικών αποφάσεων».
Στο ίδιο ζήτημα, ο Σπύρος Λίτσας εκτιμά ότι οι Δημοκρατικοί έχουν σημαντικές πιθανότητες να ανακτήσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων, χωρίς όμως να εξασφαλίσουν μια πλειοψηφία που θα ανατρέψει συνολικά τις υφιστάμενες ισορροπίες.
«Ως προς τη Βουλή των Αντιπροσώπων, εκτιμώ ότι θα την πάρουν οι Δημοκρατικοί. Θα δημιουργηθούν ζητήματα, και προβλήματα, αλλά ο νομοθέτης, για να μπορέσει να κυβερνηθεί ένα τόσο μεγάλο κράτος, έχει δώσει τη δυνατότητα στον εκάστοτε πρόεδρο να κυβερνά και με προεδρικά διατάγματα. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δείξει ότι δεν έχει το παραμικρό πρόβλημα να λαμβάνει αποφάσεις μέσω αυτής της διαδικασίας».
Για τον ίδιο, επομένως, η απώλεια της Βουλής δεν ισοδυναμεί με θεσμική κατάρρευση ή αδυναμία άσκησης της προεδρικής εξουσίας. «Οπότε δεν βλέπω μία θεσμική κατάρρευση και, αν θέλετε την άποψή μου, ευτυχώς. Γιατί φανταστείτε σε μία χρονική στιγμή όπου η Ευρώπη αντιμετωπίζει αυτά τα σημαντικά εσωτερικά ζητήματα να είχαμε και μία θεσμική κατάρρευση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τότε θα συζητούσαμε για ένα crash του δυτικού κόσμου».
Ο Νικόλαος Λάμπας επισημαίνει, από την πλευρά του, ότι το Κογκρέσο διαθέτει συνταγματικά εργαλεία για να επηρεάσει την εξωτερική πολιτική, αλλά η πρακτική ισχύς της προεδρίας είναι σημαντικά μεγαλύτερη από ό,τι θα μπορούσε να υποδηλώνει μια απλή ανάγνωση των θεσμικών αρμοδιοτήτων.
«Παρότι το αμερικανικό Σύνταγμα αποδίδει σημαντικές αρμοδιότητες στο Κογκρέσο, ιδιαίτερα σε θέματα χρηματοδότησης και κήρυξης πολέμου, στην πράξη η προεδρία απολαμβάνει πολύ μεγαλύτερη αυτονομία στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής», διευκρινίζει στο enikos.gr.
Όπως εξηγεί, πρόκειται για μια μακροχρόνια εξέλιξη και όχι για μια ιδιαιτερότητα της σημερινής κυβέρνησης: «Αυτό είναι αποτέλεσμα μιας μακράς ιστορικής διαδικασίας ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία δεν αφορά αποκλειστικά τον Τραμπ. Η τάση αυτή παρατηρείται εδώ και δεκαετίες, ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα βρίσκεται στον Λευκό Οίκο».
Οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να περιορίσουν τη χρηματοδότηση στρατιωτικών επιχειρήσεων, να καλέσουν κυβερνητικούς αξιωματούχους σε ακροάσεις και να απαιτήσουν ενημέρωση για σημαντικές αποφάσεις. Ωστόσο, ο Λάμπας υπογραμμίζει δύο βασικούς περιορισμούς: το προεδρικό βέτο, το οποίο μπορεί να υπερκεραστεί μόνο με πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα, και το γεγονός ότι αρκετές αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας.
«Επομένως, το Κογκρέσο μπορεί να δυσκολέψει σημαντικά την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, αλλά δεν μπορεί εύκολα να υποκαταστήσει τον πρόεδρο στη διαμόρφωσή της».
Το Ιράν και τα όρια των πολεμικών εξουσιών
Η στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στο Ιράν αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πεδία στα οποία θα μπορούσε να εκδηλωθεί η αντιπαράθεση μεταξύ Κογκρέσου και Λευκού Οίκου. Ο κ. Λάμπας επισημαίνει ότι η διαφωνία έχει ήδη αποτυπωθεί σε συγκεκριμένες ψηφοφορίες.
«Στις 15 Σεπτεμβρίου, η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε με 220 ψήφους έναντι 204 ψήφισμα που ζητούσε την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από τις εχθροπραξίες με το Ιράν. Μάλιστα, υπέρ ψήφισαν και επτά Ρεπουμπλικανοί. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 24 Σεπτεμβρίου, η Γερουσία απέρριψε αντίστοιχη πρωτοβουλία με διαφορά μόλις μίας ψήφου, 50 έναντι 49».
Για τον ίδιο, οι ψηφοφορίες έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς «δείχνουν ότι η αντίθεση στη συνέχιση της στρατιωτικής εμπλοκής δεν περιορίζεται αποκλειστικά στους Δημοκρατικούς».
Σε περίπτωση που οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων, θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να αξιοποιήσουν το War Powers Resolution του 1973, αλλά και να περιορίσουν τη χρηματοδότηση νέων στρατιωτικών επιχειρήσεων.
«Η εκτίμησή μου είναι ότι μια δημοκρατική πλειοψηφία θα μπορούσε να δυσκολέψει μια περαιτέρω κλιμάκωση του πολέμου, κυρίως μέσω της χρηματοδότησης. Δεν θα μπορούσε, όμως, να επιβάλει εύκολα την άμεση αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων. Πολύ περισσότερο εάν ο Τραμπ επέλεγε να παρουσιάσει τη συνέχιση των επιχειρήσεων ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας», σημειώνει.
Στήριξη στην Ουκρανία
Η πιθανότητα αλλαγής των κοινοβουλευτικών συσχετισμών θα μπορούσε να επηρεάσει και την αμερικανική υποστήριξη προς την Ουκρανία. Ωστόσο, ακόμη και με μια νέα πλειοψηφία στο Κογκρέσο, η δυνατότητα των Δημοκρατικών να καθορίσουν την πολιτική της Ουάσιγκτον θα παρέμενε περιορισμένη.
«Το Κογκρέσο έχει τη δυνατότητα να εγκρίνει νέα χρηματοδοτικά πακέτα για την Ουκρανία και να ενισχύσει προγράμματα στρατιωτικής βοήθειας. Δεν πρέπει, ωστόσο, να συγχέουμε την έγκριση μιας χρηματοδότησης με την πραγματική αποστολή στρατιωτικού εξοπλισμού. Η δεύτερη εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας», αναφέρει στο enikos.gr ο καθηγητής Λάμπας.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει και στη μεταβολή του τρόπου χρηματοδότησης της στρατιωτικής βοήθειας. «Μέσω του προγράμματος PURL, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι χρηματοδοτούν την αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων που στη συνέχεια αποστέλλονται στην Ουκρανία. Ουσιαστικά, η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να παρέχει κρίσιμο στρατιωτικό εξοπλισμό, αλλά μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού βάρους μεταφέρεται στην Ευρώπη».
Μια δημοκρατική πλειοψηφία θα μπορούσε, κατά τον ίδιο, να ενισχύσει την πολιτική και χρηματοδοτική υποστήριξη προς το Κίεβο, αλλά δεν θα μπορούσε να εγγυηθεί την επιστροφή στην πολιτική της κυβέρνησης Μπάιντεν.
«Δεν θα μπορούσε, όμως, να εγγυηθεί ότι η αμερικανική πολιτική θα επιστρέψει σε εκείνη της κυβέρνησης Μπάιντεν. Άλλωστε, ο τρόπος με τον οποίο η σημερινή κυβέρνηση αντιμετωπίζει την Ουκρανία συνδέεται με μια ευρύτερη προσπάθεια μεταφοράς μεγαλύτερου μέρους του κόστους της ευρωπαϊκής ασφάλειας στους Ευρωπαίους συμμάχους», μας είπε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Λίτσας, από την πλευρά του, δεν αναμένει ότι μια αρνητική επίδοση των Ρεπουμπλικανών θα μεταβάλει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ ασκεί την εξωτερική πολιτική. Εκτιμά, ωστόσο, ότι θα μπορούσε να ενισχύσει τις φωνές που εκφράζουν επιφυλάξεις στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης.
«Δεν βλέπω ότι η εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ θα αλλάξει, τουλάχιστον ως προς τον τρόπο με τον οποίο κινείται στην εξωτερική σφαίρα. Ενδεχομένως, όμως, ανάλογα και με το εύρος του αποτελέσματος εάν αυτό είναι αρνητικό για την κυβέρνηση Τραμπ, ίσως να δώσει τη δυνατότητα στις φωνές αυτές, κυρίως εντός του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που κροούν τον κώδωνα του κινδύνου σε αρκετές από τις αποφάσεις του προέδρου, να δυναμώσουν τη φωνή τους».
Ο καθηγητής θεωρεί επίσης πιθανό να ενταθεί η δημόσια κριτική του Βολοντίμιρ Ζελένσκι προς τον Αμερικανό Πρόεδρο, με αφορμή την προσπάθεια προσέγγισης της Ουάσιγκτον με τη Μόσχα.
«Βλέπω την Ουκρανία και τον Ζελένσκι να ανεβάζουν τους τόνους απέναντι στις αποφάσεις του Ντόναλντ Τραμπ να προσπαθήσει να συνεννοηθεί με τη Ρωσία. Νομίζω λοιπόν ότι, αν το αποτέλεσμα είναι εξόχως αρνητικό για τον Ντόναλντ Τραμπ –παρεμπιπτόντως, δεν νομίζω ότι θα είναι εξόχως αρνητικό, θα είναι αρνητικό, αυτό είναι μία πρόβλεψη που συνήθως δεν κάνω–, βλέπω τον Ζελένσκι να αυξάνει έτι περαιτέρω τους τόνους, που ούτως ή άλλως τους έχει ήδη αυξήσει και σε δημόσια διεθνή μέσα και σε διάφορα podcast, όπου πλέον δείχνει ευθέως τον Αμερικανό Πρόεδρο ως ένα πρόβλημα και όχι ως έναν σύμμαχο για την εξέλιξη του πολέμου με τη Ρωσία υπέρ της Ουκρανίας».
Θα αξιοποιήσουν οι Ευρωπαίοι μια ήττα του Τραμπ;
Εάν το αποτέλεσμα των εκλογών είναι ιδιαίτερα αρνητικό για τον Τραμπ και τους Ρεπουμπλικανούς, θα μπορούσαν οι δυσαρεστημένοι σύμμαχοι των ΗΠΑ να το εκλάβουν ως αμφισβήτηση των επιλογών και της αξιοπιστίας της Ουάσιγκτον στα διεθνή ζητήματα; Ο Σπύρος Λίτσας εκτιμά ότι τα περιθώρια μιας τέτοιας αντίδρασης είναι περιορισμένα.
«Καταλαβαίνω το ερώτημά σας. Νομίζω, όμως, ότι ο μόνος που θα μπορούσε ενδεχομένως να το κάνει αυτό είναι ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος έχει ήδη εκφράσει τη δυσαρέσκειά του προς τον Ντόναλντ Τραμπ. Ωστόσο, και ο ίδιος αντιμετωπίζει τα δικά του σημαντικά προβλήματα στο εσωτερικό της Γαλλίας. Ολοκληρώνει κι αυτός την προεδρική του θητεία, ενώ καλπάζει προς τα Ηλύσια Πεδία η Μαρίν Λεπέν, οπότε νομίζω πως έχει πολλά θέματα να αντιμετωπίσει».
Ως προς τη στάση των Ευρωπαίων ηγετών συνολικά, ο καθηγητής δεν αναμένει ότι θα εντείνουν περαιτέρω την κριτική τους προς τον Αμερικανό Πρόεδρο.
«Δεν βλέπω, για παράδειγμα, τους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αυξάνουν την κριτική τους προς τον Ντόναλντ Τραμπ. Η κριτική αυτή, κατά την άποψή μου, κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, γιατί ο Αμερικανός Πρόεδρος, στην πραγματικότητα, υποδαυλίζει το όραμα του Διατλαντισμού. Αλλά δεν βλέπω κάτι τέτοιο, κι αυτό είναι μια ορθολογική στάση από πλευράς των Ευρωπαίων ηγετών».
Η Ευρώπη, το ΝΑΤΟ και η αλλαγή στις διατλαντικές σχέσεις
Το ερώτημα που προκύπτει, είναι εάν αλλαγή των συσχετισμών στο Κογκρέσο θα μπορούσε να επηρεάσει το κλίμα στις σχέσεις ΗΠΑ–Ευρώπης. Ο Νικόλαος Λάμπας εκτιμά ότι μια ενδεχόμενη επικράτηση των Δημοκρατικών δεν θα αρκούσε για να αντιστρέψει τη βαθύτερη μεταβολή που έχει συντελεστεί στις διατλαντικές σχέσεις.
«Θεωρώ ότι εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη διάσταση των ενδιάμεσων εκλογών για την Ευρώπη. Μια ενδεχόμενη επικράτηση των Δημοκρατικών θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο σε ορισμένες επιλογές του Τραμπ. Δεν είμαι, ωστόσο, βέβαιος ότι θα μπορούσε να αντιστρέψει τη βαθύτερη αλλαγή που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στις διατλαντικές σχέσεις».
Όπως εξηγεί, η προσέγγιση του Αμερικανού Προέδρου δεν περιορίζεται στην απαίτηση για αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών.
«Το πρόβλημα είναι ότι ο Τραμπ δεν αντιμετωπίζει την Ευρώπη απλώς ως έναν σύμμαχο που δεν δαπανά αρκετά για την άμυνά του. Ήδη από την πρώτη του θητεία, έχει διαμορφώσει μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί σε αρκετές περιπτώσεις ανταγωνιστικά προς τα αμερικανικά συμφέροντα».
Ο Λάμπας εντοπίζει αυτή την αντίληψη τόσο στις εμπορικές σχέσεις όσο και στη συζήτηση για το ΝΑΤΟ, ενώ επισημαίνει ότι υπάρχει και μια βαθύτερη πολιτική διαφορά: «Η καχυποψία του Τραμπ απέναντι στους υπερεθνικούς θεσμούς και η έμφαση που δίνει στην εθνική κυριαρχία έρχονται σε αντίθεση με τις βασικές αρχές πάνω στις οποίες έχει οικοδομηθεί η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση».
Για τον λόγο αυτό, θεωρεί ότι «η κρίση στις διατλαντικές σχέσεις δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά μέσα από μια συμφωνία για τις αμυντικές δαπάνες».
«Ασφαλώς, μια δημοκρατική πλειοψηφία στο Κογκρέσο θα μπορούσε να ενισχύσει τη συνεργασία με την Ευρώπη και να διασφαλίσει τη συνέχιση ορισμένων αμυντικών προγραμμάτων», προσθέτει.
Αναφερόμενος στις θεσμικές δικλίδες για τη διατήρηση της αμερικανικής συμμετοχής στο ΝΑΤΟ, σημειώνει ότι «υπάρχει ήδη νομοθεσία, από το 2023, η οποία επιχειρεί να εμποδίσει τη μονομερή αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από το ΝΑΤΟ χωρίς τη συγκατάθεση του Κογκρέσου ή της Γερουσίας». Ωστόσο, όπως προσθέτει, «η αξιοπιστία μιας συμμαχίας δεν εξαρτάται μόνο από τη συμμετοχή των κρατών σε αυτήν, αλλά και από την πεποίθηση ότι οι σύμμαχοι θα ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις τους σε περίπτωση κρίσης».
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η απαίτηση για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συνεισφορά στην άμυνα δεν αποτελεί αποκλειστικά επιλογή του Τραμπ. «Υπάρχει ευρύτερη συναίνεση στις ΗΠΑ ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την ασφάλειά τους. Η συμφωνία στη Σύνοδο της Χάγης το 2025 για αύξηση των αμυντικών δαπανών και των συναφών δαπανών ασφάλειας στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035 είναι ενδεικτική».
Το συμπέρασμα του καθηγητή είναι ότι μια δημοκρατική πλειοψηφία θα μπορούσε να περιορίσει την αβεβαιότητα, όχι όμως να επαναφέρει τις σχέσεις στην προηγούμενη κατάστασή τους. «Για την Ευρώπη, το συμπέρασμα είναι ότι δεν μπορεί να στηρίζει τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της ασφάλειάς της αποκλειστικά στις πολιτικές εξελίξεις στην Ουάσιγκτον. Η ενίσχυση των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων είναι πλέον αναγκαία, ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα ελέγχει το Κογκρέσο».
Γιατί δεν αναμένεται θεσμική κατάρρευση
Το ενδεχόμενο μιας νίκης των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων θα μπορούσε να οδηγήσει σε εντονότερη πολιτική αντιπαράθεση, όχι όμως κατ’ ανάγκη σε θεσμικό αδιέξοδο. Ο Σπύρος Λίτσας εκτιμά ότι οι κοινοβουλευτικές ισορροπίες δεν θα ανατραπούν σε τέτοιο βαθμό ώστε να απειληθεί η λειτουργία του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.
«Τα πάντα κινούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες με βάση τους αριθμούς. Το σύστημα είναι σοφό, και δεν θεωρώ ότι οι Δημοκρατικοί θα καταφέρουν να πάρουν τα δύο τρίτα της Γερουσίας. Εάν το πετύχαιναν, τότε συζητάμε για μια συνολική ανατροπή της υφιστάμενης ισορροπίας».
Ο καθηγητής υπογραμμίζει στο enikos.gr ότι οι ενδιάμεσες εκλογές δεν αποτελούν διαδικασία ψήφου εμπιστοσύνης προς τον πρόεδρο, ούτε οδηγούν αυτομάτως σε αποχώρησή του από το αξίωμα.
«Δεν παραιτείται ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών επειδή χάνει τις ενδιάμεσες εκλογές. Παραιτείται μόνο για ένα μεγάλο σκάνδαλο και ένα impeachment (καθαίρεση), το οποίο που θα μπορούσαν να κάνουν οι Δημοκρατικοί αν πάρουν τα δύο τρίτα των εδρών, αλλά μια τέτοια διαδικασία απαιτεί σημαντικό χρονικό διάστημα», σημειώνει.
«Πολλές αναλύσεις συγχέουν το αμερικανικό πολιτικό σύστημα, το οποίο είναι διακριτό, με το ευρωπαϊκό και με διάφορα πολιτικά συστήματα ευρωπαϊκών κρατών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο – λειτουργούν μέσα από τη θεσμική διάρκεια εκείνου που κατέχει την προεδρία, εκτός εάν ο ίδιος αντιμετωπίσει, για παράδειγμα, ένα νέο σκάνδαλο τύπου Watergate».
Συνοψίζοντας την εκτίμησή του, ο Σπύρος Λίτσας σημειώνει: «Δεν βλέπω εγώ λοιπόν να πέφτει ο ουρανός στα κεφάλια μας». Και προειδοποιεί ότι το πραγματικά επικίνδυνο σενάριο θα ήταν μια πρωτοφανής κυβερνητική κρίση στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε συνδυασμό με τις κοινωνικοπολιτικές εντάσεις στην Ευρώπη.
«Αυτό το οποίο είπα πριν ως προς τη θεσμική κατάρρευση και των δύο πυλώνων του δυτικού κόσμου, το εννοώ ως προς ένα σενάριο στο οποίο θα οδηγούμασταν σε μία κυβερνητική κρίση άνευ προηγουμένου και στις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία θα ερχόταν να συναντήσει τις κοινωνικοπολιτικές εκρήξεις στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κρατών. Αυτό θα ήταν κάτι πάρα πολύ αρνητικό για τον δυτικό κόσμο γενικότερα».