ΗΠΑ και Ιράν σε επικίνδυνο αδιέξοδο στα Στενά του Ορμούζ – Γιατί η Τεχεράνη μπορεί να επιλέξει νέα κλιμάκωση

Η εύθραυστη ισορροπία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν στα Στενά του Ορμούζ εισέρχεται σε επικίνδυνη φάση, με την Ουάσινγκτον να επιδιώκει τη διαχείριση του αδιεξόδου χωρίς πόλεμο πλήρους κλίμακας, ενώ η Τεχεράνη έχει κίνητρα για κλιμάκωση λόγω αυξανόμενης οικονομικής και στρατιωτικής πίεσης. Παρά τις περιορισμένες επιθέσεις και από τις δύο πλευρές, το κόστος της σύγκρουσης σε χρήμα, οπλικά αποθέματα και πολιτική στήριξη γίνεται ολοένα και πιο αισθητό, αυξάνοντας τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.

ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Η εύθραυστη ισορροπία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στα Στενά του Ορμούζ εισέρχεται σε επικίνδυνη φάση, καθώς η Τεχεράνη έχει ισχυρά κίνητρα για κλιμάκωση εν μέσω αυξανόμενης οικονομικής και στρατιωτικής πίεσης.
  • Το κόστος του πολέμου γίνεται ολοένα πιο αισθητό στις ΗΠΑ, με την ταχεία κατανάλωση κρίσιμων στρατιωτικών αποθεμάτων και την αυξανόμενη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης.
  • Για το Ιράν, οι συνθήκες είναι ακόμη πιο πιεστικές, καθώς η οικονομία του έχει δεχθεί βαρύ πλήγμα, δημιουργώντας το παράδοξο κίνητρο για κλιμάκωση όσο αυξάνεται η πίεση.

Το κείμενο κάθε σύνοψης ελέγχεται από δημοσιογράφους του ENIKOS

Google Προσθέστε το ENIKOS ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν στα Στενά του Ορμούζ εισέρχεται σε μια νέα, ιδιαίτερα επικίνδυνη φάση. Η Ουάσινγκτον φαίνεται να επιδιώκει τη διαχείριση του σημερινού αδιεξόδου χωρίς επιστροφή σε πόλεμο πλήρους κλίμακας, ενώ η Τεχεράνη έχει ισχυρά κίνητρα να επιχειρήσει να το ανατρέψει, καθώς η οικονομική και στρατιωτική πίεση γίνεται ολοένα δυσκολότερο να απορροφηθεί, σημειώνει το CNN.

Η περίπου ενός μήνα παύση στις άμεσες ανταλλαγές πυρών έληξε αυτή την εβδομάδα, όταν ο αμερικανικός στρατός εξαπέλυσε νέα πλήγματα κατά του Ιράν την Τρίτη. Η Τεχεράνη απάντησε με επιθέσεις εναντίον της Ιορδανίας, του Μπαχρέιν και του Κουβέιτ, παρά την προειδοποίηση του Ντόναλντ Τραμπ ότι οποιαδήποτε ιρανική αντίδραση θα οδηγούσε σε πολύ σκληρότερα πλήγματα.

Ωστόσο, οι νέες επιθέσεις παρέμειναν περιορισμένες σε σχέση με τις πολύ σφοδρότερες συγκρούσεις που είχαν σημειωθεί περισσότερο από έναν μήνα νωρίτερα, κάτι που αναλυτές θεωρούν ένδειξη ότι καμία πλευρά δεν επιθυμεί αυτή τη στιγμή να επιστρέψει σε ολοκληρωτικό πόλεμο.

Ο Ντάνι Σιτρίνοβιτς, πρώην επικεφαλής του τμήματος Ιράν της ισραηλινής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών, σημείωσε ότι μέχρι στιγμής και οι δύο πλευρές έχουν επικεντρώσει κυρίως τα πλήγματά τους σε στρατιωτικούς στόχους και όχι σε αμάχους ή ενεργειακές εγκαταστάσεις. Παράλληλα, παρά τις απειλές ανώτερων Ιρανών αξιωματούχων, η Τεχεράνη δεν έχει επαναλάβει επιθέσεις κατά της Σαουδικής Αραβίας ή των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η κατάσταση είναι σταθερή. Το αντίθετο. Ένα λάθος υπολογισμού ή μια επίθεση με μεγαλύτερες απώλειες θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτή κλιμάκωση και να οδηγήσει ξανά τις δύο πλευρές σε ευρεία στρατιωτική σύγκρουση.

«Καμία πλευρά δεν θέλει πόλεμο πλήρους κλίμακας»

Ο Χαμιντρεζά Αζίζι, ανώτερος αναλυτής για το Ιράν στο International Crisis Group, εκτιμά ότι «καμία πλευρά δεν θέλει να επιστρέψει σε πόλεμο πλήρους κλίμακας». Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι τόσο η διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ από το Ιράν όσο και η αυξανόμενη οικονομική πίεση που ασκούν οι ΗΠΑ έχουν γίνει ολοένα πιο δύσκολο να διατηρηθούν.

Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την επιστροφή σε διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη, λέγοντας ότι δεν τον απασχολεί αν το Ιράν υπογράψει μια συμφωνία που χαρακτήρισε «άχρηστη» για την ίδια τη χώρα. Παράλληλα, υποστήριξε ότι θεωρεί την τρέχουσα θέση των ΗΠΑ πολύ καλύτερη.

Πίσω, όμως, από αυτή τη σκληρή ρητορική, το κόστος του πολέμου αρχίζει να γίνεται ολοένα πιο αισθητό και στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις που είχαν δημοσιευθεί ήδη από τον Ιούλιο, η σύγκρουση είχε κοστίσει στην Ουάσινγκτον περίπου 40 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ η κοινή γνώμη εμφανίζεται όλο και περισσότερο δυσαρεστημένη με τον τρόπο που ο Τραμπ χειρίζεται τον πόλεμο.

Η νίκη στα Στενά που δεν λύνει το πρόβλημα

Η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να θεωρεί ότι πέτυχε μια σημαντική επιχειρησιακή επιτυχία στα Στενά του Ορμούζ. Την Τρίτη, ο αμερικανικός στρατός συνόδευσε 40 εμπορικά πλοία, τα οποία μετέφεραν συνολικά 18 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, μέσα από το κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα.

Σύμφωνα με δύο Αμερικανούς αξιωματούχους που επικαλείται το CNN, πρόκειται για τη μεγαλύτερη τέτοια επιχείρηση από την έναρξη του πολέμου.

Ωστόσο, η εικόνα στην παγκόσμια αγορά ενέργειας παραμένει δύσκολη. Οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν ελαφρά την Πέμπτη, αλλά εξακολουθούν να βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα.

Στις ΗΠΑ, η μέση τιμή της βενζίνης έχει φτάσει τα 4,14 δολάρια το γαλόνι, από 3,19 δολάρια έναν χρόνο νωρίτερα, σύμφωνα με την American Automobile Association.

Ταυτόχρονα, τα αποθέματα του αμερικανικού Στρατηγικού Αποθέματος Πετρελαίου έχουν μειωθεί στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1983, καθώς η κυβέρνηση χρησιμοποιεί έκτακτα αποθέματα προκειμένου να περιορίσει τις συνέπειες της σύγκρουσης στις τιμές.

Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς δεν μπόρεσε την Πέμπτη να δώσει ούτε σαφές χρονοδιάγραμμα για τον τερματισμό του πολέμου ούτε ημερομηνία κατά την οποία οι τιμές της βενζίνης θα μπορούσαν να επιστρέψουν στα προπολεμικά επίπεδα. Αντίθετα, υποστήριξε ότι εναπόκειται στο Ιράν να βάλει τέλος στη σύγκρουση.

Η Αμερική «καίει» τα αποθέματα πυραύλων

Η πίεση δεν είναι μόνο οικονομική. Οι ΗΠΑ καταναλώνουν με ταχύ ρυθμό κρίσιμα αποθέματα πυραύλων αναχαίτισης και αναγκάζονται να διατηρούν στην περιοχή πανάκριβα στρατιωτικά μέσα.

Σύμφωνα με πηγές που έχουν γνώση των αμερικανικών αποθεμάτων, οι ένοπλες δυνάμεις έχουν χρησιμοποιήσει σχεδόν το 80% των αναχαιτιστικών πυραύλων THAAD που διέθεταν πριν από τον πόλεμο και περίπου το μισό των αναχαιτιστικών Patriot.

Ο Τραμπ έχει υποστηρίξει ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν «τεράστιες ποσότητες» πυρομαχικών, παραδεχόμενος ωστόσο ότι ορισμένοι τύποι βρίσκονται πλέον σε πιο περιορισμένη διαθεσιμότητα.

Το ζήτημα έχει προκαλέσει ανησυχία και στο Πεντάγωνο. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Washington Post, αρκετοί ανώτατοι στρατιωτικοί έχουν προειδοποιήσει τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ ότι η παράταση μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν είναι μη βιώσιμη και ενδέχεται να περιορίσει την ικανότητα των ΗΠΑ να ανταποκριθούν σε άλλες κρίσεις. Το CNN σημειώνει ότι δεν έχει επαληθεύσει ανεξάρτητα το συγκεκριμένο δημοσίευμα.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ μιλά σε εκδήλωση στον Κήπο των Ρόδων του Λευκού Οίκου, στην Ουάσινγκτον, στις 24 Αυγούστου 2026. Φωτογραφία: Reuters/Jonathan Ernst
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ μιλά σε εκδήλωση στον Κήπο των Ρόδων του Λευκού Οίκου, στην Ουάσινγκτον, στις 24 Αυγούστου 2026. Φωτογραφία: Reuters/Jonathan Ernst

Η αμερικανική κοινή γνώμη στρέφεται κατά του πολέμου

Η πολιτική πίεση προς τον Τραμπ αυξάνεται επίσης. Δημοσκόπηση του Πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης στο Άμχερστ έδειξε ότι πάνω από δύο στους τρεις Αμερικανούς αποδοκιμάζουν τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται τον πόλεμο με το Ιράν.

Η συνολική δημοτικότητά του έχει υποχωρήσει στο 32%, σύμφωνα με την ίδια έρευνα.

Η εικόνα αυτή δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα για την Ουάσινγκτον: θέλει να διατηρήσει στρατιωτική και οικονομική πίεση στην Τεχεράνη, χωρίς όμως να μετατρέψει τη σύγκρουση σε έναν παρατεταμένο πόλεμο με ακόμη μεγαλύτερο κόστος σε χρήμα, οπλικά αποθέματα και πολιτική στήριξη.

Γιατί το Ιράν μπορεί να επιλέξει νέα κλιμάκωση

Για το Ιράν, όμως, οι συνθήκες είναι ακόμη πιο πιεστικές. Η ήδη προβληματική οικονομία της χώρας έχει δεχθεί βαρύ πλήγμα από τον πόλεμο και από την αυξανόμενη δυσκολία πώλησης ιρανικού πετρελαίου.

Ο πληθωρισμός έχει φτάσει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Σύμφωνα με το Iranian Labour News Agency, ο ετήσιος πληθωρισμός για το δωδεκάμηνο έως τον Ιούλιο ανήλθε στο 66%, ενώ κρατικά συνδεδεμένα μέσα ενημέρωσης αναφέρουν ότι πολλές οικογένειες της εργατικής τάξης δυσκολεύονται πλέον να αγοράσουν ακόμη και βασικά τρόφιμα.

Παράλληλα, οι Ιρανοί πολίτες αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην πρόσβαση σε βασικά αγαθά, μεταξύ των οποίων τρόφιμα και φάρμακα.

Και η Τεχεράνη, όπως και η Ουάσινγκτον, εξαντλεί σταδιακά τα στρατιωτικά της αποθέματα.

Ο Αράς Αζίζι, ειδικός σε θέματα Ιράν με έδρα τις ΗΠΑ, εκτιμά ότι η ιρανική οικονομία έχει υποστεί τεράστιο πλήγμα, αλλά το καθεστώς γνωρίζει ότι μια πλήρης συνθηκολόγηση θα μπορούσε να απειλήσει ακόμη και την ίδια του την επιβίωση.

Αυτό ακριβώς, σύμφωνα με την ανάλυση του CNN, δημιουργεί το παράδοξο της σημερινής συγκυρίας: όσο περισσότερο πιέζεται το Ιράν, τόσο μεγαλύτερο μπορεί να γίνεται το κίνητρό του να κλιμακώσει, εάν θεωρήσει ότι δεν μπορεί να αντέξει επ’ αόριστον την οικονομική ασφυξία.

Δύο αντίθετες στρατηγικές στα Στενά του Ορμούζ

Η συμπεριφορά της Τεχεράνης μετά τα τελευταία αμερικανικά πλήγματα δείχνει ότι επιλέγει να απαντά αντί να υποχωρεί, εκτιμά ο Χαμιντρεζά Αζίζι.

Ο βασικός λόγος είναι ότι το Ιράν δεν μπορεί εύκολα να αποδεχθεί τη νέα πραγματικότητα που, σύμφωνα με τους αναλυτές, επιχειρεί να επιβάλει η Ουάσινγκτον στα Στενά του Ορμούζ.

Ο Ντάνι Σιτρίνοβιτς περιγράφει μια θεμελιώδη σύγκρουση στρατηγικών. Η Ουάσινγκτον φαίνεται να προσπαθεί να αποφύγει νέα μεγάλη στρατιωτική κλιμάκωση και να μεταφέρει το κύριο βάρος της αντιπαράθεσης στο οικονομικό πεδίο.

Το Ιράν, αντίθετα, φαίνεται να επιδιώκει να εμποδίσει αυτή την κανονικοποίηση.

Σύμφωνα με τον Σιτρίνοβιτς, η Τεχεράνη αναμένεται να συνεχίσει να επιχειρεί να διαταράξει την κίνηση των δεξαμενόπλοιων και να αμφισβητήσει την προσπάθεια των ΗΠΑ να δημιουργήσουν μια νέα ισορροπία στα Στενά.

Φωτογραφία: Reuters
Ο πρόεδρος του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν.
Φωτογραφία: Reuters

Η Τεχεράνη αφήνει ανοιχτή την πόρτα των διαπραγματεύσεων

Παρά τη στρατιωτική ένταση, το Ιράν επιμένει ότι είναι διατεθειμένο να επιστρέψει στο τραπέζι των συνομιλιών, εφόσον η Ουάσινγκτον επανέλθει στις δεσμεύσεις που προβλέπονταν στο μνημόνιο κατανόησης του Ιουνίου.

Ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν δήλωσε την Τρίτη, στο περιθώριο της συνόδου του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης στο Κιργιστάν, ότι αν οι ΗΠΑ επιστρέψουν στις δεσμεύσεις τους, «η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θα ανταποκριθεί αμέσως».

Ο Τραμπ, από την άλλη πλευρά, δείχνει να επιμένει ότι δεν έχει λόγο να αλλάξει στρατηγική.

«Δεν προσπαθώ να αναγκάσω το Ιράν να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων», έγραψε στο Truth Social μετά την ιρανική απάντηση στα αμερικανικά πλήγματα.

Υποστήριξε μάλιστα ότι προτιμά τη σημερινή κατάσταση, κάνοντας λόγο για «σχεδόν πλήρη έλεγχο» των Στενών του Ορμούζ από τις ΗΠΑ και για ιρανική οικονομία που, κατά τον ίδιο, «καταρρέει».

Η ισορροπία που δύσκολα θα αντέξει

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι και οι δύο πλευρές φαίνεται να γνωρίζουν τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, αλλά παρ’ όλα αυτά συνεχίζουν να αυξάνουν την πίεση.

Οι ΗΠΑ θέλουν να διατηρήσουν το αδιέξοδο υπό έλεγχο. Το Ιράν έχει λόγους να θέλει να το σπάσει.

Και όσο οι δύο αυτές στρατηγικές συγκρούονται στα Στενά του Ορμούζ, το περιθώριο λάθους γίνεται όλο και μικρότερο.

Όπως συνοψίζει ο Σιτρίνοβιτς, αυτή η ισορροπία «είναι απίθανο να διατηρηθεί».

Google Προσθέστε το ENIKOS στην Google
Ακολουθήστε το ENIKOS στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.