Δήλωση σχετικά με τις εξελίξεις στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έκανε το πρωί της Μεγάλης Δευτέρας ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης.
«Με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, σας απευθύνομαι σήμερα χωρίς περιστροφές και υπεκφυγές. Αυτή είναι η ευθύνη μου, ως Πρωθυπουργός αλλά και ως Πρόεδρος μιας μεγάλης παράταξης της οποίας η ιστορία ταυτίζεται με τη διαδρομή της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, με τις καλές και λιγότερο καλές στιγμές της. Θέλω να κάνω τρεις επισημάνσεις.
Πρώτον, η αποστολή δικογραφίας στη Βουλή με αίτημα την άρση της ασυλίας 11 Βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας συνιστά σοβαρή εξέλιξη, για την οποία οφείλω να τοποθετηθώ αναλυτικά.
Θυμίζω ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θεσμοθετήθηκε το 2020 και στηρίχθηκε πλήρως από την κυβέρνησή μας. Το δε υλικό πάνω στο οποίο εδράζει τα αιτήματά της είναι προϊόν νόμιμων επισυνδέσεων που έγιναν από τις διωκτικές αρχές και πάλι αυτής της κυβέρνησης. Χωρίς να υπάρξει, προφανώς, καμία παρέμβαση στο έργο τους. Αφορώντας, βέβαια, συμβάντα όχι σημερινά, αλλά του 2021.
Τα μέλη της κυβέρνησης που αναφέρονται στην υπόθεση υπέβαλαν αμέσως την παραίτηση τους. Τα δε αιτήματα ασυλίας θα συζητηθούν αύριο στην Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής. Ήταν, άλλωστε, η Νέα Δημοκρατία που τροποποίησε το Σύνταγμα ώστε η άρση της ασυλίας των Βουλευτών να γίνει ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Τιμά τους Βουλευτές μας η απόφαση τους να ζητήσουν την άρση της κοινοβουλευτικής τους προστασίας.
Όμως, από την πρώτη επεξεργασία των στοιχείων είναι σαφές πως δεν έχουν όλες οι υποθέσεις την ίδια βαρύτητα. Ένα, όμως, είναι βέβαιο: κανείς από τους Βουλευτές μας δεν κατηγορείται ότι αποκόμισε οικονομικό όφελος», τόνισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και πρόσθεσε:
«Με δεδομένο ότι ο δυτικός νομικός πολιτισμός έχει δώσει αγώνες για να κατακτηθεί το τεκμήριο της αθωότητας, τονίζω ότι θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να το υπερασπιστώ. Γι’ αυτό και ζητώ από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, μετά την άρση της ασυλίας των Βουλευτών μας, να προχωρήσει ταχύτατα σε όλες τις ανακριτικές ενέργειες και να αποφανθεί αν, σε πόσους και σε ποιους προτίθεται να ασκήσει διώξεις.
Και όταν λέω ταχύτατα, το εννοώ. Γιατί μιλάμε για Βουλευτές μας οι οποίοι έχουν ήδη υποστεί προσωπικό αλλά και πολιτικό πλήγμα. Έχουν, συνεπώς, το ελάχιστο δικαίωμα να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους.
Η δεύτερη επισήμανσή μου για τον ΟΠΕΚΕΠΕ αφορά τη μάστιγα των πελατειακών σχέσεων, που επί δεκαετίες περνούσαν, σαν παλαιοκομματική «σκυτάλη», από τα χέρια της μιας κυβέρνησης προς την επόμενη. Απέναντί της έχω σταθεί αυτοκριτικά πολλές φορές, όπως και για το γεγονός ότι δεν έκανα νωρίτερα δραστικές παρεμβάσεις για να σπάσει το «απόστημα».
Όμως, η μεγάλη μεταρρύθμιση τώρα υλοποιείται: ΟΠΕΚΕΠΕ, όπως τον ξέραμε, δεν υπάρχει πια. Η ευθύνη του προσδιορισμού και αποπληρωμής των αγροτικών ενισχύσεων μεταβιβάστηκε στην ΑΑΔΕ. Και όπως σήμερα δεν ζητάμε διευκολύνσεις από την ΑΑΔΕ για φορολογικά θέματα, το ίδιο θα ισχύει στο εξής και για τις επιδοτήσεις. Είναι μία μεγάλη αλλαγή, που θα ωφελήσει πολύ κάθε έντιμο αγρότη και κτηνοτρόφο.
Εδώ επιτρέψτε μου έναν πιο προσωπικό τόνο. Φτάνει πια με τους υποκριτές που «ανακάλυψαν» ξαφνικά ότι τα ρουσφέτια στον τόπο ξεκίνησαν το 2019. Τέτοιες πελατειακές σχέσεις συνοδεύουν το ελληνικό κράτος από τη σύσταση του. Είναι από τους βασικούς λόγους της εθνικής μας υστέρησης σε σχέση με την Ευρώπη.
Σας μιλώ από καρδιάς. Προφανώς, δεν προέκυψα από πολιτική «παρθενογένεση». Όποιος Βουλευτής εκλέγεται με σταυρό, διατηρεί πολιτικό γραφείο και ισχυρίζεται πως δεν έχει κάνει ποτέ κάποια εξυπηρέτηση, είναι απλώς ψεύτης.
Όμως, από το 2019 αγωνίζομαι να μετατρέψω την Ελλάδα σε σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, στο οποίο δεν θα χρειάζεται να γνωρίζεις προσωπικά τον Βουλευτή προκειμένου να αντιμετωπιστείς με αξιοπρέπεια από το Δημόσιο.
Το μεγάλο στοίχημα του ψηφιακού εκσυγχρονισμού που κερδίζουμε ημέρα με την ημέρα δεν στοχεύει μόνο σε μία καλύτερη καθημερινότητα για όλους, αλλά στην αντιμετώπιση της μικρής ή μεγαλύτερης διαφθοράς που μπορεί να κρύβεται σε κάθε διαδικασία στην οποία υπεισέρχεται ανθρώπινος παράγοντας. Οι νοοτροπίες αιώνων, βλέπετε, δεν αλλάζουν, δυστυχώς, απ’ τη μία στιγμή στην άλλη. Γι’ αυτό και πρέπει να στερήσουμε από το ρουσφέτι το πολιτικό του «οξυγόνο». Πώς;
Σήμερα οι συντάξεις βγαίνουν σε σύντομο διάστημα και όχι σε τρία χρόνια. Άρα, γιατί να πάρεις τον Βουλευτή για να ζητήσεις να βγει πιο γρήγορα η δική σου; Στη χώρα, όταν υπάρχουν αρκετά κρεβάτια Εντατικής, ποιος ο λόγος να απαιτεί κάποιος προνομιακή μεταχείριση; Από τη στιγμή που οι κλήσεις της Τροχαίας επιδίδονται αυτόματα και ψηφιακά, ποιος θα μπορεί μετά να θέλει να σβηστεί η δική του;
Τώρα που η θητεία εκσυγχρονίζεται και όλοι υπηρετούν στον Στρατό Ξηράς με τους ίδιους όρους, χάνει πλέον το νόημά του το στρατολογικό ρουσφέτι.
Κι όταν, όπως δρομολογούμε, δορυφόροι καταγράφουν τις καλλιέργειες και όλα τα ζώα έχουν ηλεκτρονική σήμανση, τελειώνουμε οριστικά με τα ανύπαρκτα κοπάδια και τα εικονικά βοσκοτόπια.
Όλες αυτές είναι πολιτικές που υλοποιούνται ήδη και αλλάζουν το «βαθύ κράτος». Για να το πω διαφορετικά: μόνο ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός και η διαφάνεια μπορούν να μας απαλλάξουν από ξεπερασμένες πρακτικές που δεν χωρούν στον 21ο αιώνα.
Τέλος, το τρίτο μου σχόλιο αφορά το πολιτικό σύστημα συνολικά. Κανείς -και πρώτος εγώ- δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια του στην κρίση εμπιστοσύνης, η οποία απευθύνεται όχι μόνο στους θεσμούς αλλά και στο πολιτικό προσωπικό της χώρας συνολικά. Μία πρόκληση, βέβαια, που απασχολεί όλες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Εμείς, ωστόσο, έχουμε χρέος να ασχοληθούμε με τα «του οίκου μας».
Έχουμε φτάσει, νομίζω, σε ένα σημείο καμπής. Ως Πρωθυπουργός, λοιπόν, αλλά και ως Πρόεδρος ενός κόμματος που εγγυάται τη σταθερότητα και την ασφάλεια, οφείλω να αξιολογήσω τη συγκυρία, όχι μόνο ως δίδαγμα μιας αρνητικής εμπειρίας αλλά και ως μία νέα αφετηρία μάχης με το «βαθύ κράτος». Με πρώτη τη δική μου παράταξη να γίνεται δύναμη ρήξης με τα κακώς κείμενα και να αναμετριέται, με ειλικρίνεια και γενναιότητα, με τις δικές της αδυναμίες.
Έτσι, θα εισηγηθώ προς συζήτηση στον δημόσιο διάλογο μια νέα δέσμη θεσμικών τομών, πέραν των προτάσεών μας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Ανάμεσά τους, το ασυμβίβαστο Υπουργού και Βουλευτή, με αντικατάσταση του Υπουργού στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα για όσο συμμετέχει στο Υπουργικό Συμβούλιο, και με ταυτόχρονη αναβάθμιση του ρόλου του Βουλευτή.
Προφανώς, οι παραπάνω προτάσεις θα τεθούν σε διαβούλευση με την κοινωνία, ώστε να υλοποιηθούν μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές. Θα αποτελέσουν, επίσης, μέρος των δεσμεύσεων τις οποίες θα αναλάβουμε, εφόσον ο λαός μας εμπιστευθεί ξανά. Και πάντως, σίγουρα σηματοδοτούν την προσωπική μου απόφαση η πατρίδα να κερδίσει οριστικά τον πόλεμο με τα δεσμά του παρελθόντος της.
Με άλλα λόγια, βαδίζοντας προς το ορόσημο του 2030 και τους δύο αιώνες από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, καλούμαστε να αναμετρηθούμε με όλες εκείνες τις διαχρονικές παθογένειες που δεν ξεριζώσαμε ακόμα. Και παρά τις δυσκολίες, παρά τις αντιδράσεις, είμαι σίγουρος ότι Ελληνίδες και οι Έλληνες θα στηρίξουν αυτή την προσπάθεια. Προσπάθεια εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης της δημόσιας ζωής.
Η χώρα θα νικήσει ό,τι έρχεται από το χθες και την κρατά πίσω. Και η πορεία της στο εξής θα είναι μόνο μπροστά, με πρώτο και καθοριστικό σταθμό τις εκλογές του 2027».
Τι ισχύει στις άλλες χώρες
Η Γαλλία είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυστηρού διαχωρισμού. Εκεί, όποιος γίνεται υπουργός εγκαταλείπει υποχρεωτικά τη θέση του στο κοινοβούλιο. Τη θέση του παίρνει ο πρώτος αναπληρωματικός του. Το σύστημα αυτό εφαρμόστηκε για να περιοριστεί η πολιτική αστάθεια και να λειτουργεί η κυβέρνηση πιο αποτελεσματικά, χωρίς συνεχείς παρεμβάσεις από το κοινοβούλιο. Αυτό το μοντέλο επιχειρεί τώρα ο πρωθυπουργός να φέρει και στη χώρα μας μετά τις εθνικές εκλογές του 2027 εφόσον επανεκλεγεί.
Παρόμοια προσέγγιση πάντως έχει και η Ολλανδία. Αν ένας βουλευτής εκεί αναλάβει υπουργείο, σύμφωνα με το Σύνταγμα, χάνει αυτομάτως την έδρα του στη Βουλή, την οποία λαμβάνει ο πρώτος επιλαχών του ίδιου κόμματος. Ωστόσο, σε περιόδους μετάβασης, όπως μετά από βουλευτικές εκλογές, μπορεί προσωρινά να υπάρξει μια μικρή «χαλάρωση» του κανόνα.
Στο γειτονικό Βέλγιο υπάρχει μια ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση. Σύμφωνα με το άρθρο 50 του Συντάγματος, κάθε μέλος του Κοινοβουλίου που διορίζεται στο Υπουργικό Συμβούλιο παύει να συμμετέχει στο νομοθετικό σώμα. Αν όμως παραιτηθεί από υπουργός, ανακτά αυτόματα τη βουλευτική του έδρα. Αυτό επιτρέπει στους πολιτικούς να μεταπηδούν μεταξύ των δύο εξουσιών, της εκτελεστικής και της νομοθετικής, χωρίς να διακινδυνεύουν τη μελλοντική τους παρουσία στο Κοινοβούλιο, έχουν θα λέγαμε μια μορφή «ασφάλειας» στην πολιτική τους πορεία.
Στη Νορβηγία, που έχει Συνταγματική Βασιλευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, εφαρμόζεται ένα σύστημα που επίσης κρατά διαχωρισμένους τους ρόλους. Βάσει του άρθρου 62 του Συντάγματος, όποιος βουλευτής γίνει υπουργός, σταματά να συμμετέχει στο κοινοβούλιο όσο διαρκεί η θητεία του στην κυβέρνηση. Δηλαδή, δεν μπορεί να πηγαίνει στις συνεδριάσεις και να ασκεί τα καθήκοντα του βουλευτή παράλληλα με το υπουργικό του έργο. Τη θέση του στη Βουλή την αναλαμβάνει προσωρινά ένας αναπληρωτής, μέχρι να ολοκληρωθεί η υπουργική του θητεία.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν χώρες που λειτουργούν με εντελώς διαφορετική λογική. Στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας, για παράδειγμα, θεωρείται σχεδόν αυτονόητο ότι οι υπουργοί είναι ταυτόχρονα και βουλευτές. Η κυβέρνηση προκύπτει μέσα από το Κοινοβούλιο και παραμένει σε συνεχή επαφή μαζί του. Αυτό θεωρείται ότι βοηθά στη σταθερότητα και επιτρέπει καλύτερο έλεγχο της κυβέρνησης σε καθημερινή βάση.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στη Γερμανία, όπου πολλοί υπουργοί είναι επίσης μέλη του ομοσπονδιακού κοινοβουλίου (Ράιχσταγκ), αν και δεν είναι υποχρεωτικό. Το ίδιο μοντέλο συναντάται και σε αρκετές ακόμη ευρωπαϊκές χώρες. Ομοίως, κάτι ανάλογο ισχύει στη Ρουμανία, στην Ουγγαρία, στην Αυστρία και στην Πολωνία.
Στις μεσογειακές χώρες, όπως είναι η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία, η εικόνα είναι πιο «μικτή». Δεν υπάρχει υποχρεωτικό ασυμβίβαστο, αλλά συχνά επιλέγονται και πρόσωπα εκτός Κοινοβουλίου για υπουργικές θέσεις, ειδικά σε κρίσιμα και σημαντικά χαρτοφυλάκια.
Στην Ιταλία, για παράδειγμα, η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι έχει εντάξει στο υπουργικό της συμβούλιο αρκετούς τεχνοκράτες υπουργούς, δηλαδή ανθρώπους με εξειδικευμένη επαγγελματική εμπειρία που δεν έχουν εκλεγεί βουλευτές. Ενδεικτικά, εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς έχουν τα χαρτοφυλάκια της Υγείας και του Πολιτισμού. Η πρωθυπουργός δηλαδή δίνει έμφαση στην τεχνογνωσία και τη διοικητική εμπειρία, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν άμεση εκλογική νομιμοποίηση.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στην Ισπανία. Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ διατηρεί σταθερά ένα σημαντικό ποσοστό υπουργών που δεν είναι μέλη του κοινοβουλίου, το οποίο κυμαίνεται περίπου στο 20% με 25% του κυβερνητικού σχήματος. Εξωκοινοβουλευτικά πρόσωπα κατέχουν, για παράδειγμα, τα υπουργεία Άμυνας και Εσωτερικών. Η παρουσία τέτοιων προσώπων θεωρείται ότι ενισχύει την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης σε τομείς που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις.
Στην Πορτογαλία, η τάση αυτή εμφανίζεται ακόμη πιο έντονα. Η κυβέρνηση εκεί περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό υπουργών που δεν προέρχονται από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του κυβερνώντος κόμματος. Συγκεκριμένα, 6 από τα 16 μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου είναι εξωκοινοβουλευτικοί, ποσοστό που φτάνει σχεδόν το 40%. Αυτό δείχνει μια συνειδητή επιλογή του πρωθυπουργού Λουίς Μοντενέγκρο να δοθεί χώρος σε ανεξάρτητες προσωπικότητες και ειδικούς σε κάθε αντικείμενο.
Ένα από τα πιο καθαρά παραδείγματα πλήρους διαχωρισμού εξουσιών στην Ευρώπη διαθέτει η Κύπρος. Εκεί, το ίδιο το Σύνταγμα που έχει ψηφιστεί από το 1960 και δύσκολα αναθεωρείται, προβλέπει αυστηρούς κανόνες που δεν αφήνουν περιθώρια για «διπλούς ρόλους», καθώς το πολιτικό σύστημα είναι προεδρικό και όχι κοινοβουλευτικό, όπως στη χώρα μας. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η εκτελεστική εξουσία (η κυβέρνηση) και η νομοθετική εξουσία (η Βουλή των Αντιπροσώπων) λειτουργούν εντελώς ξεχωριστά. Δεν επιτρέπεται καμία επικάλυψη μεταξύ των δύο. Συγκεκριμένα, κανένα μέλος της κυβέρνησης του Νίκου Χριστοδουλίδη, ούτε υπουργός, ούτε υφυπουργός, δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και βουλευτής. Αν ένας εκλεγμένος βουλευτής επιλεγεί για να αναλάβει υπουργικό αξίωμα, είναι υποχρεωμένος να παραιτηθεί από τη θέση του στη Βουλή.
Η παραίτηση αυτή έχει άμεσο αποτέλεσμα: η έδρα του στη Βουλή χηρεύει και καταλαμβάνεται από τον Α’ αναπληρωτή του ίδιου κόμματος στην ίδια εκλογική περιφέρεια. Πρόκειται για μια αυτόματη διαδικασία που δεν αφήνει περιθώρια επιστροφής. Και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο: η απώλεια της βουλευτικής έδρας είναι οριστική από τη στιγμή που ο πολιτικός αποδεχθεί τη θέση του υπουργού. Ακόμη κι αν αργότερα αποχωρήσει από την κυβέρνηση (είτε λόγω ανασχηματισμού είτε επειδή παραιτηθεί) δεν μπορεί να επιστρέψει στη Βουλή και να πάρει πίσω τη θέση του. Πρέπει να ξαναγίνουν εκλογές και να μπορέσει να επανεκλεγεί για να εισέλθει εκ νέου στο Κοινοβούλιο.
Και στην Ελλάδα, πάντως, ήδη ένα σημαντικό ποσοστό των υπουργών δεν είναι βουλευτές. Ενδεικτικά αναφέρουμε τον Υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη, τον Υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη, την Υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, τον Υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης Δημήτρη Παπαστεργίου, τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου, τον Υπουργό Επικρατείας Άκη Σκέρτσο και εσχάτως, τον νέο υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Μαργαρίτη Σχοινά και τον επίσης νέο υπουργό Πολιτικής Προστασίας και Κλιματικής Κρίσης, Ευάγγελο Τουρνά.
