• Αυτός ήταν ο Ντιέγκο Μαραντόνα - ΦΩΤΟ - ΒΙΝΤΕΟ

    7:53 μμ, Τετάρτη 25 Νοε 2020 7:53 μμ, Τετάρτη 25 Νοε 2020

    Ο παγκόσμιος αθλητισμός θρηνεί... Ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα δεν είναι πια εδώ. Θα παίζει μεγάλη μπάλα στη γειτονιά των αγγέλων. ο «Πίμπε ντ' Όρο» έφυγε από κοντά μας σε ηλικία 60 ετών και μόλις 26 μέρες μετά τα γενέθλια του.

    Ο «Ντιεγκίτο» ήταν για πολλούς ο Number One. Αποτέλεσε το αντίπαλο δέος του Πελέ στη σύγκριση για το ποιος είναι ο καλύτερος όλων των εποχών. Ήταν ο πρώτος ποδοσφαιριστής στην ιστορία του αθλήματος που κατέρριψε το ρεκόρ της ακριβότερης μεταγραφής δύο φορές, την πρώτη όταν έπαιξε για την Μπαρτσελόνα για 3 εκατομμύρια αγγλικές λίρες και τη δεύτερη, όταν αγωνίστηκε στη Νάπολι για 5 εκατομμύρια λίρες (ισοτιμίες 2013).

    Αγωνίστηκε στις Αρχεντίνος Τζούνιορς, Μπόκα Τζούνιορς, Μπαρτσελόνα, Νάπολι, Σεβίλλη και στο τέλος της καριέρας του, στη Νιούελς Ολντ Μπόις και τελικά μετά από παύση ενός έτους από το ποδόσφαιρο έκλεισε την καριέρα του στην αγαπημένη του Μπόκα Τζούνιορς το 1997. Τα πιο ένδοξα ποδοσφαιρικά του χρόνια τα πέρασε στη Νάπολι, όπου κέρδισε τίτλους και διακρίσεις. Στην καριέρα του με την Εθνική Αργεντινής, σκόραρε 34 τέρματα σε 91 εμφανίσεις.

    Αν και ξεκίνησε την καριέρα του ως επιθετικός καθιερώθηκε ως επιθετικός μέσος.Η διεισδυτικότητα του Μαραντόνα, οι πάσες του, οι εντυπωσιακές τεχνικές του ικανότητες, η ταχύτητα, τα αντανακλαστικά και ο χρόνος αντίδρασης συνδυάστηκαν με το μικρό του ανάστημα (1,65 μέτρα). Το χαμηλό κέντρο βάρους τον βοηθούσε στην κατοχή και τον χειρισμό της μπάλας. Η παρουσία του στο γήπεδο είχε μεγάλη επίδραση στη γενική απόδοση της ομάδας του. Βάσει του απαράμιλλου ταλέντου του και των ηγετικών του ικανοτήτων, έλαβε το προσωνύμιο El Pibe de Oro (Το Χρυσό Αγόρι).

    Εξαιρετικά ιδιοφυής, ο αγώνας του Μαραντόνα με τον εθισμό στα ναρκωτικά αμαύρωσε την καριέρα του, αλλά με όλες τις αδυναμίες του, είναι ευρέως σεβαστός έχοντας προσφέρει στο άθλημα μερικές από τις πιο αξέχαστες στιγμές του.

    Έλαβε μέρος σε τέσσερα Παγκόσμια Κύπελλα, συμπεριλαμβανομένου του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986 στο Μεξικό, όπου έλαμψε η χαρισματική προσωπικότητά του και οδήγησε την ομάδα του στην κατάκτηση του τροπαίου με νίκη επί της Δυτικής Γερμανίας στον τελικό. Επίσης κέρδισε τη Χρυσή μπάλα ως ο καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης. Στον προημιτελικό απέναντι στην Αγγλία, πέτυχε δύο γκολ, στη νίκη της ομάδας του με 2-1 που γράφτηκε στην ιστορία για δύο διαφορετικούς λόγους. Το πρώτο γκολ επιτεύχθηκε με χέρι γνωστό ως «Χέρι του Θεού», ενώ το δεύτερο προϊόν εξαιρετικών ικανοτήτων με εκπληκτική ατομική προσπάθεια.

    Μικρός ζούσε σε παραγκούπολη

    Ο Ντιέγκο Μαραντόνα γεννήθηκε στο Λανούς, αλλά μεγάλωσε σε μία παραγκούπολη της Βίλα Φιορίτο στα νότια του Μπουένος Άιρες, σε μια φτωχή οικογένεια όπου είχε μετακινηθεί από την επαρχία Κοριέντες. Ήταν ο πρώτος γιος μετά από τρεις κόρες. Έχει δύο νεώτερα αδέρφια, τον Ούγκο και τον Ραούλ, και οι δύο επαγγελματίες ποδοσφαιριστές. Οι γονείς του ήταν ο Ντιέγκο Μαραντόνα «Τσιτόρο» και η Ντάλμα Σαλβαδόρα Φράνκο «Δόνια Τότα» και η μακρινή καταγωγή της οικογένειας ήταν από την ισπανική Γαλικία, έχοντας δεχτεί προσμίξεις ιταλικές και κροατικές.

    Ήταν 8 ετών, όταν ανιχνευτής ταλέντων, ενώ έπαιζε στην γειτονιά του, στον σύλλογο Εστρέλια Ρόχα. Ο τότε προπονητής της ομάδας νέων Κορνέγιο είχε πει: «Όταν ο Ντιέγκο ήρθε στην Αρχεντίνος Τζούνιορς για δοκιμές, ήμουν πραγματικά τρελαμένος από το ταλέντο του και δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήταν μόλις οκτώ ετών. Τον ρωτήσαμε για την ταυτότητά του, ώστε να το ελέγξουμε, αφού παρόλο που είχε τη διάπλαση ενός παιδιού, έπαιζε σαν ενήλικας. Όταν ανακαλύψαμε ότι μας είπε την αλήθεια αποφασίσαμε να αφιερώσουμε τον εαυτό μας καθαρά σε αυτόν».

    Έτσι στα 10 του έγινε βασικό κομμάτι της εφηβικής ομάδας των Αρχεντίνος Τζούνιορς του Μπουένος Άιρες, συλλόγου που ενδιαφερόταν για την προώθηση νέων ταλέντων. Μέχρι τα 14 του έπαιζε στις ακαδημίες με την ομάδα να λέγεται Cebollitas, που σε κυριολεκτική μετάφραση σημαίνει «κρεμμυδάκια». Μέσα σε τρία χρόνια, οι Cebollitas κατάφεραν να μείνουν στην ιστορία ως η πιο διάσημη και πετυχημένη παιδική ομάδα της Αργεντινής.

    Στα 12 του διασκέδαζε τους θεατές δείχνοντας τη μαγεία του με την μπάλα κατά τη διάρκεια των διακοπών του ημιχρόνου των παιχνιδιών πρώτης κατηγορίας καταφέρνοντας να κερδίσει το θαυμασμό του κοινού.

    Σχεδόν 16 ετών αγωνίστηκε για πρώτη φορά στους Αρχεντίνος Τζούνιορς ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, ο νεότερος στην ιστορία του πρωταθλήματος της χώρας. Στις 20 Οκτωβρίου 1976, έκανε το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα, 10 ημέρες πριν από τα γενέθλιά του, αγωνιζόμενος σαν αλλαγή για 10 λεπτά πριν από το τέλος της συνάντησης με την Ταγιέρες στον αγώνα πρωταθλήματος της Αργεντινής. Παρά το γεγονός ότι οι Red Beetles (προσωνύμιο της Αρχεντίνος) έχασαν αυτόν τον αγώνα (1-0) οι πρώτες εντυπώσεις ήταν πολύ καλές. Στις 14 Νοεμβρίου 1976 σημειώνει το πρώτο του γκολ ως επαγγελματίας. Εναντίον της Club Atlético San Lorenzo (Mar del Plata) στο γήπεδο «Στρατηγού Σαν Μαρτίν» σε αγώνα που έληξε με 5-2 υπέρ της Αρχεντίνος σημείωσε δύο τέρματα στο 42ο και 52ο λεπτό, το πρώτο με αριστερό σουτ. Στην πρώτη χρονιά συμμετείχε σε 11 αγώνες και σημείωσε δύο γκολ.

    Την αγωνιστική περίοδο 1977-78 αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος με 22 γκολ και η ομάδα κατατάσσεται πέμπτη στο πρωτάθλημα Μετροπολιτάνο. Την επόμενη χρονιά ο τίτλος του πρώτου σκόρερ είναι πάλι δικός του με 22 τέρματα και η ομάδα ανέρχεται στη δεύτερη θέση του πρωταθλήματος. Όμως στον κρίσιμο αγώνα των πλέι-οφ είναι τιμωρημένος λόγω αποβολής του σε προηγούμενο φιλικό αγώνα και η Αρχεντίνος χάνει με 4-0 και οι προσδοκίες σταματούν εκεί. Οι εμφανίσεις του προσέλκυσαν γρήγορα το ενδιαφέρον των μεγάλων συλλόγων της χώρας με τη λέσχη να πετυχαίνει να κρατήσει τον ταλαντούχο παίκτη πάση θυσία.Το 1980 είναι πάλι κορυφαίος σκόρερ του πρωταθλήματος αλλά και πάλι η δεύτερη θέση στο πρωτάθλημα Μετροπολιτάνο είναι η οροφή για το σύλλογο. Στις 9 Νοεμβρίου 1980 σε αγώνα για το πρωτάθλημα Νασιονάλ σημείωσε τέσσερα γκολ εναντίον της Μπόκα Τζούνιορς-που έμελλε να είναι ο επόμενος σταθμός της καριέρας του-στη νίκη με 5-3. Την ίδια χρονιά ήταν πρώτος σκόρερ όλων των πρωταθλημάτων του κόσμου με 42 τέρματα.

    Όπως ήταν λογικό οι εμφανίσεις του τον έφεραν στο ραντάρ του ομοσπονδιακού τεχνικού, Σέσαρ Λουίς Μενότι. Κλήθηκε στην Εθνική κάνοντας ντεμπούτο στις 27/2/1977 σε φιλικό με την Ουγγαρία (5-1) σε ηλικία 16 ετών και 4 μηνών, όπου μπήκε στο δεύτερο ημίχρονο σαν αλλαγή. Στις 3 Απριλίου 1977 έκανε το ντεμπούτο του ως μέρος της ομάδας νέων της Αργεντινής, με την οποία έπαιξε στο Πρωτάθλημα Νέων της Νότιας Αμερικής, που πραγματοποιήθηκε την ίδια χρονιά στη Βενεζουέλα. Όταν η Αργεντινή διοργάνωσε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 δεν έλαβε μέρος, καθώς δεν είχε κλείσει καν τα 18 χρόνια του και θεωρήθηκε πολύ μικρός για να παίξει στην εθνική σε μία τόσο μεγάλη διοργάνωση. Ήταν μάλιστα ο τελευταίος παίκτης που αποκλείστηκε από την ομάδα 13 ημέρες πριν από την έναρξή της. Το 1979, συμμετείχε στην ομάδα νέων στο πρωτάθλημα της Νότιας Αμερικής. Εκεί, οι Αργεντινοί κατέλαβαν τη δεύτερη θέση, χάνοντας μόνο από τους οικοδεσπότες της διοργάνωσης, Ουρουγουάη.

    Έπαιξε επίσης στην εθνική ελπίδων και του δόθηκε η ευκαιρία να εμφανιστεί σε μεγάλη διοργάνωση το 1979 στο Παγκόσμιο Κύπελλο Νέων στην Ιαπωνία, όπου και κατέκτησε τίτλο για πρώτη φορά στη σταδιοδρομία του. Οι εμφανίσεις του στη διοργάνωση ήταν εντυπωσιακές και πολλοί αθλητικοί συντάκτες και φίλαθλοι άρχισαν τις συγκρίσεις με τον Πελέ, γεγονός που τον ακολούθησε καθ' όλη τη διάρκεια της καριέρας του και εξακολουθεί να υπάρχει.Οι δυο τους είχαν συναντηθεί στις 9 Απριλίου 1979, όταν ο Μαραντόνα ταξίδεψε στο Ρίο ντε Τζανέιρο για να δει τον Πελέ. «Ο βασιλιάς» υποσχέθηκε να τον δει να παίζει στο Μπουένος Άιρες και του έδωσε συμβουλές. Ο Ντιέγκο είχε πραγματοποιήσει ένα όνειρό του και ενθουσιασμένος, είπε μετά: «Ήξερα ότι ήταν θεός ως παίκτης. Τώρα, είναι και ως άτομο. Πόσα παιδιά σαν κι εμένα θέλουν να τον δουν, να τον αγγίξουν, να αλλάξουν λίγα λόγια μαζί του. Και είχα το προνόμιο ότι μου έδωσε ακόμη συμβουλές. Είδα ότι ο Πελέ πλησίαζε και δεν μπορούσα να το πιστέψω».

    Στο Μουντιάλ του 1982 στην Ισπανία ο Ντιέγκο, αγωνιζόμενος με την Εθνική ομάδα της Αργεντινής – που το 1978 είχε αναδειχτεί Παγκόσμια Πρωταθλήτρια – έφτασε μέχρι την προημιτελική φάση της διοργάνωσης, όπου αποκλείστηκε από τη Βραζιλία. Έπαιξε και στους πέντε αγώνες της ομάδας του, σκόραρε 2 φορές αλλά δέχτηκε οξύτατη κριτική για την αποβολή του στο τελευταίο ματς με την αντίπαλο Βραζιλία.

    Η Μπαρτσελόνα είχε δείξει έντονο ενδιαφέρον για την απόκτησή του και του έκλεισε συμβόλαιο πολύ μεγάλου ύψους. Ο Μαραντόνα έγινε παίκτης της ομάδας της Καταλωνίας από το 1982 μέχρι το 1985, ωστόσο την περίοδο αυτή η υγεία του κλονίστηκε, και έχοντας αρνητικές εντυπώσεις από την Ισπανία αποφάσισε να φύγει από τη χώρα.

    Κατέληξε στην Ιταλία και την Νάπολι, την ομάδα της οποίας με τη συνεισφορά του συνέβαλε να μετατραπεί από μια μικρή ομάδα σε μια από τις πιο αγαπητές τότε στον κόσμο. Και εκεί λατρεύτηκε σαν θεός, αν και οι φήμες για την εξωγηπεδική ζωή του οργίαζαν. Μαζί της κατέκτησε 2 πρωταθλήματα, το Κύπελλο Ιταλίας καθώς και το Κύπελλο UEFA το 1989.

    Το δικό του Μουντιάλ το 1986

    Το 1986 κατέκτησε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στο Μεξικό με την ομάδα της Αργεντινής. Ήταν αρχηγός της εθνικής ομάδας στη διοργάνωση, επιβεβαίωσε την κυριαρχία του σε βαθμό που δεν είχε παρουσιαστεί μέχρι τότε. Τα γκολ του εναντίον της Αγγλίας και του Βελγίου, η ασίστ στον Μπουρουσάγα στον τελικό, αλλά και το γκολ με «το χέρι του Θεού», εκτίναξαν τη δημοτικότητά του.

    Έπαιξε κάθε λεπτό κάθε παιχνιδιού της Αργεντινής, σημειώνοντας πέντε γκολ και δίνοντας πέντε ασίστ, τρεις από αυτούς στον εναρκτήριο αγώνα με τη Νότια Κορέα στην πόλη του Μεξικού.

    Σε όλα τα ματς έλαμψε το ταλέντο του. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Το πρώτο τέρμα του τουρνουά ήρθε απέναντι στην Ιταλία στο δεύτερο παιχνίδι της ομάδας που έληξε ισόπαλο 1-1. Ήταν η μόνη ισοπαλία της ομάδας που νίκησε Νότια Κορέα (3-1) και Βουλγαρία (2-0). Η Αργεντινή κατετάγη πρώτη στον όμιλό της και απέκλεισε την Ουρουγουάη στον πρώτο γύρο νοκ-άουτ στην Πουέμπλα. Εκτός του αρχηγού της η εθνική διέθετε και άλλους καταξιωμένους διεθνώς ποδοσφαιριστές, ξεκινώντας από τον αρχηγό της ομάδας που κέρδισε το προηγούμενο Παγκόσμιο Κύπελλο Ντανιέλ Πασαρέλα (έστω και αν δεν αγωνίστηκε), τον Χόρχε Βαλντάνο, βασικό στέλεχος της Ρεάλ Μαδρίτης, και τον Χόρχε Μπουρουσάγα που δημιουργούσαν ένα δυνατό σύνολο ικανό να πρωταγωνιστήσει, χωρίς όμως να θεωρείται και από τα φαβορί της διοργάνωσης.

    Η ομάδα όμως δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένη, εφάρμοσε ένα σύστημα (3-5-2) ασυνήθιστο μέχρι τότε στην ιστορία της που έδινε τη δυνατότητα στο Μαραντόνα να πρωταγωνιστήσει αλλά ο Μπιλάρδο είχε δεχτεί έντονη κριτική για τις επιλογές του. Ο Μαραντόνα χρίστηκε αρχηγός στη θέση του Πασαρέλα, απόφαση που λειτούργησε θετικά στο φρόνημα της ομάδας.

    Το «χέρι του θεού» και η τρομερή κούρσα με την Αγγλία

    Στα προημιτελικά στις 22 Ιουνίου 1986, η Αργεντινή αντιμετώπισε την Αγγλία στο Στάδιο Αζτέκα της πόλης του Μεξικού μπροστά σε 115.000 θεατές σε μία σύγκρουση με έμελλε να μείνει στην ιστορία. Είχαν περάσει σχεδόν τέσσερα χρόνια από τον πόλεμο των Φόκλαντ κάτι που κατά κοινή διαπίστωση είχε δημιουργήσει ένταση μεταξύ των δύο εθνών που μεταφέρθηκε και σε αυτή τη σύγκρουση.

    Ήδη πριν τον αγώνα οι οπαδοί είχαν αψιμαχίες στους δρόμους της Πόλης του Μεξικού αλλά και στο γήπεδο. Ως αποτέλεσμα, αρκετοί Άγγλοι οπαδοί νοσηλεύτηκαν, ενώ μερικές από τις σημαίες τους είχαν κλαπεί από τους αντιπάλους τους.

    Το πρώτο τέρμα του Μαραντόνα στο 51ο λεπτό σημειώθηκε εμφανώς με το χέρι, μιας και ο Αργεντινός ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να νικήσει στον αέρα τον τερματοφύλακα Πίτερ Σίλτον. Έτσι χρησιμοποίησε το χέρι του και δήλωσε μετά τον αγώνα : «Το γκολ αυτό μπήκε λίγο από το κεφάλι του Μαραντόνα και λίγο από το χέρι του Θεού». Έτσι καθιερώθηκε ως το «χέρι του Θεού» (La mano de Dios).

    Ο Τυνήσιος διαιτητής κατακύρωσε το τέρμα αιτιόμενος αργότερα ότι μη έχοντας την καλύτερη δυνατή οπτική γωνία περίμενε την αντίδραση του αρμόδιου επόπτη που ποτέ δεν υπήρξε και έτσι έκανε ένα από τα μεγαλύτερα λάθη στην ιστορία του αθλήματος.

    Ο Σίλτον σε συνέντευξή του στις αρχές του 2020 δήλωσε πως θεωρεί τον Μαραντόνα ως τον κορυφαίο ποδοσφαιριστή όλων των εποχών αλλά δεν τον σέβεται εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν ζήτησε συγγνώμη ποτέ διευκρινίζοντας ότι η εθνική του αποσυντονίστηκε μετά αυτό το γεγονός.

    Το δεύτερο γκολ σημειώθηκε τέσσερα λεπτά αργότερα και προήλθε σε μια επέλαση περίπου 60 μέτρων μακριά από το αντίπαλο τέρμα, πέρασε πέντε παίκτες της Αγγλίας μαζί με τον τερματοφύλακα. Έτσι προέκυψε η αντίθεση ανάμεσα στα δύο γκολ του εναντίον της Αγγλίας: «παράνομο» το πρώτο, «εξιλέωση και αποκατάσταση» της απάτης του με το υπέροχο δεύτερο.

    Η γαλλική εφημερίδα L'Équipe περιέγραψε το Μαραντόνα σε εκείνο το παιχνίδι ως «μισός διάολος, μισός άγγελος». Ο προπονητής της εθνικής Αγγλίας Μπόμπι Ρόμπσον είπε ότι το δεύτερο «ήταν ένα γκολ βγαλμένα από την σφαίρα της φαντασίας». Ο ίδιος ο Μαραντόνα είπε για το πρώτο του τέρμα: «Αν μπορούσα να επιστρέψω στο παρελθόν και να αλλάξω την ιστορία, θα το έκανα. Τώρα μπορώ να ζητήσω συγνώμη μόνο για την πράξη μου. Αυτό που συνέβη, έγινε, η Αργεντινή έγινε παγκόσμια πρωταθλήτρια και έγινα ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στον πλανήτη».

    Η μείωση του σκορ στο 81ο λεπτό από τον πρώτο σκόρερ της διοργάνωσης Γκάρι Λίνεκερ δεν άλλαξε τον ρου της ιστορίας. Ο αγώνας ώθησε τον Μαραντόνα προς την αναγνώριση ως τον σούπερ σταρ του αθλήματος, καθιστώντας τον ως τον πιο συναρπαστικό αντι-ήρωα του παιχνιδιού.. Το 2015 ο Αργεντινός επισκέφθηκε τον Τυνήσιο διαιτητή της συνάντησης και του πρόσφερε μία φανέλα του της εθνικής ομάδας υπογεγραμμένη. Ως φόρο τιμής στην απόδοση του Μαραντόνα, οι αρχές στο Στάδιο Αζτέκα τοποθέτησαν άγαλμά του, αφιερωμένο στο «Γκολ του Αιώνα» στην είσοδο του σταδίου.

    Η εμφάνισή του στον ημιτελικό απέναντι στην Εθνική Βελγίου (25 Ιουνίου, 2-0 με δύο δικά του τέρματα στο δεύτερο ημίχρονο), ήταν μνημειώδης και έχει χαρακτηριστεί και βαθμολογηθεί από ειδικούς του αθλήματος ως η καλύτερη ενός ποδοσφαιριστή σε αγώνα τελικής φάσης Παγκοσμίου Κυπέλλου.

    Στον τελικό της 29ης Ιουνίου, η Δυτική Γερμανία προσπάθησε να τον συγκρατήσει με διπλή φρούρηση κάτι που έγινε επιτυχώς, το κύριο καθήκον ανήκε στον Λόταρ Ματέους αλλά ωστόσο βρήκε τους χώρους και έδωσε την ασίστ της νίκης με 3-2.

    Η Αργεντινή προηγήθηκε στο πρώτο ημίχρονο με 2-0 αλλά ισοφαρίστηκε από τους Γερμανούς μέχρι να έρθει η λύτρωση για τους λατινοαμερικάνους. Η απόδοση του Μαραντόνα στον τελικό ήταν λιγότερο εντυπωσιακή αλλά όχι λιγότερο χρήσιμη σε σχέση με τις προηγηθείσες συναντήσεις, γεγονός που επιβεβαίωσε την άποψη ότι η Αργεντινή ήταν δίκαια παγκόσμια πρωταθλήτρια και δεν είχε μόνο έναν σούπερ αστέρι, ισχυρισμοί που είχαν υποστηρικτές μετά κυρίως τους δύο προηγούμενους αγώνες της ομάδας.

    Κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης, ο Μαραντόνα προσπάθησε ή δημιούργησε πάνω από το ήμισυ των τερμάτων της Αργεντινής, πραγματοποίησε 90 ντρίμπλες, περίπου τρεις φορές περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο παίκτη και ανακόπηκε 53 φορές (αριθμός ρεκόρ στην ιστορία του θεσμού) κερδίζοντας για την ομάδα του δύο φορές περισσότερα φάουλ από οποιονδήποτε άλλο.[204] Συμμετείχε σε 10 από τα 14 γκολ της Αργεντινής, ενώ ήταν και τρίτος σκόρερ της διοργάνωσης.

    Ψηφίστηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης και στην καλύτερη ενδεκάδα. Εκείνη τη χρονιά ψηφίστηκε καλύτερος ποδοσφαιριστής της χρονιάς στη χώρα του για τέταρτη φορά και καλύτερος αθλητής για δεύτερη φορά.

    Το Μουντιάλ του 1994

    Η πρόκριση της Αργεντινής στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου των Η.Π.Α. παίχτηκε σε αγώνα μπαράζ με την Αυστραλία. Θορυβημένη η Ομοσπονδία και η τεχνική ηγεσία κάλεσαν τον Μαραντόνα να βοηθήσει ο οποίος δέχτηκε αλλά έπρεπε να προετοιμαστεί διεξοδικά για την επιστροφή του. Το αστέρι της Αργεντινής στρατολογήθηκε σε ένα αγρόκτημα και υποβλήθηκε σε αυστηρή διατροφή, ενώ προπονούταν σκληρά. Ο Μαραντόνα έχασε 15 κιλά και επέστρεψε δείχνοντας σε άριστη κατάσταση.

    Έτσι στη διοργάνωση του 1994, η πρωταθλήτρια Νότιας Αμερικής του 1993 Αργεντινή είχε το πνεύμα του νικητή και ως ένα από τα φαβορί περίμενε την ώρα της στέψης. Διέθετε ταχύτητα, δύναμη, συνδυασμούς, εφευρετικότητα, επιθετική διάθεση με τον ηγέτη Μαραντόνα αναγεννημένο κι έτοιμο να πάρει την μπαγκέτα του μαεστρικά να οδηγήσει την ομάδα στην κορυφή, όπως θα έκανε ένας μελίρρυτος μαέστρος σε μία συμφωνική ορχήστρα και τα πρώτα δείγματα απέναντι στην Ελλάδα ήρθαν να επιβεβαιώσουν το γεγονός. Πρεμιέρα στο Μουντιάλ η εθνική Αργεντινής κάνει στις 21 Ιουνίου απέναντι στην Ελλάδα του Αλκέτα Παναγούλια με τον Γκαμπριέλ Μπατιστούτα να σημειώνει χατ-τρικ και τον Μαραντόνα να προσθέτει άλλο μετά από εντυπωσιακό συνδυασμό σε μία αναμέτρηση που ένα πολύ μεγαλύτερο σκορ δεν θα ήταν υπερβολή. Μετά το γκολ απέναντι στην Ελλάδα, ο Μαραντόνα είχε έναν από τους πιο διάσημους εορτασμούς γκολ στον Παγκόσμιο Κύπελλο καθώς έτρεξε προς μια από τις κάμερες που περιστρέφονταν με ένα παραμορφωμένο πρόσωπο και γουρλωμένα μάτια.

    Μετά την Ελλάδα ακολουθεί η Νιγηρία και με δύο γκολ του Κανίγια η Αργεντινή επικρατεί με 2-1. Όλα, όμως, άλλαξαν με την αποκάλυψη ότι ο Μαραντόνα ήταν ντοπαρισμένος (χρήση εφεδρίνης - ουσία που χρησιμοποιείται συνήθως για απώλεια βάρους). Τιμωρήθηκε με αποκλεισμό 15 μηνών. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι είχε την έγκριση να χρησιμοποιήσει το φάρμακο πριν τη διοργάνωση για να τον βοηθήσει στην απώλεια βάρους, στόχος που επιτεύχθηκε αγωνιζόμενος στα σχεδόν 75 κιλά όπως στη διοργάνωση του Μεξικού.

    Αυτό αποδείχθηκε ότι ήταν το τελευταίο διεθνές τέρμα και η τελευταία εμφάνιση για τη χώρα του που ήταν ταυτόχρονα ρεκόρ επίτευξης τερμάτων και συμμετοχών για την εθνική Αργεντινής. Συμμετέχοντας σε τέσσερα Παγκόσμια Κύπελλα αγωνίστηκε σε 21 αγώνες (επίδοση που ισοφάριζε το τότε ρεκόρ), σε 16 ήταν αρχηγός (επίδοση ρεκόρ), σημείωσε 8 τέρματα και ψηφίστηκε αργότερα δύο φορές (1994, 2013) ως ο δεύτερος καλύτερος ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε στην κορυφαία διοργάνωση πίσω από τον Πελέ. Ήταν όμως ήδη 34 ετών και αντικειμενικά οι πιθανότητες ανάκαμψης ήταν λίγες.

    Οι ψηφοφορίες της ΦΙΦΑ

    Το 2000, κέρδισε το βραβείο της ΦΙΦΑ ως ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του 20ού αιώνα, το οποίο πραγματοποιήθηκε με ψηφοφορία στην επίσημη ιστοσελίδα της Ομοσπονδίας, στο επίσημο περιοδικό της και σε μεγάλη κριτική επιτροπή. Ο Μαραντόνα κέρδισε τη δημοσκόπηση με βάση το διαδίκτυο, συγκεντρώνοντας το 53,6% των ψήφων έναντι 18,5% του Πελέ που ήταν δεύτερος.

    Παρά ταύτα, και λίγο πριν την τελετή, η ΦΙΦΑ πρόσθεσε ένα δεύτερο βραβείο και όρισε μια επιτροπή «ποδοσφαιρικής οικογένειας» που αποτελούνταν από ποδοσφαιρικούς δημοσιογράφους, οι οποίοι έδωσαν στον Πελέ τον τίτλο του καλύτερου παίκτη του αιώνα, ο Αργεντινός κατατάχθηκε τρίτος πίσω και από τον Αλφρέδο Ντι Στέφανο και έτσι ο τίτλος μοιράστηκε. Ο Μαραντόνα διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτή την αλλαγή στη διαδικασία και δήλωσε πως δεν θα παρευρεθεί στην τελετή εάν πάρει ο Πελέ το βραβείο. Τελικά, αποφασίζεται να απονεμηθούν δύο βραβεία ένα για τον καθένα. Ο Ντιέγκο δέχτηκε το βραβείο του, αλλά έφυγε από την τελετή χωρίς να δει τον Πελέ να παραλαμβάνει το δικό του. Ακόμη, εκλέχθηκε 2ος καλύτερος του 20ού αιώνα σε ειδική ψηφοφορία του περιοδικού France Football, ανάμεσα στους νικητές της Χρυσής Μπάλας το 1999 με 65 ψήφους έναντι 122 του πρώτου Πελέ, ενώ ήταν επίσης 2ος στις ψηφοφορίες του World Soccer, του ιταλικού Guerin Sportivo και του βραζιλιάνικου Placar, πάντα πίσω από τον Πελέ.

    Μαραντόνα, το είδωλο

    Τόσο στην Αργεντινή όσο και στη Νάπολη, ο Μαραντόνα έγινε σύμβολο, αθλητικός ήρωας, «θεός». Μεγάλωσε στις παραγκουπόλεις του Μπουένος Άιρες, όπου ο όρος viveza criolla- «εγγενής πονηριά» και η ικανότητα να ξεγελάσει αυτούς που είχαν την εξουσία θεωρείται ως θετικό ποιοτικό στοιχείο. 20.000 άτομα έγραψαν το Viva Maradona στις ψήφους τους στα τέλη της δεκαετίας του 1980, μια τρίχα από το κεφάλι του φυλάσσεται με ασφάλεια σε τοπικό ιερό. Η παρουσία του στο σύνολό της (με όλα τα πλεονεκτήματα και τις ιδιαιτερότητες- ακόμα και τις οφθαλμοφανώς αρνητικές) και όχι μόνο τα αθλητικά επιτεύγματα ήταν τέτοια που οδήγησε σε εκδηλώσεις λατρείας.[286] Στην υποτιθέμενη δημοκρατική βάση του αθλητισμού, ο ήρωας αντιπροσωπεύει όχι μόνο το επιθυμητό επίτευγμα, αλλά και τον κοινό χαρακτήρα των ευκαιριών. Ο Μαραντόνα φαίνεται να άγγιξε τις ψυχές των ανθρώπων απλά γι' αυτό που είναι και πρέπει επίσης να προστεθεί ο μύθος της αντιπαράθεσης του με τους «ισχυρούς», ηγέτες των ομοσπονδιών και ομάδων της βόρειας Ιταλίας, ως εκπρόσωπος των «καταπιεσμένων», των φτωχών της νότιας χώρας. Ήταν η φιγούρα του ήρωα που οδηγεί με αμίμητες δράσεις τους αδύναμους σε εντυπωσιακές νίκες απέναντι στους ισχυρούς. Όπως έγραψε ο Oυρουγουανός συγγραφέας Εντουάρντο Γκαλεάνο «Ο Ντιέγο Μαραντόνα δεν λατρεύτηκε μόνο για τα μοναδικά ζογκλερικά του, αλλά επειδή ήταν ένας θεός βρώμικος, αμαρτωλός. Ο πιο ανθρώπινος από τους θεούς».

    Από την ειδωλολατρία που υπάρχει στην Αργεντινή, ο πρώην συμπαίκτης του Χόρχε Βαλντάνο δήλωσε τον Ιούνιο του 2006, στη γερμανική εφημερίδα Süddeutsche Zeitung: «Τη στιγμή που η Μαραντόνα αποσύρθηκε από το ενεργό δράση, έφυγε από την τραγωδία της Αργεντινής. Ο Μαραντόνα ήταν κάτι περισσότερο από ένα μεγάλο ποδοσφαιριστή. Ήταν ένας εξαιρετικός παράγοντας αποζημίωσης για μια χώρα που σε λίγα χρόνια γνώρισε αρκετές στρατιωτικές δικτατορίες και κοινωνικές απογοητεύσεις κάθε είδους. Ο Μαραντόνα προσέφερε στους Αργεντινούς μια διέξοδο από τη συλλογική απογοήτευσή του και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι τον λατρεύουν εκεί ως θεϊκή φιγούρα». Η άποψη αυτή είναι καθώς ποτέ ένας αθλητής δεν ενσάρκωσε την ιδέα της χώρας του περισσότερο από τον Μαραντόνα με την Αργεντινή. Ο κοινωνιολόγος Ελισέο Βερόν συμφωνεί ότι ο Μαραντόνα αντικατοπτρίζει τις «πεποιθήσεις και τις συλλογικές ανάγκες των άπορων, των φτωχών, εκείνων που πρέπει να πιστέψουν ότι ο Θεός είναι κοντά και έτσι να ταυτιστεί με τον Ντιέγκο».

    Η Μαραδονική Εκκλησία στο Ροζάριο

    Ένα παράδειγμα αυτής της ειδωλολατρίας είναι η Μαραδονική Εκκλησία, ιδρυθείσα το 1998 στο Ροζάριο. Στην Αργεντινή και σε διάφορα μέρη του κόσμου υπάρχει αυτή η παρωδία της θρησκείας που σχετίζεται με τη λατρεία του Μαραντόνα ως θεού. Τα ιδρυτικά μέλη υπολογίστηκαν σε 200 και οι «οπαδοί» σε άνω των 20.000 όπως φαίνονταν από τον επίσημο ιστότοπο το 2004.

    Νεότερεςμ μάλιστα, πληροφορίες θέλουν την επέκταση του θρησκευτικού ιδιώματος και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής πλην της πατρίδας του καθώς και στη Γαλλία και το Καναδά και τον αριθμό των πιστών σε τουλάχιστον 500.000.

    Για αυτούς, το 1961 είναι το έτος 1 DD, «μετά τον Ντιέγκο» και σηματοδοτεί την αρχή της «μαραδονικής εποχής». Επίσης, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του το 2004, πολλοί οπαδοί του παίκτη πλησίασαν τις πόρτες της κλινικής της Αργεντινής και κρεμούσαν αφίσες με μηνύματα υποστήριξης στους τοίχους. Μεταξύ αυτών είναι μηνύματα όπως Θα ζεις πάντα, «ο Θεός δεν θέλει ανταγωνισμό» ή «ο Ιησούς αναστήθηκε μία φορά. Εσύ χιλιάδες».

    Οι πιστοί συγκεντρώνονται κάθε εβδομάδα σε όλο τον κόσμο όπου μοιράζονται μαρτυρίες για το αποτέλεσμα του Μαραντόνα στη ζωή τους, βαφτίζονται σε ένα τελετουργικό που τους εμπλέκει να αναδημιουργήσουν το στόχο «το χέρι του Θεού» και να γιορτάσουν τη δική τους εκδοχή των Χριστουγέννων στις 30 Οκτωβρίου (γενέθλια του Μαραντόνα). Ο ίδιος ο Μαραντόνα είναι απρόθυμος να δεχθεί αυτές τις συγκρίσεις. Σε αρχειακό υλικό έρχεται σε αντίθεση με έναν Ιταλό παρουσιαστή τηλεόρασης που δηλώνει ότι «οι Ναπολιτάνοι έχουν το Μαραντόνα μέσα τους περισσότερο από ό,τι έχουν το ίδιο το Θεό».

    Η καριέρα του ως προπονητής

    Η προπονητική καριέρα του ξεκίνησε στη δεκαετία του 1990 προτού εγκαταλείψει την ενεργό δράση κατά τη διάρκεια της τιμωρίας του αναλαμβάνοντας δύο φορές για μικρό χρονικό διάστημα (μηνών) ομάδες στη χώρα του ανεπίσημα, καθώς δεν διαθέτει την απαραίτητη άδεια.Το Νοέμβριο του 2008, ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της εθνικής Αργεντινής νικώντας τη Σκωτία στο ντεμπούτο του με 1-0. Οδήγησε την Αργεντινή στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2010, αλλά παρέμεινε στην τεχνική ηγεσία μέχρι τον Ιούλιο αποχωρώντας μετά την συντριβή της ομάδας του από την Γερμανία με 4-0. Τον Μάιο του 2011 ο Ντιέγκο Μαραντόνα ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Αλ Γουάσλ, ομάδας από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπου έμεινε για ένα χρόνο. Επανήλθε στα Εμιράτα το 2017 για μία ακόμη χρονιά με την Αλ Φουτζέιρα. Το 2019 επέστρεψε στην πατρίδα του ως προπονητής αναλαμβάνοντας τη Χιμνάσια ι Εσγρίμα ντε Λα Πλάτα, οπου παρέμεινε ως προπονητής μέχρι τον θάνατο του.

    Πηγή πληροφοριών: Wikipedia.gr

    σχολίασε κι εσύ
    σχετικά άρθρα