Οι τελευταίες ανακοινώσεις του Αμερικανού Προέδρου κ. Τραμπ για περαιτέρω μείωση 5.000 Αμερικανών στρατιωτικών που σταθμεύουν στη Γερμανία, σε συνδυασμό με την αύξηση 25% των δασμών στα οχήματα που εισάγονται στις ΗΠΑ από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) καταδεικνύουν ότι η ρήξη μεταξύ ΗΠΑ και Βρυξελλών κλιμακώνεται.
Παράλληλα, αναδεικνύουν ότι η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο πλευρών αποκτά πλέον δομικά χαρακτηριστικά, καθώς ο Πρόεδρος Τραμπ επανακαθορίζει τις ευρω-ατλαντικές σχέσεις στη βάση μιας πιο συναλλακτικής σχέσης κόστους – οφέλους.
Επιπλέον, η αμερικανική δυσαρέσκεια για τη στάση των ευρωπαϊκών κρατών σε κρίσιμα ζητήματα όπως η μη στήριξή τους στο πόλεμο εναντίον του Ιράν και η άρνησή τους να συνδράμουν στην αποναρκοθέτηση των Στενών του Ορμούζ, συνδυάζεται πλέον με την κλιμάκωση ενός επιθετικού οικονομικού πολέμου, που λειτουργεί ως εργαλείο πίεσης και αναδιάταξης ισχύος.
Οι εξελίξεις αυτές, σε συνδυασμό με την πρόθεση του κ. Ντόναλτ Τράμπ να επιβραβεύσει χώρες όπως η Ελλάδα, η Πολωνία, η Ρουμανία και η Λιθουανία, οι οποίες εμφανίζονται πιο υποστηρικτικές προς την αμερικανική πολιτική, δείχνουν ότι σε μια περίοδο όπου οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν την Ε.Ε. με αυξημένη καχυποψία και ανταγωνισμό, ο Αμερικανός Πρόεδρος αναζητά αξιόπιστους συνομιλητές και συμμάχους εντός της Ευρώπης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα εμφανίζεται ως μια χώρα που χωρίς να αποκλίνει από τον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό, διατηρεί ταυτόχρονα ανοιχτούς και λειτουργικούς διαύλους επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον, διεκδικώντας έναν ρόλο αξιόπιστου συνομιλητή και συμμάχου των ΗΠΑ.
Συγκεκριμένα, η υψηλή συμμετοχή της στις αμυντικές δαπάνες του ΝΑΤΟ, η ενεργός εμπλοκή της σε περιφερειακά σχήματα ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο και η στρατηγική της σχέση με το Ισραήλ, ενισχύουν τη θέση της στη νέα αμερικανική στρατηγική ασφαλείας.
Αυξημένης γεωπολιτικής σημασίας χώρα η Ελλάδα για τις ΗΠΑ
Στο πλαίσιο αυτό, η στρατηγική επιλογή του Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη να παράσχει στρατιωτικές διευκολύνσεις στις ΗΠΑ (παρά τις αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας) για τον πόλεμο κατά του Ιράν, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη διάθεση της βάσης της Σούδας, καθιστά την Ελλάδα παράγοντα αυξημένης γεωπολιτικής σημασίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παράλληλα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσωπική σχέση του Πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη με τον Ντόναλντ Τράμπ, η οποία φαίνεται να αποκτά λειτουργικά χαρακτηριστικά.
Οι δημόσιες τοποθετήσεις του Αμερικανού Προέδρου και τα θετικά σχόλιά του προς τον Έλληνα Πρωθυπουργό –παρά τις εκτιμήσεις αντιπολιτευτικών κύκλων στην Ελλάδα που προέβλεπαν την απομάκρυνση του κ. Μητσοτάκη από τον Πρωθυπουργικό θώκο και την υποβάθμιση της Ελλάδας – υποδηλώνουν μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και στενής συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών.
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα παραμένει αναπόσπαστο μέρος της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας και πολιτικής, συμμετέχοντας ενεργά στις συλλογικές αποφάσεις της Ε.Ε. και επιδιώκοντας τη διατήρηση της συνοχής του ευρωπαϊκού πλαισίου σε μια περίοδο που οι διατλαντικές σχέσεις δοκιμάζονται.
Παράθυρο στρατηγικής ευκαιρίας
Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει την αντιπαράθεση Τραμπ – Βρυξελλών όχι ως απειλή, αλλά ως παράθυρο στρατηγικής ευκαιρίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το παράθυρο αυτό τροφοδοτείται από τη διαφοροποίηση στρατηγικών προτεραιοτήτων μεταξύ ΗΠΑ και Ε.Ε. και η διάρκειά του δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη, καθώς εξαρτάται από παράγοντες όπως οι εκλογικές εξελίξεις στις ΗΠΑ, ενδεχόμενες κρίσεις ασφαλείας που θα επιβάλουν επαναπροσέγγιση των δύο πλευρών εντός του ευρωατλαντικού πλαισίου.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η στρατηγική ευκαιρία για την Ελλάδα δεν είναι αφηρημένη, αλλά συγκεκριμένη και πολυεπίπεδη.
Σε διπλωματικό επίπεδο, η Ελλάδα καλείται να ισορροπήσει μεταξύ δύο παράλληλων και ενίοτε αποκλινόντων πλαισίων στρατηγικής αναφοράς, διατηρώντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα διατήρησης και ενίσχυσης ταυτόχρονων διαύλων επικοινωνίας και συνεργασίας με τις ΗΠΑ και την Ε.Ε..
Σε επίπεδο ασφάλειας, συνδέεται με τον αναβαθμισμένο ρόλο της χώρας στο ΝΑΤΟ και στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ σε περιφερειακό επίπεδο, αφορά τη δυνατότητα συμμετοχής σε σχήματα συνεργασίας που ενισχύουν τη γεωπολιτική της βαρύτητα ως σταθεροποιητικού παράγοντα.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα δεν πρέπει να αγνοήσει το γεγονός ότι οι περιφερειακές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο προσαρμόζονται στη νέα διατλαντική πραγματικότητα, με την Τουρκία να επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα ρευστό και έντονα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον.
Χρήσιμος διαμεσολαβητής
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως χρήσιμος διαμεσολαβητής και να επηρεάσει καθοριστικά τις στρατηγικές επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή να διαμορφώσει τους όρους της διατλαντικής σχέσης.
Το ζητούμενο επομένως για την Ελληνική διπλωματία δεν είναι η μετατόπιση από τον έναν άξονα στον άλλον, αλλά η συνδυαστική αξιοποίησή τους με τρόπο που ενισχύει τη διαπραγματευτική και γεωπολιτική ισχύ της χώρας.
Ωστόσο, το συγκεκριμένο «παράθυρο ευκαιρίας» ενέχει και σαφή ρίσκα.
Η υπερβολική ταύτιση με τη μία πλευρά μπορεί να οδηγήσει σε πολιτικές ή διπλωματικές τριβές, ενώ η προσπάθεια ταυτόχρονης ισορροπίας ενδέχεται να δημιουργήσει ερμηνείες ασυμβατότητας εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου.
Το κρίσιμο διακύβευμα επομένως, για την ελληνική κυβέρνηση δεν είναι η μονομερής ενίσχυση ενός άξονα, αλλά η διατήρηση μιας ισορροπημένης στρατηγικής που θα επιτρέπει στην Ελλάδα να αξιοποιεί τη θέση της χωρίς να εγκλωβίζεται σε επιλογές που περιορίζουν την ευελιξία της.
Υπό αυτό το πρίσμα, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η αντιπαράθεση μεταξύ Τράμπ – Βρυξελλών συνιστά ένα ευρύτερο πλαίσιο αναδιάταξης ισχύος στο οποίο η Ελλάδα καλείται να τοποθετηθεί με προσοχή και στρατηγική διορατικότητα.
Υπό αυτή την οπτική, η αξία της τρέχουσας συγκυρίας δεν έγκειται απλώς στη διατλαντική απόκλιση, αλλά στο κατά πόσο η Ελλάδα θα καταφέρει να μετατρέψει μια μεταβατική φάση του διεθνούς συστήματος σε διαρκές στρατηγικό πλεονέκτημα, λειτουργώντας ως χρήσιμος και αξιόπιστος διαμεσολαβητής μεταξύ δύο πόλων που παρά τις εντάσεις, παραμένουν αλληλεξαρτώμενοι.
