Τη νύχτα της 30ής προς 31η Ιανουαρίου 1996, η Ελλάδα και η Τουρκία έφθασαν στο χείλος της ένοπλης σύγκρουσης με αφορμή τις βραχονησίδες Ίμια. Η κρίση ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 1995, όταν τουρκικό φορτηγό πλοίο προσάραξε στα Ίμια και οι τουρκικές αρχές αμφισβήτησαν για πρώτη φορά επισήμως την ελληνική κυριαρχία επ’ αυτών.
Ακολούθησε κλιμάκωση, τοποθέτηση σημαιών, στρατιωτικές κινήσεις, παρουσία στόλων στο Αιγαίο και τελικά, η μυστική αποβίβαση Τούρκων κομάντος στη μία βραχονησίδα. Η κρίση έληξε με αμερικανική διαμεσολάβηση και τη φόρμουλα «no ships, no flags, no troops», δηλαδή αποχώρηση δυνάμεων και σημαιών. Όμως το τίμημα υπήρξε βαρύ: τρεις Έλληνες αξιωματικοί –ο Χριστόδουλος Καραθανάσης, ο Παναγιώτης Βλαχάκος και ο Έκτορας Γιαλοψός– έπεσαν εν ώρα καθήκοντος, κατά την πτώση ελικοπτέρου του Πολεμικού Ναυτικού.
Άμεσα, η κρίση δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα στο Αιγαίο, όπου η Τουρκία εισήγαγε για πρώτη φορά επίσημα τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών», δηλαδή την αμφισβήτηση της κυριαρχίας σε νησίδες και βραχονησίδες που έως τότε θεωρούνταν αναμφισβήτητα ελληνικές.
Διαχρονικά, τα Ίμια αποτέλεσαν σημείο καμπής στη στρατηγική ισορροπία. Από το 1996 και μετά, παρατηρείται:
- Συστηματική τουρκική αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
- Κλιμάκωση παραβιάσεων εναέριου χώρου και υπερπτήσεων.
- Εδραίωση της λογικής της «διαχείρισης κρίσεων» αντί της αποτροπής.
- Μετατόπιση του διεθνούς λόγου από το «ποιος έχει δίκαιο» στο «να μη διαταραχθεί η σταθερότητα».
Η κρίση των Ιμίων δεν υπήρξε μεμονωμένο επεισόδιο· υπήρξε το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίστηκε η τουρκική αναθεωρητική στρατηγική των επόμενων δεκαετιών.
Η Τουρκία αξιοποίησε τα Ίμια ως στρατηγικό προηγούμενο και πέτυχε να μετατρέψει ένα ζήτημα ελληνικής κυριαρχίας σε «διμερή διαφορά» και να επιβάλει διεθνώς την έννοια της «αμφισβητούμενης περιοχής».
Να καλλιεργήσει τη θεωρία ότι το Αιγαίο είναι «ειδική περίπτωση» και όχι σαφώς ρυθμισμένο από το διεθνές δίκαιο. Να ελέγχει την κλιμάκωση, αφού προκαλεί, μετρά τις αντιδράσεις και παγιώνει τετελεσμένα χαμηλής έντασης.
Η στρατηγική αυτή κορυφώθηκε με το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τις επαναλαμβανόμενες αμφισβητήσεις ελληνικών νησιών, ακόμα και κατοικημένων. Όλα αυτά στη διεθνή ορολογία ονομάζονται creeping jurisdiction/ έρπουσα δικαιοδοσία.
Το 1996 η Ελλάδα όφειλε να είχε αντιληφθεί ότι δεν επρόκειτο για ένα επεισόδιο, αλλά για στρατηγική στροφή της Τουρκίας. Έπρεπε να μην αποδεχθεί τη λογική της «αμοιβαίας αποκλιμάκωσης» σε ελληνικό έδαφος. Να διεθνοποιήσει αμέσως το ζήτημα ως παραβίαση συνόρων. Να διαμορφώσει σαφή εθνική στρατηγική αποτροπής.
Έτσι, σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, η Ελλάδα οφείλει:
- Να επενδύει διαρκώς σε αξιόπιστη στρατιωτική ισχύ.
- Να χαράσσει κόκκινες γραμμές και να τις καθιστά πειστικές.
- Να αξιοποιεί το διεθνές δίκαιο, αλλά χωρίς την ψευδαίσθηση ότι αυτό από μόνο του αρκεί.
- Να συγκροτήσει ενιαίο εθνικό δόγμα εξωτερικής πολιτικής, πέρα από κυβερνητικές εναλλαγές.
- Η αποτροπή δεν είναι επιθετικότητα· είναι προϋπόθεση ειρήνης.
Συμπερασματικά, τα Ίμια δεν ανήκουν στο παρελθόν. Ανήκουν στο παρόν και στο μέλλον της ελληνικής στρατηγικής συνείδησης. Η κρίση του 1996 δίδαξε ότι η απουσία αποφασιστικότητας παράγει αναθεωρητισμό, ενώ η σαφής ισχύς παράγει σεβασμό.
Τριάντα χρόνια μετά, το ζητούμενο δεν είναι η αναβίωση της έντασης, αλλά η οικοδόμηση μιας σοβαρής εθνικής στάσης με αυτοπεποίθηση, στρατηγικό βάθος και ιστορική μνήμη. Γιατί τα κράτη που ξεχνούν, επαναλαμβάνουν τα λάθη τους• και τα κράτη που δεν αποτρέπουν, τελικά δοκιμάζονται.
Του Δημ. Σταθακόπουλου, Δρα Παντείου Πανεπιστημίου, Συνεργάτη του Εργαστηρίου Τουρκικών & Ευρασιατικών Μελετών ( ΕΤΕΜ) του Πανεπιστημίου Πειραιά, Νομικού , Οθωμανολόγου – Τουρκολόγου.