Αυξημένο ενδιαφέρον για τον αντιγριπικό εμβολιασμό καταγράφεται στην Ελλάδα, καθώς η πτώση της θερμοκρασίας κινητοποιεί ολοένα περισσότερους πολίτες. Από τις αρχές Οκτωβρίου έχουν ήδη χορηγηθεί περίπου 500.000 δόσεις αντιγριπικού εμβολίου, ενώ επάρκεια παρατηρείται στα φαρμακεία της χώρας. Αντίθετη είναι, ωστόσο, η εικόνα στον εμβολιασμό κατά της COVID-19, όπου το ενδιαφέρον παραμένει περιορισμένο, παρά την αύξηση των νοσηλειών και της θετικότητας του κορωνοϊού.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο γενικός γραμματέας του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου (ΠΦΣ), Μανόλης Κατσαράκης, η ζήτηση για το αντιγριπικό εμβόλιο έχει ενισχυθεί το τελευταίο διάστημα, με τους πολίτες να σπεύδουν στα φαρμακεία ενόψει της χειμερινής περιόδου.
Από την έναρξη της εμβολιαστικής περιόδου, στις 2 Οκτωβρίου, έχουν χορηγηθεί περίπου 500.000 δόσεις αντιγριπικού εμβολίου, εκ των οποίων οι 350.000 χωρίς ιατρική συνταγή.
Περισσότερο από το 90% των αντιγριπικών εμβολίων χορηγείται στα φαρμακεία, ενώ, σύμφωνα με τον κ. Κατσαράκη, δεν παρατηρούνται ελλείψεις.
Για τη φετινή περίοδο έχουν εισαχθεί συνολικά στην Ελλάδα 3,64 εκατομμύρια δόσεις, με το μεγαλύτερο μέρος τους να έχει ήδη διατεθεί στο φαρμακευτικό δίκτυο.
Πώς γίνεται ο αντιγριπικός εμβολιασμός – Πότε χρειάζεται συνταγή
Όπως επισημαίνει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, οι πολίτες μπορούν να πραγματοποιήσουν τον αντιγριπικό εμβολιασμό τους απευθείας στα φαρμακεία, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη επίσκεψη σε γιατρό για συνταγογράφηση.
Συγκεκριμένα, το συμβατικό αντιγριπικό εμβόλιο χορηγείται με τη χρήση του ΑΜΚΑ, χωρίς ιατρική συνταγή, τόσο σε ασφαλισμένους όσο και σε ανασφάλιστους.
Διαφορετική διαδικασία ισχύει για το ενισχυμένο αντιγριπικό εμβόλιο, το οποίο απευθύνεται σε συγκεκριμένες ομάδες ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών και απαιτεί ιατρική συνταγή.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι ο εμβολιασμός πρέπει να πραγματοποιείται εγκαίρως, ιδιαίτερα από όσους αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης.
Και αυτό γιατί απαιτούνται περίπου δύο εβδομάδες μετά τη χορήγηση του εμβολίου για να αναπτυχθεί η ανοσολογική προστασία.
Στην Ελλάδα, η δραστηριότητα της εποχικής γρίπης συνήθως αρχίζει να αυξάνεται τον Ιανουάριο και κορυφώνεται τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο. Ωστόσο, η ακριβής χρονική στιγμή έναρξης του επιδημικού κύματος δεν μπορεί να προβλεφθεί.
Ο αντιγριπικός εμβολιασμός δεν αποκλείει πλήρως το ενδεχόμενο μόλυνσης, συμβάλλει όμως σημαντικά στην πρόληψη της σοβαρής νόσησης και των επιπλοκών.
Γρίπη: 39 νέες εισαγωγές στα νοσοκομεία και έξι σοβαρά περιστατικά
Παρά το αυξημένο ενδιαφέρον για τον εμβολιασμό, η κυκλοφορία της γρίπης στην κοινότητα παραμένει προς το παρόν σε χαμηλά επίπεδα.
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση επιδημιολογικής επιτήρησης του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), η θετικότητα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από το 10%, το οποίο αποτελεί το επιδημικό κατώφλι για την έναρξη της εποχικής δραστηριότητας.
Μάλιστα, καταγράφεται μικρή υποχώρηση σε σύγκριση με την προηγούμενη εβδομάδα.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρουσιάζει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, την τελευταία εβδομάδα σημειώθηκαν 39 νέες εισαγωγές ασθενών με γρίπη στα νοσοκομεία, έναντι 52 την προηγούμενη εβδομάδα.
Παράλληλα, καταγράφηκαν έξι νέα σοβαρά περιστατικά εργαστηριακά επιβεβαιωμένης γρίπης, τα οποία χρειάστηκαν νοσηλεία σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ).
Δεν καταγράφηκε νέος θάνατος από γρίπη κατά το συγκεκριμένο διάστημα.
Ποιοι πρέπει να εμβολιαστούν κατά προτεραιότητα
Ο αντιγριπικός εμβολιασμός συστήνεται ιδιαίτερα στις ομάδες αυξημένου κινδύνου για σοβαρή νόσηση και επιπλοκές.
Κατά προτεραιότητα πρέπει να εμβολιαστούν:
● Άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω
● Βρέφη και παιδιά από 6 μηνών έως 5 ετών
● Ενήλικες και παιδιά με χρόνια νοσήματα (αναπνευστικά, καρδιακά, σακχαρώδης διαβήτης, νεφροπάθειες, ανοσοκαταστολή κ.ά.)
● Έγκυες (σε οποιαδήποτε εβδομάδα κύησης), λεχώνες και θηλάζουσες
● Άτομα με νοσογόνο παχυσαρκία
● Φροντιστές και άτομα που ζουν με βρέφη κάτω των 6 μηνών ή με άτομα με υποκείμενα νοσήματα
● Υγειονομικό προσωπικό και εργαζόμενοι σε χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας
● Διαμένοντες και εργαζόμενοι σε ιδρύματα χρονίως πασχόντων, μονάδες φιλοξενίας ηλικιωμένων, κλειστές δομές και κέντρα φιλοξενίας
● Επαγγελματίες σε συστηματική επαφή με πτηνά ή χοίρους (κτηνίατροι, πτηνοτρόφοι, χοιροτρόφοι κ.ά.)
COVID-19: Αυξήθηκαν στις 182 οι εισαγωγές, αλλά το ενδιαφέρον για το εμβόλιο παραμένει χαμηλό
Σε αντίθεση με την αυξημένη ανταπόκριση στον αντιγριπικό εμβολιασμό, περιορισμένο παραμένει το ενδιαφέρον για το εμβόλιο κατά της COVID-19, παρά τις ενδείξεις αυξημένης κυκλοφορίας του κορωνοϊού.
Σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ, η θετικότητα που προκύπτει από το σύνολο των διαγνωστικών ελέγχων για τον SARS-CoV-2 στην επικράτεια παρουσιάζει ανοδική τάση.
Κατά την εβδομάδα 19 έως 25 Οκτωβρίου, καταγράφηκαν 182 νέες εισαγωγές ασθενών με COVID-19 στα νοσοκομεία, έναντι 121 την προηγούμενη εβδομάδα.
Πρόκειται για αύξηση 61 εισαγωγών μέσα σε μία εβδομάδα.
Την ίδια περίοδο καταγράφηκαν μία νέα διασωλήνωση και ένας νέος θάνατος από COVID-19.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν τη διαφορετική επιδημιολογική εικόνα των δύο λοιμώξεων, καθώς οι εισαγωγές λόγω γρίπης μειώθηκαν, ενώ οι νοσηλείες εξαιτίας της COVID-19 αυξήθηκαν.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η γρίπη και ο κορωνοϊός κυκλοφορούν παράλληλα στην κοινότητα, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα σημαντική την προστασία των ευάλωτων ομάδων.
Μπορούν να γίνουν την ίδια ημέρα τα εμβόλια γρίπης και COVID-19;
Όπως διευκρινίζεται στο δημοσίευμα του ΑΠΕ-ΜΠΕ, το εμβόλιο κατά της COVID-19 μπορεί να χορηγηθεί την ίδια ημέρα με το αντιγριπικό εμβόλιο, αρκεί οι δύο ενέσεις να πραγματοποιηθούν σε διαφορετικά σημεία του σώματος.
Ωστόσο, υπάρχει διαφορά ως προς τους χώρους στους οποίους διενεργούνται οι εμβολιασμοί.
Ενώ το αντιγριπικό εμβόλιο μπορεί να χορηγηθεί στα φαρμακεία, ο εμβολιασμός κατά της COVID-19 πραγματοποιείται σε εμβολιαστικά κέντρα.
Ο εποχικός εμβολιασμός κατά του κορωνοϊού συστήνεται ιδιαίτερα σε άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω, καθώς και σε ανθρώπους με υποκείμενα νοσήματα, ανεξαρτήτως ηλικίας.
Με την είσοδο στον Νοέμβριο και την περαιτέρω πτώση της θερμοκρασίας, οι υγειονομικές αρχές επισημαίνουν τη σημασία της έγκαιρης πρόληψης, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος σοβαρής νόσησης και επιβάρυνσης των νοσοκομείων κατά τους χειμερινούς μήνες.