Μια θεμελιώδη αλλαγή στη στάση του απέναντι στην Tεχνητή Nοημοσύνη (ΑΙ) πραγματοποίησε ο Μπιλ Γκέιτς, καθώς από ένθερμος υποστηρικτής της τεχνολογίας εκφράζει πλέον ανοιχτά τον φόβο του για τις ανεξέλεγκτες επιπτώσεις της στην απασχόληση και την ψυχική υγεία των παιδιών.
Σε ένα εκτενές δοκίμιο-παρέμβαση 6.000 λέξεων με τίτλο «The turbulent AI era is here. The choices we make are critical» (Η ταραχώδης εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι εδώ. Οι επιλογές που κάνουμε είναι κρίσιμες), ο ιδρυτής της Microsoft μεταξύ άλλων κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις θέσεις εργασίας.
«Πολλές θέσεις εργασίας θα εξαφανιστούν για πάντα. Πιστεύω ότι καθώς η τεχνητή νοημοσύνη και τα ρομπότ βελτιώνονται, θα ξεχωρίσουμε ορισμένα πράγματα που θα κάνουν μόνο άνθρωποι. Άρχισα να αποκαλώ αυτόν τον τομέα “προστατευόμενο από ανθρώπους” (human reserved)», γράφει ο Γκέιτς.
«Μου αρέσει η φράση “human reserved” γιατί μου θυμίζει τα καταφύγια φύσης – μέρη όπου θα μπορούσαμε να χτίσουμε κτίρια και δρόμους, αλλά επιλέγουμε να μην το κάνουμε επειδή η απώλεια θα ήταν πολύ μεγάλη».
Ως παράδειγμα αναφέρει τους επαγγελματίες υγείας που φρόντιζαν τον πατέρα του, ο οποίος πέθανε από τη νόσο Αλτσχάιμερ πριν από έξι χρόνια.
«Κάτι στη φροντίδα που έδωσαν στον πατέρα μου ήταν αναντικατάστατα ανθρώπινο, κανένα ρομπότ δεν θα μπορούσε ή δεν θα έπρεπε να το είχε κάνει. Φανταστείτε ένα ρομπότ να σας ανακοινώνει τα δυσάρεστα νέα ότι έχετε μια ανίατη ασθένεια. Δεν υπάρχει τεχνικός λόγος για τον οποίο δεν θα μπορούσε. Ωστόσο, δεν θα έπρεπε», σημείωσε.
Η ισότητα στην εποχή του AI
«Στο ζήτημα της ισότητας», γράφει ο Γκέιτς, η τεχνητή νοημοσύνη θα αποτελέσει είτε «το ισχυρότερο» εργαλείο εξίσωσης των ευκαιριών «που έχει εφευρεθεί ποτέ», είτε «τη μεγαλύτερη πηγή αδικίας».
«Η πρόκληση είναι τιτάνια. Ακόμη και υπό τις καλύτερες συνθήκες, η μετάβαση σε αυτή τη νέα εποχή της τεχνητής νοημοσύνης θα είναι μία από τις πιο ταραχώδεις περιόδους στην ανθρώπινη ιστορία», προειδοποιεί.
«Πώς θα χρησιμοποιήσουμε αυτή την τεχνολογία για να κάνουμε τον κόσμο πιο δίκαιο και να εμποδίσουμε τη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών; Πώς θα προστατεύσουμε τους ανθρώπους που είναι πιο ευάλωτοι στις βλάβες που προκαλεί η τεχνητή νοημοσύνη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που χάνουν τα προς το ζην και την αίσθηση ότι ορίζουν το μέλλον τους;».
Η έλλειψη ετοιμότητας
Ο Γκέιτς προειδοποιεί επίσης ότι, οι κυβερνήσεις διεθνώς δεν είναι προετοιμασμένες για την κλίμακα των αλλαγών που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη.
«Η υψηλότερη προτεραιότητα είναι ένα τιτάνιο έργο: η δημιουργία ενός εγχώριου και διεθνούς πλαισίου για την αντιμετώπιση της τεχνητής νοημοσύνης. Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση των ΗΠΑ προχώρησε στη μεγαλύτερη αναδιοργάνωσή της από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με σκοπό τη βελτίωση μίας μόνο λειτουργίας, της εθνικής ασφάλειας», επεσήμανε.
«Η τεχνητή νοημοσύνη θα απαιτήσει πολύ, πολύ περισσότερα. Θα επηρεάσει την εθνική ασφάλεια καθώς και την απασχόληση, την εκπαίδευση, τη φορολογία, την ενέργεια, τις εκλογές, τον αέρα και το νερό, τη δημόσια υγεία, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, την επιβολή του νόμου, τις μεταφορές, τις δημόσιες εκτάσεις και τα συστήματα IT. Είναι θεμιτό να αναρωτιόμαστε αν οι θεσμοί του κόσμου είναι έτοιμοι για το ανταποκριθούν στο έργο του σχεδιασμού και της εφαρμογής αυτής της νέας αρχιτεκτονικής».
Στις μεγάλες προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν άμεσα οι κυβερνήσεις, ο Μπιλ Γκέιτς περιλαμβάνει και τις απειλές για τη βιοασφάλεια.
«Το ίδιο ισχύει και για τη βιοτρομοκρατία», σημείωνει. «Παρότι η τεχνητή νοημοσύνη θα οδηγήσει σε σωτήριες προόδους στον τομέα των φαρμάκων και των εμβολίων, παράλληλα θα καταστήσει ευκολότερο τον σχεδιασμό μιας νέας, θανατηφόρας ασθένειας. Για ακόμη μία φορά, οι θετικές δυνατότητες είναι δύσκολο να διαχωριστούν από τις επικίνδυνες. Πρόκειται για ένα πρόβλημα παγκόσμιων διαστάσεων».
Ανάγκη συνεργασίας ΗΠΑ – Κίνας
Παράλληλα, σημείωσε ότι ως μέρος της παγκόσμιας προσπάθειας «θα απαιτηθεί κάποια συνεργασία μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας».
Μάλιστα, το επιτελείο του εργάζεται για την οργάνωση συνάντησης με τον πρόεδρο της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, τον Νοέμβριο, με αντικείμενο τον περιορισμό των αυξανόμενων κινδύνων της τεχνητής νοημοσύνης — μια συνάντηση που θα είναι η πρώτη τους έπειτα από τρία χρόνια, όταν ο Γκέιτς είχε γίνει ο πρώτος ξένος επιχειρηματίας που φιλοξένησε ο Κινέζος Πρόεδρος μετά την πανδημία Covid-19.
Οι κίνδυνοι για την εκπαίδευση και την ανάπτυξη των παιδιών
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζει ο δισεκατομμυριούχος και για τις επιπτώσεις της τεχνολογίας στους νέους και τις ανθρώπινες σχέσεις.
«Ειρωνικά, το ίδιο εργαλείο που θα επιτρέψει στους ανθρώπους να μάθουν περισσότερα από ποτέ, θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει πολλούς ανθρώπους στο να μαθαίνουν λιγότερα. Μια προκαταρκτική έρευνα υπέδειξε ότι η εντονότερη χρήση τεχνητής νοημοσύνης συνδεόταν με λιγότερη κριτική σκέψη. Το αποτέλεσμα ήταν ισχυρότερο για τους νέους», αναφέρει.
Ανατρέχοντας στα δικά του παιδικά χρόνια στο Σιάτλ, ο 70χρονος σήμερα Γκέιτς μοιράζεται μια προσωπική εμπειρία: «Όταν μεγάλωνα στο Σιάτλ, δεν είχα πολλούς φίλους εκτός από μερικά άλλα αγόρια που ήταν σαν εμένα. Χρειάστηκε σκληρή δουλειά και πολλή βοήθεια από τη μητέρα μου για να αναπτύξω τις κοινωνικές μου δεξιότητες ώστε να μπορώ να σχετίζομαι με διαφορετικούς τύπους ανθρώπων».
«Αμφιβάλλω αν θα είχα καταβάλει την ίδια προσπάθεια αν είχα τότε έναν σύντροφο τεχνητής νοημοσύνης», εξομολογείται στο δοκίμιο.
«Σου μιλάνε με τρόπους με τους οποίους νιώθεις ήδη άνετα. Δεν σε ωθούν να βγεις από τη ζώνη άνεσής σου. Είναι πάντα διαθέσιμοι και δεν θυμώνουν ποτέ μαζί σου. Αυτό τους δίνει τη δυνατότητα να γίνουν εξαιρετικά εθιστικοί και να μας στερήσουν τα μαθήματα που μαθαίνουμε από τη σύνδεση με άλλους ανθρώπους», τονίζει ο Γκέιτς.
«Τα διαθέσιμα στοιχεία για το θέμα αυτό είναι ακόμα λίγα και κάπως αντιφατικά, αλλά υπάρχουν ενδείξεις που μας προκαλούν σοβαρή ανησυχία. Για παράδειγμα, σε μια μελέτη με περισσότερους από 1.100 χρήστες συντρόφων τεχνητής νοημοσύνης, ερευνητές από τα πανεπιστήμια του Στάνφορντ και του Κάρνεγκι Μέλον διαπίστωσαν ότι τα άτομα με μικρότερο κοινωνικό κύκλό ήταν πιο πιθανό να στραφούν σε ένα chatbot για συντροφιά. Και όσο πιο έντονη και συναισθηματικά προσωπική γινόταν αυτή η χρήση, τόσο χειρότερα ένιωθαν».
«Οι νέοι άνθρωποι θα μπορούσαν να επηρεαστούν για ολόκληρη τη ζωή τους».