Ένα μοναδικό ταξίδι στον χρόνο και στα άδυτα των αρχαίων μυστηρίων επιτρέπουν οι πρόσφατες ανακαλύψεις στην καρδιά της Μικράς Ασίας. Στο φως έρχονται σημάδια που αποκαλύπτουν νυχτερινές τελετές υπό το φως των δαυλών και γυναίκες που κρατούσαν στα χέρια τους τα ηνία της θρησκευτικής εξουσίας έρχονται ξανά στο φως.
Η αρχαιολογική σκαπάνη στην αρχαία Ακμονία ξυπνά μνήμες μιας άλλης εποχής, αποδεικνύοντας ότι το παρελθόν κρύβει ακόμη καλά φυλαγμένα μυστικά.
Μια ομάδα αρχαιολόγων ανακάλυψε εννέα επιγραφές που ρίχνουν φως στις θρησκευτικές, στρατιωτικές και επιτύμβιες πρακτικές μιας πόλης στην αρχαία Ανατολία. Ερευνητές ανακοίνωσαν την ανακάλυψη εννέα επιγραφών στην αρχαία πόλη της Ακμονίας, η οποία βρίσκεται στη σημερινή Τουρκία. Οι επιγραφές αυτές προσφέρουν ένα εξαιρετικό παράθυρο στην καθημερινή ζωή, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και τα ταφικά έθιμα της πόλης κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Στο φως 300 επιγραφές από την καρδιά της αρχαίας Φρυγίας
Τα ευρήματα, τα οποία αποτελούν αποτέλεσμα αρχαιολογικών ερευνών πεδίου που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 2014 και 2017, δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Gephyra και αποκαλύπτουν εκπληκτικές λεπτομέρειες για τη δημόσια και την ιδιωτική ζωή των κατοίκων της πόλης.
Η Ακμονία βρίσκεται στο σημερινό χωριό Αχάτκοϊ (Ahatköy), περίπου δέκα χιλιόμετρα από την περιοχή Μπανάζ (Banaz), στην επαρχία Ουσάκ (Uşak) της δυτικής Τουρκίας.

Η πόλη αυτή, που εντοπίστηκε για πρώτη φορά το 1840 στην ιστορική περιοχή της Φρυγίας, έχει αποδώσει περισσότερες από 300 επιγραφές με την πάροδο των ετών.
Ωστόσο, οι νέες ανακαλύψεις προσθέτουν κομβικά κομμάτια για την καλύτερη κατανόηση της κοινωνικής και θρησκευτικής της οργάνωσης.
Οι ερευνητές Χουσεΐν Ουζούνογλου (Hüseyin Uzunoğlu) και Μουντεχά Ντιντς (Münteha Dinç) παρουσιάζουν τώρα εννέα επιγραφές που ποικίλλουν από τιμητικά μνημεία έως επιτύμβια επιγράμματα, καθώς και κείμενα που τεκμηριώνουν την ανέγερση αγαλμάτων και τη διοργάνωση θρησκευτικών εορτών.
Ο ευεργέτης Δημάδης και το δαδούχο άγαλμά του
Ανάμεσα στα πιο αξιοσημείωτα ευρήματα ξεχωρίζει μια επιγραφή που αναφέρει έναν πολίτη ονόματι Δημάδη, γιο του Διονυσογένη, ο οποίος κατείχε το ισόβιο αξίωμα του ιερέα της Αθηνάς Σεβαστής και του ιερέα του Πανθείου.
Το πρόσωπο αυτό ήταν ήδη γνωστό από παλαιότερη επιγραφή που χρονολογείται το 68 μ.Χ., όμως το νέο κείμενο αποκαλύπτει ότι, πέρα από τις πολλές ευεργεσίες του προς την πόλη, ανέθεσε την κατασκευή ενός δαδούχου αγάλματος (λαμπαδηφόρου).
Η επιγραφή αναφέρει: «Ο Δημάδης, γιος του Διονυσογένη, ισόβιος ιερέας της Αθηνάς Σεβαστής και ιερέας του Πανθείου, αφού υπηρέτησε ως ιερέας στη θυσία και διένειμε (το κρέας) και αφού αφιέρωσε… αφιέρωσε το δαδούχο άγαλμα με δικά του έξοδα για τον λαό».
Αυτός ο τύπος αγάλματος, το οποίο πιθανότατα κρατούσε πυρσούς για να φωτίζει τους δημόσιους χώρους κατά τη διάρκεια της νύχτας, ήταν σχετικά σπάνιος. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι το συγκεκριμένο άγαλμα ενδέχεται να στεκόταν στον κεντρικό δρόμο της Ακμονίας, μια προνομιακή τοποθεσία για την ανάδειξη μνημείων και αγαλμάτων.
Η λειτουργία των αγαλμάτων ως πηγών φωτισμού κατά τη διάρκεια συμποσίων μαρτυρείται στα Διονυσιακά του Νόννου, σημειώνουν οι συγγραφείς, υποδεικνύοντας ότι αυτά τα έργα τέχνης δεν είχαν μόνο διακοσμητική αλλά και χρηστική αξία.
Μια οικογένεια ευεργετών
Μια άλλη επιγραφή, καταχωρισμένη με τον αριθμό 3, τεκμηριώνει πώς ένας ιερέας ονόματι Ιεροκλής, γιος του Μενάνδρου, μαζί με τον γιο του Ερμογένη, ανήγειραν ένα άγαλμα της Δήμητρας Καρποφόρου αφιερωμένο στους θεοποιημένους Αυγούστους (divi Augusti) και στον λαό.
Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι αυτή δεν ήταν η μοναδική του προσφορά. Το κείμενο υποδεικνύει ότι ο Ιεροκλής είχε ήδη αναγείρει στο παρελθόν αγάλματα του Κόρου, των θεοτήτων και της Ιερής Βουλής, όλα τοποθετημένα πάνω σε ημικυκλικές βάσεις στον κεντρικό δρόμο.
Είχε επίσης υπηρετήσει ως ιερέας και αγωνοθέτης (διοργανωτής αγώνων) των Μεγάλων Ασκληπιείων —μιας θρησκευτικής εορτής προς τιμήν του Ασκληπιού, του θεού της ιατρικής— καλύπτοντας όλα τα έξοδα με δικούς του πόρους.
Η επιγραφή αναφέρει: «Ο Ιεροκλής, γιος του Μενάνδρου, μαζί με τον γιο του Ερμογένη, ευτυχώς (ανήγειραν το άγαλμα της) Δήμητρας Καρποφόρου για τους θεοποιημένους Αυγούστους και τον λαό, έχοντας αναγείρει τον Κόρο, τις θεότητες και την ιερή βουλή μαζί με τις ημικυκλικές βάσεις τους στον κεντρικό δρόμο και έχοντας υπηρετήσει ως ιερέας και αγωνοθέτης των Μεγάλων Ασκληπιείων με δικά του έξοδα».
Οι ερευνητές σημειώνουν ότι αυτό το κείμενο είναι σχεδόν πανομοιότυπο με ένα άλλο που δημοσιεύθηκε πρόσφατα, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο Ιεροκλής και ο γιος του υλοποίησαν ένα συντονισμένο πρόγραμμα αναθημάτων με αγάλματα κατά μήκος του κεντρικού δρόμου της πόλης.
Αντί να θεωρηθεί ως ένα απλό αντίγραφο κειμένου, η επιγραφή θα πρέπει πιθανότατα να εκληφθεί ως μέρος μιας σειράς αναθημάτων που καθιέρωσε ο Ιεροκλής, εξηγούν οι συγγραφείς.
Η επιγραφή αυτή αποτελεί την πρώτη μαρτυρία για τη λατρεία της Δήμητρας Καρποφόρου στην περιοχή της Φρυγίας.
Αν και η λατρεία της συγκεκριμένης θεάς, η οποία συνδεόταν με την αγροτική γονιμότητα και τη συγκομιδή, ήταν ευρέως διαδεδομένη στη Μικρά Ασία κατά την αυτοκρατορική περίοδο —ιδιαίτερα σε πόλεις όπως η Έφεσος, η Πέργαμος και οι Σάρδεις—, δεν είχε τεκμηριωθεί σε αυτή την περιοχή μέχρι σήμερα.
Οι συγγραφείς εξηγούν ότι ο όρος Καρποφόρος σημαίνει «αυτός που φέρει καρπούς» και ότι, αν και γενικά συνδεόταν με τη Δήμητρα, εφαρμοζόταν επίσης και σε άλλες θεότητες, όπως ο Ζευς και ο Διόνυσος, λόγω του ρόλου τους στην αγροτική γονιμότητα.
Ένας πεσών στρατιώτης: Δύο επιτύμβια επιγράμματα
Ένα από τα πιο συγκινητικά ευρήματα είναι μια επιτύμβια στήλη που περιέχει δύο έμμετρα επιγράμματα (ποιήματα), τα οποία αντιστοιχούν σε δύο διαφορετικά άτομα, πιθανότατα συμπολεμιστές στον ρωμαϊκό στρατό.
Το πρώτο επίγραμμα, συντεθειμένο σε δακτυλικό εξάμετρο, ανήκει σε έναν άνδρα του οποίου το όνομα έχει χαθεί εν μέρει, αλλά ήταν καταγόμενος από τα Σύνναδα, μια γειτονική πόλη.
Το κείμενο αφηγείται πώς, αφού του ανατέθηκε η διοίκηση μιας στρατιωτικής μονάδας, έφτασε στην ξακουστή και αρχαία Ακμονία και πέθανε από τα χέρια παρανόμων, υποδεικνύοντας ότι έπεσε θύμα ανθρωποκτονίας.
Το επίγραμμα αναφέρει: «Το όνομά μου είναι …πων και πατρίδα μου είναι τα Σύνναδα. Έχοντας την αρχηγία ενός τάγματος, ήρθα στην ξακουστή, αρχαία πόλη της Ακμονίας, όπου έπεσα στα χέρια παρανόμων. Έχοντας ζήσει για ένα διάστημα σαράντα ετών, κείτομαι εδώ, έχοντας δώσει τέλος στην άθλια ζωή ενός αξιοθρήνητου θνητού. Η πιστή μου σύζυγος έφτιαξε αυτό το μνημείο από αγάπη για μένα».
Το δεύτερο επίγραμμα ανήκει σε κάποιον Θάλαμο, επίσης καταγόμενο από τα Σύνναδα, ο οποίος προφανώς υπηρέτησε στον στρατό με παρόμοια ιδιότητα. Οι συγγραφείς υπογραμμίζουν μια σημαντική λεπτομέρεια σχετικά με την ερμηνεία αυτών των κειμένων:
Η επιγραφή είναι συντεθειμένη σε δακτυλικό εξάμετρο και περιλαμβάνει δύο ξεχωριστά επιγράμματα. Προσθέτουν ότι το γεγονός ότι και τα δύο άτομα φαίνεται να συνδέονταν με τον στρατό υποδηλώνει ότι μπορεί να ήταν συμπολεμιστές και τιμήθηκαν μαζί στο ίδιο ταφικό μνημείο.
Η πρακτική της χάραξης πολλαπλών επιγραμμάτων για διαφορετικά άτομα στο ίδιο μνημείο είναι ασυνήθιστη και προσφέρει μια πολύτιμη ματιά στους δεσμούς συναδελφικότητας και συντροφικότητας στον ρωμαϊκό στρατό.
Μανδάνα: Η Αρχιέρεια της πόλης
Μια άλλη επιτύμβια επιγραφή, καταχωρισμένη με τον αριθμό 6, τιμά μια γυναίκα ονόματι Μανδάνα, η οποία κατείχε τον τίτλο της αρχιέρειας της πόλης. Ο σύζυγός της, Πρίσκος, ανήγειρε το μνημείο προς τιμήν της.
Το κείμενο αναφέρει: «…Ο σύζυγός της Πρίσκος (τίμησε τη) σύζυγό του, τη φίλανδρο Μανδάνα, την κυρία, την αρχιέρεια της πόλης».
Το όνομα Μανδάνα είναι ιρανικής προέλευσης, γεγονός που υποδηλώνει την ύπαρξη περσικής επιρροής στην περιοχή. Ωστόσο, οι ερευνητές εφιστούν την προσοχή στο ότι τα περσικά ονόματα που μαρτυρούνται σε επιγραφές δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι οι κάτοχοί τους ήταν ιρανικής καταγωγής, καθώς τέτοια ονόματα θα μπορούσαν επίσης να έχουν υιοθετηθεί από τους τοπικούς πληθυσμούς για διάφορους λόγους.
Ο τίτλος της αρχιέρειας της πόλης είναι ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς οι γυναίκες μπορούσαν να ασκούν την ιερατεία ανεξάρτητα και όχι απαραίτητα στο πλευρό των συζύγων τους.
Αν και γενικά, θεωρείται ότι οι γυναίκες κατείχαν ιερατικά αξιώματα από κοινού με τους συζύγους τους, υπάρχουν επίσης περιπτώσεις στις οποίες κατείχαν τέτοιες θέσεις αυτόνομα, τόσο στις αρχιερατείες των επαρχιακών ενώσεων (κοινών) όσο και στο πλαίσιο των πόλεων, εξηγούν οι ερευνητές.
Ταφικά έθιμα και πρόστιμα για τη σύληση τάφων
Μία από τις επιτύμβιες επιγραφές (ο αριθμός 7) παρουσιάζει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια για την κατανόηση των ταφικών πρακτικών της εποχής: μια ρήτρα επιβολής ποινής (προστίμου) για όσους παραβίαζαν τον τάφο.
Το μνημείο, ένας επιτύμβιος βωμός διακοσμημένος με προτομές, περιλαμβάνει την επιγραφή: «Ο δείνα ανήγειρε (αυτό) για τον/την… εις μνήμην. Θα καταβάλει στο ταμείο 2.500 δηνάρια… με την κόρη του Βάσσα και τον (γιο;) Σωκράτη, εάν αυτή παραμείνει (ακόμη) ανύπαντρη. (Εάν κάποιος) ανοίξει (τον τάφο) – – – και η Σεκούνδα – – –».
Η πρακτική της επιβολής προστίμων για τη σύληση ή την παραβίαση τάφων ήταν κοινή στον ρωμαϊκό κόσμο, όμως η συγκεκριμένη περίπτωση παρουσιάζει μια ιδιαίτερη απόχρωση: την αναφορά σε μια κόρη και τον όρο αυτή να «παραμείνει ανύπαντρη».
Οι ερευνητές ερμηνεύουν ότι ο ιδιοκτήτης του τάφου ανήγειρε τον βωμό όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για τη σύζυγό του, θέτοντας ως προϋπόθεση να μην ξαναπαντρευτεί μετά τον θάνατό του.
Αυτός ο τύπος (ρήτρας), αν και σε ένα ελαφρώς διαφορετικό πλαίσιο, μαρτυρείται στη λυκιακή πόλη της Τελμησσού, αποδεικνύοντας τη διάδοση τέτοιων πρακτικών σε διάφορες περιοχές της Αυτοκρατορίας.
Ένα πρόγραμμα αστικού εξωραϊσμού
Εξεταζόμενες στο σύνολό τους, οι επιγραφές αποκαλύπτουν την ύπαρξη ενός συντονισμένου προγράμματος αστικού εξωραϊσμού κατά την αυτοκρατορική περίοδο. Ο κεντρικός δρόμος της Ακμονίας, ο οποίος πιθανότατα ήταν πλαισιωμένος από κιονοστοιχίες (στοές), χρησίμευε ως μια βιτρίνα για την έκθεση αγαλμάτων θεοτήτων, προσωποποιήσεων των θεσμών της πόλης και αναμνηστικών μνημείων.
Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι οι δρόμοι με κιονοστοιχίες έγιναν χαρακτηριστικό γνώρισμα των αστικών κέντρων στην ελληνική Ανατολή, οι οποίοι μάλιστα συχνά φωτίζονταν τη νύχτα με πυρσούς.
Η επιγραφή με τον αριθμό 8, αν και αποσπασματική, φαίνεται να ανήκει σε κάποιο κτίριο και αναφέρεται στην «λαμπροτάτη πόλη των Ακμονέων», υποδηλώνοντας ότι η πόλη γνώρισε μια περίοδο ευημερίας και έντονης οικοδομικής δραστηριότητας κατά την περίοδο των Αντωνίνων και των Σεβήρων (2ος–3ος αιώνας μ.Χ.).
Αυτά τα εννέα νέα κείμενα, αν και φαινομενικά λιτά, παρέχουν ανεκτίμητες πληροφορίες για πολλαπλές πτυχές της ζωής στην αρχαία Ακμονία: Από τις θρησκευτικές πρακτικές (τη λατρεία της Αθηνάς, της Δήμητρας και του Πανθείου) έως τη στρατιωτική οργάνωση (με στρατιώτες που υπηρέτησαν και πέθαναν μακριά από την πατρίδα τους), καθώς και για τα ταφικά έθιμα και τον ρόλο των γυναικών στη θρησκευτική ζωή της πόλης.