Για τις επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή στην ελληνική και ευρωπαϊκή οικονομία, μίλησε στην εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου στον Realfm 97,8 ο πρόεδρος της Συντονιστικής Επιτροπής Οικονομικής Ανάλυσης της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών και επικεφαλής οικονομολόγος της Eurobank, Τάσος Αναστασάτος.
«Πολύ φοβάμαι ότι δεν είναι μια ιστορία. η οποία θα τελειώσει αύριο χωρίς να αφήσει ένα ίχνος. Θα μας πάρει κάποιο χρονικό διάστημα μέχρι να επανέλθουμε -και με τον τρόπο που θα επανέλθουμε- εκεί που ήμασταν πριν από τον πόλεμο. Η όλη διαταραχή λειτουργεί αυτή τη στιγμή ως ένα στασιμοπληθωριστικό σοκ στη διεθνή οικονομία. Για να το πούμε με απλά λόγια, η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ δημιουργεί αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων, κυρίως στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα, αλλά και στα ναύλα και στα ασφάλιστρα της ναυτιλίας. Αυτό μεταφράζεται σε αυξήσεις στο κόστος παραγωγής, σε αυξήσεις στο κόστος μεταφοράς των εμπορευμάτων και με αυτόν τον τρόπο μπαίνει στις τιμές των υπόλοιπων αγαθών και υπηρεσιών και αυξάνει τον πληθωρισμό» τόνισε ο κ. Αναστασάτος.
Αυτό με τη σειρά του, σημείωσε, «συμπιέζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και τα ωθεί στο να μειώσουν τις καταναλωτικές τους δαπάνες, άρα έχει και φυσική επίπτωση. Δεν είμαστε εκεί ακόμη, με την έννοια ότι δεν υπάρχει στασιμότητα ούτε στην ευρωπαϊκή, ούτε στην ελληνική οικονομία. Είναι η τάση προς αυτήν την κατεύθυνση».
«Η αλήθεια είναι ότι αρχικώς η οικονομία αντέδρασε αρκετά ικανοποιητικά, δηλαδή τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου ήταν αρκετά ισχυρά, παρότι υπήρχε ο πόλεμος, για τον λόγο ότι αρκετοί θεωρούσαν ότι θα ήταν μια, κατά κάποιον τρόπο, περαστική διαταραχή. Υπήρχαν και πολύ υψηλές δαπάνες για την τεχνητή νοημοσύνη σε πολλές αγορές, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες που λειτουργούσαν αντισταθμιστικά, στις υφεσιακές πιέσεις, και η αγορά αντέδρασε αρχικά σχετικά ήπια, δεν υπήρξαν μεγάλες μεταβολές στα χρηματιστήρια.
Όμως, όσο περνάει ο καιρός και αυτή η κατάσταση δεν φαίνεται να εξομαλύνεται, αρχίζει σταδιακά και ο πληθωρισμός να ανεβαίνει, οι αγορές αρχίζουν να βλέπουν ότι αυτή η κατάσταση δεν θα τελειώσει πάρα πολύ σύντομα, επομένως αρχίζουν να προεξοφλούν ότι οι κεντρικές τράπεζες θα αυξήσουν τα επιτόκια για να αντιμετωπίσουν την αύξηση του πληθωρισμού, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να πέφτουν τα ομόλογα, να υπάρχουν διαταραχές στις μετοχές, στα νομίσματα κτλ. Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι ακόμη και αν η κατάσταση εξομαλύνονταν αύριο, θα μας πάρει κάποιες εβδομάδες ή και μήνες για να επανέλθουμε σε μία κανονικότητα, καθώς δεν υπάρχει απλώς διαταραχή της κίνησης από τα Στενά του Ορμούζ, αλλά έχουν χτυπηθεί διυλιστήρια και λιμάνια, άρα θα χρειαστεί να αποκατασταθούν οι ζημιές, και επομένως η προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου θα πάρει καιρό μέχρι να επανέλθει εκεί που ήταν. Αν κανείς πιστέψει τις αγορές και τα προθεσμιακά συμβόλαια, η αγορά δεν βλέπει να έχει επανέλθει κάτω από τα 80 δολάρια το βαρέλι, ούτε και μέχρι το τέλος του έτους. Επομένως, θα πρέπει να περιμένουμε στη μεν Ευρωζώνη μία ανάπτυξη της τάξεως του 0,8-0,9%, αρκετά κάτω από αυτό που περιμέναμε αρχικά, και ο πληθωρισμός επίσης να κινείται ανοδικά σε σχέση με τις προηγούμενες προβλέψεις, στην Ευρωζώνη γύρω στο 2,9%, σε εμάς ακόμη ταχύτερα» συνέχισε ο κ. Αναστασάτος.
«Καλά και κακά νέα για την ελληνική οικονομία»
Συγκεκριμένα, για την ελληνική οικονομία, εκτίμησε ότι υπάρχουν και καλά και κακά νέα. «Τα κακά νέα είναι ότι έχουμε μεγαλύτερη έκθεση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες στα ορυκτά καύσιμα, όχι τόσο στο πετρέλαιο, όσο στο φυσικό αέριο. Περίπου το 40% του καυσίμου που χρησιμοποιούμε για την ηλεκτροπαραγωγή είναι φυσικό αέριο – περίπου το διπλάσιο από ό,τι στην Ευρωζώνη – το οποίο σημαίνει ότι είμαστε πιο εκτεθειμένοι στις αυξήσεις των τιμών των καυσίμων και αυτό ήδη αρχίζει να φαίνεται στον πληθωρισμό. Όπως είδατε στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Απρίλιο, ο πληθωρισμός της ενέργειας ήταν γύρω στο 22% πάνω σε σχέση με πέρυσι, περίπου το διπλάσιο από την υπόλοιπη Ευρωζώνη. Ένας άλλος παράγοντας είναι ότι εξαρτόμαστε αρκετά από την εξωτερική ζήτηση της Ευρωζώνης και για τον τουρισμό και για τα υπόλοιπα αγαθά και υπηρεσίες που εξάγουμε. Άρα όταν επιβραδύνει η Ευρωζώνη, επιβραδύνουμε και εμείς», είπε.
Από την άλλη πλευρά, εκτίμησε ότι υπάρχουν αντισταθμιστικοί παράγοντες που λειτουργούν θετικά για την ελληνική οικονομία. «Ο σημαντικότερος ίσως είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει ένα μεγάλο Ταμείο Ανάκαμψης, το μεγαλύτερο στην Ευρωζώνη ως ποσοστό του ΑΕΠ, το οποίο έχει να διαθέσει αρκετούς πόρους ακόμη και εντός του έτους και 2027-2028 όσον αφορά το σκέλος των δανείων, ίσως πάνω από 15 δισεκατομμύρια συνολικά. Και αυτό επειδή δεν εξαρτάται από το κλίμα στις αγορές, λειτουργεί ως ένα εργαλείο που στηρίζει τη ζήτηση όταν η εξωτερική ζήτηση είναι πιο χαμηλή», τόνισε.
Το δεύτερο, επισήμανε ο κ. Αναστασάτος, έχει να κάνει με τα δημόσια οικονομικά μας, τα οποία είναι σε πάρα πολύ καλή κατάσταση. «Πέρυσι είχαμε ένα πρωτογενές πλεόνασμα σχεδόν 5% του ΑΕΠ, το οποίο σημαίνει δημοσιονομικός χώρος για παρεμβάσεις όταν απαιτηθεί και σημαίνει επίσης και εμπιστοσύνη στις αγορές, που μάθαμε με τον σκληρό τρόπο τα προηγούμενα χρόνια πόσο σημαντικό είναι», ανέφερε.
Και το τρίτο, και αρκετά σημαντικό, έχει να κάνει με την καλή υγεία του χρηματοπιστωτικού τομέα, όπως είπε. «Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι στην καλύτερη ίσως κατάσταση όλων των εποχών όσον αφορά την κεφαλαιακή του επάρκεια, τη ρευστότητά του και τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και είναι σε θέση να στηρίξει την ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια με αρκετή ρευστότητα, εφόσον υπάρχει επαρκή ζήτηση» υπογράμμισε.
Καθησυχαστικός για την πορεία του τουρισμού
Ερωτηθείς εάν τον ανησυχεί η πορεία του τουρισμού φέτος, απάντησε: «Αν επαναληφθούν τα πολεμικά επεισόδια, ασφαλώς κανείς δεν θα τη γλιτώσει χωρίς επιπτώσεις. Αλλά με δεδομένο ότι έχουμε δει τα χειρότερα και επομένως θα υπάρξει μια εξομάλυνση αργά ή γρήγορα, υπάρχει η προοπτική ο τουρισμός να πάει αρκετά ικανοποιητικά. Μέχρι στιγμής δεν έχουμε δει ακυρώσεις στις κρατήσεις. Έχουμε δει μια επιβράδυνση στις ενεργές κρατήσεις σε σχέση με πέρυσι, όπως είναι αναμενόμενο. Αλλά ο προγραμματισμός των αεροπορικών θέσεων είναι γύρω στο 8% πάνω σε σχέση με πέρυσι. Και εφόσον η κατάσταση εξομαλυνθεί στη Μέση Ανατολή, η προοπτική είναι πως ό,τι χάσαμε από τις πρόωρες κρατήσεις, θα το πάρουμε πίσω στις κρατήσεις τελευταίας στιγμής, όπως συνέβη και πέρυσι. Ελπίζουμε, λοιπόν, για το καλύτερο».
Τι είπε για τα επιτόκια της ΕΚΤ
Τέλος, σχετικά με τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, είπε: «Στον βαθμό στον οποίο επιμείνει η διαταραχή με τα καύσιμα, νομίζω ότι κάποια στιγμή ίσως θα αναγκαστεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να προβεί σε αυξήσεις επιτοκίων. Θα εξαρτηθεί από το πώς θα εξελιχθούν οι επόμενες εβδομάδες. Δεν θα βιαστεί η ΕΚΤ, θα δει τις εξελίξεις και αναλόγως θα πράξει».
