Κορονοϊός: Το εμβολιαστικό πρόγραμμα στην Ελλάδα σε αριθμούς

Το έργο του εμβολιασμού κατά του κορονοϊού στην Ελλάδα είναι το μεγαλύτερο σε μέγεθος και έκταση έργο που έχει ολοκληρωθεί μέχρι σήμερα στον τομέα της Υγείας.

Συνολικά δημιουργήθηκαν 536 εμβολιαστικά σημεία με πάνω από 3.660 εμβολιαστικά κέντρα, ενώ το εμβολιαστικό πρόγραμμα στην Ελλάδα είχε την δυναμικότητα να εμβολιάζει καθημερινά το 1% του συνολικού πληθυσμού της χώρας, επισημάνθηκε στη 10η Πανελλήνια Συνάντηση «AIDS, Ηπατίτιδες & Αναδυόμενα Νοσήματα» που ολοκλήρωσε τις εργασίες της το Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου στην Αθήνα.

Συνολικά μέχρι σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί 21,4 εκατομμύρια εμβολιασμοί σε όλη την επικράτεια και η ολοκλήρωση των προγραμματισμένων ραντεβού έφτασε το 95%.   Τα κύρια στρατηγικά σημεία του έργου ήταν:  Ασφάλεια,  Προσβασιμότητα, Ποιότητα,  Διαφάνεια.

Στη διάρκεια της ομιλίας του με τίτλο «Η πορεία του εμβολιαστικού προγράμματος στην Ελλάδα» ο κ. Βασίλειος Ελαιοτριβάρης, Manager, Operations PwC – Μέλος Συντονιστικού Επιχείρησης «Ελευθερία», ανέφερε ότι το έργο του εμβολιασμού έφερε σε συνεργασία ένα μεγάλο αριθμό δημόσιων και ιδιωτικών οργανισμών που χρειάστηκε να λειτουργήσουν σαν μια μεγάλη ομάδα για να έρθει εις πέρας το συνολικό έργο. Συνεργάστηκαν,   12 Υπουργεία,   Δημόσιες Υπηρεσίες,    Ένοπλες Δυνάμεις,  Μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί και ο     Ιδιωτικός τομέας. Χρειάστηκε να εκπαιδευτούν πάνω από 10.000 άνθρωποι στην,  Αποθήκευση των εμβολίων, Διαδικασία εμβολιασμών,  Χρήση ηλεκτρονικού εξοπλισμού (tablet).

Σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε το εμβολιαστικό πρόγραμμα  κατ’ οίκον. 105.000 πολίτες εμβολιάστηκαν στο σπίτι τους και πραγματοποιήθηκαν πάνω από 192.000 επισκέψεις σε σπίτια.

Παραλλαγή Όμικρον και εμβολιασμός

Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης με τίτλο «Παραλλαγή «Ο» και εμβολιασμός» ο κ. Δημήτριος Μπασούλης, Παθολόγος – Λοιμωξιολόγος, Επιμελητής Β΄ ΕΣΥ της Κλινικής COVID του Γ.Ν.Α «Λαϊκό», τονίστηκε ότι από τον Δεκέμβριο του 2021 που εμφανίστηκε η παραλλαγή Όμικρον στην χώρα μας, υποσκέλισε μέσα σε σύντομο διάστημα, δύο περίπου μηνών, όλες τις άλλες παραλλαγές του ιού.

Η μεγάλη ικανότητα μεταδοτικότητας φαίνεται ότι σχετίζεται με την ικανότητα του στελέχους να διαφεύγει αποτελεσματικά του ανοσοποιητικού συστήματος έχοντας λόγω των αθροισμένων μεταλλάξεων του, αποκτήσει «αντίσταση» στην πρόσδεση του ιού με τα αντισώματα.

Σε μια σημαντική μελέτη από τη Δανία, υπολογίστηκε ότι αν ένα άτομο στην οικογένεια έχει προσβληθεί από τον ιό, η πιθανότητα μετάδοσης σε δεύτερο άτομο ήταν 21% για την παραλλαγή δέλτα και 31% για την Όμικρον. Μάλιστα, ενώ η πιθανότητα μετάδοσης, συγκρίνοντας τις δύο παραλλαγές, δεν διέφερε τόσο στους ανεμβολίαστους, για τους πλήρως εμβολιασμένους, η πιθανότητα μετάδοσης στην Όμικρον ήταν 2.5 φορές μεγαλύτερη, επειδή ο εμβολιασμός προστάτευε στην περίπτωση της δέλτα αποτελεσματικά, ενώ δεν συνέβαινε το ίδιο στην Όμικρον.

Η φυσική ανοσία από προηγούμενη λοίμωξη φαίνεται ότι μόνη της δεν προσφέρει επαρκή προστασία. Αναλύοντας την επιδημία στην Ν. Αφρική φάνηκε ότι σχεδόν όλες οι λοιμώξεις στην περίοδο της όμικρον ήταν επαναλοιμώξεις. Στο Κατάρ, αναλύοντας δεδομένα από την Εθνική καταγραφή, η αποτελεσματικότητα της προστασίας από προηγούμενη λοίμωξη στην περίπτωση των άλφα, βήτα και δέλτα παραλλαγών ήταν 85-90%, ενώ για την Όμικρον έπεφτε στο 56%.

Αλλά και ο προηγούμενος εμβολιασμός με δύο δόσεις, δεν φαίνεται ότι αρκεί για την πλήρη προστασία. Στο εθνικό πρόγραμμα της Ν. Αφρικής και πάλι, αναλύοντας δείγματα από εμβολιασθέντες που βρέθηκαν θετικοί πριν και μετά την εμφάνιση της όμικρον, φάνηκε ότι η αποτελεσματικότητα του εμβολίου από 93% έπεφτε στο 70% για την προστασία από λοίμωξη.

Φαίνεται όμως ότι η χορήγηση της αναμνηστικής δόσης αποκαθιστά την ανοσολογική απάντηση. Πριν την χορήγηση αναμνηστικής δόσης, τα επίπεδα των εξουδετερωτικών αντισωμάτων είναι μέχρι και 30 φορές χαμηλότερα για την παραλλαγή όμικρον σε σχέση με τον αρχέγονο ιό. Μετά όμως από μια booster δόση εμβολίου, ο τίτλος των εξουδετερωτικών αντισωμάτων έναντι των διαφόρων υποτύπων της παραλλαγής όμικρον πλησιάζει κατά πολύ τα επίπεδα των αντισωμάτων έναντι του αρχέγονου ιού με εξαιρετικά αποτελέσματα για τα mRNA εμβόλια και λιγότερο καλά για τα εμβόλια ιικών φορέων.

Αυτό που είναι όμως εξαιρετικά σημαντικό είναι ότι έχει φανεί σε εθνικές μελέτες στον Καναδά, ότι ακόμα και αν η αποτελεσματικότητα μετά την τρίτη δόση εμβολίου για προστασία από νόσο φτάνει μόλις το 61%, η προστασία από σοβαρή νόσο φτάνει το 95%!

Οι πρώτοι που δοκίμασαν την χορήγηση 4ης δόσης εμβολίου ήταν στο Ισραήλ σε μια μελέτη 1000 υγειονομικών. Επιβεβαιώθηκε η αποτελεσματικότητα του εμβολίου για την προστασία από βαριά νόσηση, αλλά και εδώ τα αποτελέσματα όταν μετρήθηκαν οι τίτλοι των εξουδετερωτικών αντισωμάτων ήταν μικρότεροι κατά 5-6 φορές απέναντι στην όμικρον σε σχέση με την δέλτα παραλλαγή.

Τόσο η Moderna όσο και η Pfizer ανέπτυξαν λοιπόν τα νέα δι-δύναμα εμβόλια τους, που διαθέτουν μισή ποσότητα mRNA από τον αρχέγονο ιό και μισή από την παραλλαγή όμικρον 1. Τα εργαστηριακά αποτελέσματα και των δύο εμβολίων έδειξαν πολύ καλούς τίτλους αντισωμάτων για όλες τις γνωστές παραλλαγές του ιού και έτσι πήραν έγκριση αρχικά από τη Μεγάλη Βρετανία και στην συνέχεια από την Αμερική και την Ευρώπη για χρήση σαν ενισχυτική δόση μετά τον αρχικό εμβολιασμό.

Ακόμα πιο πρόσφατα, με την ανάδυση της παραλλαγής όμικρον 5, οι εταιρείες ανέπτυξαν εμβόλια ειδικά για αυτήν την παραλλαγή. Στην Ελλάδα δεν είναι ακόμα διαθέσιμα, αλλά οι μελέτες έχουν δείξει ότι η αντισωματική απάντηση από το εμβόλιο με την παραλλαγή όμικρον 1, δεν υστερεί σημαντικά σε σχέση με το νεότερο εμβόλιο.

Ο εμβολιασμός με το νέο δι-δύναμο εμβόλιο συστήνεται για την καλύτερη προστασία του πληθυσμού από την COVID-19 νόσο.

Εμβολιασμός έναντι SARS-CoV-2 σε ειδικούς πληθυσμούς: Οι ιδιαιτερότητες 

«COVID-19 και Εμβολιασμοί 2022» ήταν το θέμα Στρογγυλής Τράπεζας που διεξήχθη υπό την προεδρία της Ομότιμης Καθηγήτριας Παιδιατρικής – Λοιμωξιολογίας της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών κας Μαρίας Θεοδωρίδου και της Ομότιμης Καθηγήτριας Δημόσιας Υγείας της ΕΣΔΥ, Προέδρου της Εταιρείας Δημόσιας Υγείας κας Τζένης Κουρέα – Κρεμαστινού.

Σε υψηλό κίνδυνο σοβαρής νόσησης και θανάτου από COVID-19 βρίσκονται οι ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ανοσοκαταστολή και ο εμβολιασμός, αν και απαραίτητος, επιτυγχάνει χαμηλότερα επίπεδα ανοσολογικής απάντησης. Επίσης, τα άτομα με HIV λοίμωξη φαίνεται να αναπτύσσουν παρόμοια ανοσιακή απόκριση με τους υγιείς, αν και αυτή φθίνει όσο μειώνεται ο αριθμός των CD4+ Τ λεμφοκυττάρων. Οι ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες είναι από τις πλέον ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, ιδίως αυτοί με λεμφώματα και χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία και κυρίως εάν βρίσκονται υπό αγωγή, ιδιαίτερα με anti-CD20 μονοκλωνικά αντισώματα ή CAR-T cells.

Τα παραπάνω επισήμανε ο Παθολόγος κ. Παναγιώτης Διαμαντόπουλος, Ακαδημαϊκός Υπότροφος της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ.

Πρόσθεσε επίσης ότι «στους ογκολογικούς ασθενείς, μειωμένη αντισωματική απάντηση εμφανίζουν όσοι έχουν λάβει χημειοθεραπεία εντός τριμήνου, ενώ ισχυρή ανοσολογική απάντηση εμφανίζουν όσοι αντιμετωπίζονται με ανοσοθεραπεία. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται η ερμηνεία των ευρημάτων των απεικονιστικών εξετάσεων (ιδίως του PET-CT) σε αιματολογικούς και ογκολογικούς ασθενείς καθώς, λόγω της συχνής εμφάνισης αντιδραστικής λεμφαδενοπάθειας από τον εμβολιασμό, υπάρχει κίνδυνος ψευδούς διαπίστωσης υποτροπής/προόδου νόσου, εάν η εξέταση γίνει εντός 2-4 εβδομάδων από τον εμβολιασμό.

Οι ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου εμφανίζουν σχετικά καλή ανοσολογική απάντηση στα εμβόλια, σε αντίθεση με τους ασθενείς με νεφρικό μόσχευμα που εμφανίζουν σημαντικά μειωμένα ποσοστά οροθετικότητας λόγω της ανοσοκατασταλτικής θεραπείας, αν και υπάρχει μεγάλη δυσαρμονία των ευρημάτων των σχετικών μελετών.

Από τα υπάρχοντα δεδομένα φαίνεται ότι οι ασθενείς με ανοσολογικές διαταραχές εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά ορομετατροπής μετά τον εμβολιασμό, ενδέχεται όμως να αναπτύσσουν ισχυρή Τ κυτταρική ανοσία. Επίσης, φαίνεται να ωφελούνται από τις επαναληπτικές δόσεις των εμβολίων οι οποίες συνιστώνται και από το Center for Disease Control των ΗΠΑ, ενώ πρέπει να εκτιμάται η σχέση οφέλους/κινδύνου κατά την επιλογή ανοσοκατασταλτικών θεραπειών.

Τέλος, δεν φαίνεται να υπάρχουν πρόσθετες ανησυχίες για ανεπιθύμητες ενέργειες από τον εμβολιασμό σε ασθενείς με ανοσοανεπάρκεια/ ανοσοκαταστολή. Χρειάζονται περαιτέρω μελέτες για τη διερεύνηση των χαρακτηριστικών που επηρεάζουν την ανοσογονικότητα, τη μελέτη της κυτταρικής ανοσιακής απάντησης, την ανεύρεση της σωστότερης χρονικής συσχέτισης θεραπείας – εμβολιασμού και τη λήψη θεραπευτικών αποφάσεων εν μέσω πανδημίας».

Την συζήτηση σχολίασε η Καθηγήτρια Παιδιατρικής – Λοιμωξιολόγος του Τμήματος Νοσηλευτικής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Παίδων «Π. & Α. Κυριακού», κα Ιωάννα Παυλοπούλου.

Η πανδημία COVID-19 έχει αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στην υγεία και την κοινωνία που δεν είχαν το χρόνο να μελετηθούν τόνισαν μεταξύ άλλων οι Πρόεδροι της Οργανωτικής Επιτροπής Ομότιμος Καθηγητής Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής του ΕΚΠΑ κ.  Άγγελος Χατζάκης  και ο κ. Γιώργος Παπαθεοδωρίδης Καθηγητής Παθολογίας – Γαστρεντερολογίας της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ και Διευθυντής της Πανεπιστημιακής Γαστρεντερολογικής Κλινικής του Γ.Ν.Α. «Λαϊκό», προσθέτοντας ότι σκοπός της Συνάντησης ήταν η σφαιρική προσέγγιση του HIV/AIDS, των ιογενών ηπατιτίδων, της πανδημίας COVID-19 και των εξαρτήσεων στη χώρα μας, αφιερώνοντας χρόνο για τα πραγματικά προβλήματα τα οποία απασχολούν επιστήμονες υγείας, ασθενείς, ευάλωτους πληθυσμούς, αρχές δημόσιας υγείας και κοινό.

Η συνάντηση διοργανώθηκε, μεταξύ άλλων, από την Επιστημονική Εταιρεία Επιδημιολογίας, Βιοστατιστικής & Προληπτικής Ιατρικής, την Α΄ Παθολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών του Γ.Ν.Α. «Λαϊκό», την Γαστρεντερολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών του Γ.Ν.Α. «Λαϊκό», την Β΄ Παθολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών του Γ.Ν.Α. «Ιπποκράτειο», την Δ΄ Παθολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών του Π.Γ.Ν. «Αττικόν», την A΄ Κλινική Αφροδισίων & Δερματικών Νόσων του Πανεπιστημίου Αθηνών του Νοσοκομείου «Ανδρέας Συγγρός», το Τμήμα Νοσηλευτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, την Παθολογική Κλινική – Τμήμα Λοιμώξεων του Πανεπιστημίου Πατρών του Γ.Ν. Πάτρας και το Εργαστήριο Υγιεινής, Επιδημιολογίας & Ιατρικής Στατιστικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Μοιράσου το:

σχολίασε κι εσύ