Τέμπη: Τι σηματοδοτεί η πρώτη δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει την ευθύνη του Δημοσίου – Το σκεπτικό και οι επόμενες κινήσεις

Η ιστορική απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, που επιδίκασε αποζημίωση ύψους 400.000 ευρώ, λόγω ψυχικής οδύνης, σε οικογένεια θύματος της σιδηροδρομικής τραγωδίας στα Τέμπη, φαίνεται πως σηματοδοτεί την έναρξη ενός νέου κύκλου συζητήσεων, γύρω από τις ευθύνες του Ελληνικού Δημοσίου, για την κακή κατάσταση που βρισκόταν το σιδηροδρομικό δίκτυο. Το δικαστήριο, μεταξύ άλλων, έκρινε πως το Ελληνικό Δημόσιο, διά του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών άσκησε πλημμελώς και αναποτελεσματικά την εποπτεία που όφειλε, συμβάλλοντας αιτιωδώς, διά της παράνομης αυτής παράλειψής του, στο φρικτό αποτέλεσμα, το οποίο θα μπορούσε να είχε αποτραπεί.

Ρεπορτάζ: Κωνσταντίνα Χαϊνά

Η οικογένεια του θύματος κάνει λόγο για μία πρώτη ηθική ικανοποίηση, δίχως να ενδιαφέρεται καθόλου για τα χρήματα, με τον δικηγόρο της, Γιώργο Καραπάνο, να επισημαίνει στο enikos.gr, πως από την στιγμή που υπάρχει μία απόφαση, η οποία κρίνει ότι υπάρχουν ευθύνες του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών στο συγκεκριμένο ζήτημα, «θεωρώ ότι ανοίγει ένας νέος κύκλος συζητήσεων και στόχος είναι να λογοδοτήσουν πολιτικά πρόσωπα, και να μην περιοριστούμε μόνο στο υπάρχον κατηγορητήριο». 

Η συγκεκριμένη απόφαση, σύμφωνα με τον κ. Καραπάνο, έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς είναι η πρώτη δικαστική κρίση, η οποία επιρρίπτει ευθύνες στο Ελληνικό Δημόσιο για το τραγικό συμβάν, που στέρησε την ζωή σε 57 ανθρώπους, ενώ δεκάδες άλλοι τραυματίστηκαν και παλεύουν για την δικαίωσή τους μέχρι και σήμερα. «Όλοι λέγαμε πως από την πρώτη στιγμή, το ελληνικό Δημόσιο γνώριζε για την κατάσταση που επικρατούσε και και δεν έκανε τίποτα. Ο εποπτικός ρόλος που όφειλε να έχει ήταν ανεπαρκής και αυτό το γεγονός συνέβαλε στο να έχουμε το συγκεκριμένο τραγικό δυστύχημα» αναφέρει χαρακτηριστικά και προσθέτει πως θα γίνει χρήση της απόφασης, στην κεντρική δίκη για την υπόθεση των Τεμπών, καθώς η εξέλιξη συμπίπτει χρονικά με την έναρξη της ποινικής διαδικασίας στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας.

Τέμπη

Οι ανύπαρκτες δικλείδες ασφαλείας

Στο σκεπτικό της απόφασης, όπως είναι σε θέση να γνωρίζει το enikos.gr, το δικαστήριο διαπίστωσε και κατέγραψε αναλυτικά την απουσία των απαραίτητων δικλείδων ασφαλείας, που θα συνέβαλαν στο να αποφευχθεί η διακινδύνευση της ασφάλειας των συγκοινωνιών, σε περίπτωση ανθρώπινου λάθους. Συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά πως κατά τον χρόνο του δυστυχήματος οι σιδηροδρομικές υποδομές δεν υποστηρίζονταν από τα ακόλουθα τεχνολογικά συστήματα ασφαλείας της κίνησης των συρμών:

  • α) την φωτεινή πλευρική σηματοδότηση, η οποία ήδη από το 2019, μεταξύ Λάρισας και Ν. Πόρων βρισκόταν εκτός λειτουργίας,
  • β) το σύστημα τηλεδιοίκησης και ελέγχου κυκλοφορίας, που, μεταξύ άλλων, δεν επιτρέπει να χαραχθούν αυτόματα μη συμβατά μεταξύ τους δρομολόγια,
  • γ) το σύστημα επιβολής αυτόματης πέδησης (μεταξύ αυτών το ETCS),
  • δ) το σύστημα συνεχούς και απρόσκοπτης ραδιοεπικοινωνίας GSM-R, το οποίο είναι μεν εγκατεστημένο από το 2018 στη σιδηροδρομική διαδρομή Κιάτο-Αθήνα- Θεσσαλονίκη – Προμαχώνας/Ειδομένη, αλλά δεν έχει εγκατασταθεί σε όλους τους νέους συρμούς στο ελληνικό σιδηροδρομικό δίκτυο.

Παράλληλα, επισημαίνεται πως εάν λειτουργούσε πλήρως το σύστημα GSMR, ο μηχανοδηγός της επιβατικής αμαξοστοιχίας Intercity 62, θα είχε τη δυνατότητα, μόλις αντιλαμβανόταν ότι κινείται σε γραμμή καθόδου, να επικοινωνήσει με τον μηχανοδηγό του εμπορικού συρμού, και να συνειδητοποιήσουν και οι δυο ότι βρίσκονται σε συγκρουσιακή πορεία. «Σημειωτέον ότι το υφιστάμενο σύστημα ραδιοεπικοινωνίας του ΟΣΕ δεν επαρκούσε, καθότι έδινε μεν καταρχάς τη δυνατότητα στους δυο μηχανοδηγούς να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, πλην με ενδεχόμενο να εμποδιζόταν η ραδιοεπικοινωνία με τη χρήση του υφιστάμενου συστήματος (VHF) από τον παρεμβαλλόμενο ορεινό όγκο του Ολύμπου, καθώς η αμαξοστοιχία IC 62 βρισκόταν στην κάτω πλευρά του και ο εμπορικός συρμός 63503 στην πάνω». 

Με δεδομένη όμως την έλλειψη τηλεδιοίκησης, σηματοδότησης στο συγκεκριμένο τμήμα διαδρομής και συστήματος ETCS, όπως επισημαίνεται στο σκεπτικό της απόφασης, «ο (στερούμενος εμπειρίας) σταθμάρχης που βρισκόταν μόνος στη βάρδια υπέπεσε σε διαδοχικά σφάλματα διαχείρισης της κυκλοφορίας, η αποτροπή των μοιραίων αποτελεσμάτων των οποίων, ελλείψει των ως άνω ασφαλιστικών δικλείδων, δεν κατέστη τελικώς δυνατή. Με βάση όλα τα προαναφερθέντα, όπως αποδείχθηκε, δεν λειτουργούσαν τα προσήκοντα συστήματα ασφαλείας για μεγάλο χρονικό διάστημα προ του χρόνου που συνέβη το επίδικο σιδηροδρομικό δυστύχημα, τα οποία, άλλωστε, εξασφαλίζουν την αποσόβηση του κινδύνου δυστυχήματος από τον ανθρώπινο παράγοντα και, τελικώς, από το, πάντα ενδεχόμενο να συμβεί, ανθρώπινο λάθος».

Τέμπη

«Το Ελληνικό Δημόσιο γνώριζε επί χρόνια την κατάσταση»

Ακολούθως, αναφέρεται πως το Ελληνικό Δημόσιο, διά του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, και η Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων (ΡΑΣ), ασκούν αρμοδιότητες εποπτείας επί του ΟΣΕ σε θέματα λειτουργίας και αρμοδιοτήτων του.

Περαιτέρω, όμως, αποδίδεται, τελικός εγγυητικός ρόλος στα όργανα του Ελληνικού Δημοσίου για τη διασφάλιση της ασφάλειας των σιδηροδρομικών μεταφορών, χωρίς η πρόβλεψη εποπτικής αρμοδιότητας της ΡΑΣ σε ζητήματα ασφάλειας των συγκοινωνιών, ιδίως όταν η ΡΑΣ είτε παραλείπει να ασκήσει την εποπτική της αρμοδιότητα, είτε ασκεί αυτήν ανεπαρκώς και το γεγονός αυτό τελεί σε γνώση των οργάνων του εναγομένου, να οδηγεί στην παραδοχή ότι το Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται από την υποχρέωση επιτέλεσης του εγγυητικού του ρόλου, σε ζητήματα ασφαλείας κατά την άσκηση εποπτείας επί του ΟΣΕ και εν γένει των σιδηροδρομικών μεταφορών καθόσον το δυνητικά διακινδυνεύον έννομο αγαθό είναι η ανθρώπινη ζωή.

«Το δικαστήριο έκρινε ότι το ελληνικό Δημόσιο γνώριζε επί χρόνια την κατάσταση που επικρατεί. Επίσης, γνώριζε μέσω των εξωδίκων και των δελτίων Τύπου της Πανελλήνιας Ένωσης Προσωπικού Έλξης για την κατάσταση, ενώ γνώριζε και από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Σιδηροδρόμων που είχε προχωρήσει επίσης σε διάφορες ενέργειες» αναφέρει ο κ. Καραπάνος, και προσθέτει πως «όλοι επεσήμαναν πως δεν υπάρχουν φωτοσήματα, τηλεδιοίκηση, δεν λειτουργούσε το ETCS, και σημειώνονταν και εκτροχιασμοί». 

Ο έλεγχος το 2019

Το δικαστήριο τονίζει πως, ως προς την κατ’ αρχάς αρμόδια για την άσκηση εποπτείας στον ΟΣΕ σε θέματα ασφαλείας των σιδηροδρόμων, ΡΑΣ, στο πλαίσιο διαδοχικών ελέγχων που διενήργησε ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων το 2019 και το 2022 σε αυτήν, υπό την ιδιότητά της ως Εθνική Αρχή Ασφάλειας εντοπίστηκαν ζητήματα σε σχέση με το κατά πόσον ήταν σε θέση να επιτελεί με τη ζητούμενη επάρκεια το εποπτικό της έργο. «Άλλωστε, κατά το χρονικό διάστημα που συνέβη το ένδικο σιδηροδρομικό δυστύχημα η ΡΑΣ ήταν υποστελεχωμένη, με συνολικό προσωπικό 16 άτομα, από τα οποία 8 μηχανικοί (6 για ζητήματα ασφαλείας και 2 για ζητήματα διαλειτουργικότητας) και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής είναι αδύνατο ένας τόσο μικρός αριθμός επιστημόνων να έχει όλη την απαιτούμενη τεχνολογικής φύσης τεχνογνωσία ενός σύνθετου συστήματος, όπως ο σιδηρόδρομος και να μπορεί να ανταποκριθεί στα υψηλά καθήκοντα εποπτείας, ελέγχων και υλοποίησης σε θέματα σιδηροδρομικής ασφάλειας» και προσθέτει πως:

«Η μη ύπαρξη ισορροπίας μεταξύ των καθηκόντων που απαιτούνται για την εποπτεία της ασφάλειας του σιδηροδρόμου και του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού για αυτόν τον σκοπό είχε ως αποτέλεσμα αφενός μεν η εποπτεία της ΡΑΣ να είναι ανεπαρκώς ανεπτυγμένη, οδηγώντας σε μία κατάσταση όπου η ΡΑΣ δεν έχει αναπτύξει μια πλήρη, τεκμηριωμένη άποψη για το επίπεδο επιδόσεων ασφάλειας του ελληνικού σιδηροδρομικού συστήματος, αφετέρου δε την έλλειψη επαρκούς εποπτείας από τη ΡΑΣ, η οποία εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να εντοπίσει μείζονες περιπτώσεις μη συμμόρφωσης προς τις υποδείξεις, οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν την απόδοση σε ό,τι αφορά στην ασφάλεια με την πρόκληση σοβαρών κινδύνων, γεγονός, ωστόσο, που επιτείνει, κατά την κοινή πείρα, την ανάγκη ύπαρξης λειτουργικών συστημάτων ασφαλείας της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας ικανών να αποτρέψουν ατύχημα, ανεξαρτήτως ανθρώπινου σφάλματος».

Τέμπη

Τα ευρήματα του ελέγχου παρακολούθησης της Εθνικής Αρχής Ασφάλειας του 2019 από τον ERA σχετικά με την έλλειψη επαρκούς εποπτείας από τη ΡΑΣ απεστάλησαν στο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, το οποίο παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, όπως αναφέρει το δικαστήριο. «Πέραν δε της πληροφόρησής του για την ελλιπή άσκηση εκ μέρους της ΡΑΣ εποπτικής αρμοδιότητας, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δια του αρμόδιου Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, όφειλε, σε κάθε περίπτωση, να γνωρίζει την μη ύπαρξη λειτουργικών συστημάτων ασφαλείας στο σιδηρόδρομο.

Η υποχρέωση αυτή του Ελληνικού Δημοσίου επιτείνεται από το γεγονός ότι τόσο η μη λειτουργία των συστημάτων αυτών στο σιδηρόδρομο όσο και η ανεπαρκής, αναποτελεσματική και ανεπιτυχής άσκηση εποπτείας από την ΡΑΣ στον ΟΣΕ σε θέματα ασφαλείας στον (ήδη επιβαρυμένο και με σημαντικά παρωχημένο τεχνολογικό εξοπλισμό όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πορίσματα) σιδηρόδρομο εκδηλωνόταν επί μακρόν, διακυβεύοντας τα απολύτως προστατευόμενα έννομα αγαθά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των χρηστών και των εργαζομένων του σιδηρόδρομου. Παρά ταύτα, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αδράνησε, παραλείποντας να ασκήσει την κατά τα ανωτέρω εποπτική του αρμοδιότητα και στο πλαίσιο αυτής τον εγγυητικό του ρόλο για τη διασφάλιση της ασφάλειας των σιδηροδρομικών μεταφορών».

Τέλος, με βάση όλα τα παραπάνω, το δικαστήριο έκρινε ότι «το Ελληνικό Δημόσιο δια του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών άσκησε πλημμελώς την κατά τα ανωτέρω εποπτική του αρμοδιότητα σε θέματα σιδηροδρομικής ασφάλειας και συνέβαλε αιτιωδώς δια της παράνομης αυτής παράλειψης στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ τούτο μπορούσε να αποτραπεί».

Η χρήση της απόφασης στην κεντρική δίκη

«Νομικά η συγκεκριμένη απόφαση μπορεί να αξιοποιηθεί αφού τελειώσουν οι καταθέσεις και απολογίες, και προχωρήσουμε στην ανάγνωση εγγράφων. Οι δικαστικές Αρχές εξετάζουν ακόμη και τώρα, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, τις περαιτέρω ευθύνες του καθενός. Το ποινικό δικαστήριο δεν δεσμεύεται να αποδεχτεί την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου αλλά αν δεν την αποδεχτεί, οφείλει να αιτιολογήσει τον λόγο, και αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Ωστόσο, είναι τόσα τα στοιχεία που εισφέρθηκαν που δεν είναι τόσο εύκολο να δικαιολογηθούν» εξηγεί ο κ. Καραπάνος και προσθέτει πως:

Η συγκεκριμένη απόφαση αποτελεί μία «πρώτη δικαστική ρωγμή στο αφήγημα της κυβέρνησης, ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει καμία σχέση με όλο αυτό, αλλά και γενικότερα στο αφήγημα όσων κουνούσαν το δάχτυλο, και έλεγαν ότι υπάρχει ασφάλεια στο σιδηροδρομικό δίκτυο».

δίκη Τέμπη

Μοιράσου το:

σχολίασε κι εσύ

ENIKOS NETWORK