Ανακοίνωση για τον θάνατο της 57χρονης καθηγήτριας Σοφίας Χρηστίδου, η οποία πέθανε έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο, εξέδωσε η Ομοσπονδία Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (ΟΛΜΕ). Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ομοσπονδίας εκφράζει τη βαθιά του θλίψη για την απώλεια της εκπαιδευτικού και απευθύνει συλλυπητήρια στην οικογένεια και στους οικείους της.
Το περιστατικό στη Θεσσαλονίκη έχει προκαλέσει έντονη συγκίνηση στην εκπαιδευτική κοινότητα σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ παράλληλα επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση το ζήτημα των συνθηκών εργασίας των εκπαιδευτικών στο ελληνικό σχολείο.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΟΛΜΕ, στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται η στάση της κοινωνίας και της Πολιτείας απέναντι στους εκπαιδευτικούς, καθώς και οι πιέσεις που συσσωρεύονται καθημερινά στο σχολικό περιβάλλον. Όπως επισημαίνεται, οι εκπαιδευτικοί καλούνται να επιτελέσουν το έργο τους μέσα σε ένα πλαίσιο αυξανόμενων απαιτήσεων, χωρίς την αναγκαία θεσμική και ουσιαστική στήριξη.
Τα προβλήματα που καταγράφονται στα σχολεία
Η Ομοσπονδία αναφέρει ότι η λειτουργία των σχολείων επιβαρύνεται από μια σειρά προβλημάτων. Μεταξύ αυτών καταγράφονται τα μεγάλα τμήματα, που συχνά αριθμούν 27 και 28 μαθητές, η έλλειψη επαρκών υποστηρικτικών δομών –όπως κοινωνικοί λειτουργοί και ψυχολόγοι– καθώς και οι συνεχείς μετακινήσεις εκπαιδευτικών, οι οποίοι πολλές φορές εργάζονται σε τέσσερα ή και πέντε διαφορετικά σχολεία.
Παράλληλα, η ΟΛΜΕ σημειώνει ότι στο σχολικό περιβάλλον αντανακλώνται και ευρύτερα κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν μαθητές και οικογένειες. Οι οικονομικές δυσκολίες, το αυξημένο άγχος για τις εξετάσεις, η εξάρτηση από τα φροντιστήρια και ένα απαιτητικό εξεταστικό σύστημα δημιουργούν, σύμφωνα με την Ομοσπονδία, ένα περιβάλλον αυξημένης πίεσης για όλους τους εμπλεκόμενους στη μαθησιακή διαδικασία.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, οι εκπαιδευτικοί καλούνται να ανταποκριθούν στον παιδαγωγικό τους ρόλο, παρά –όπως αναφέρεται– την εντατικοποίηση της εργασίας τους, την οικονομική απαξίωση του κλάδου και το κλίμα πειθαρχικών ποινών και διώξεων που, σύμφωνα με την Ομοσπονδία, επιβαρύνει το εργασιακό περιβάλλον στα σχολεία.
Η ΟΛΜΕ ζητά ουσιαστική στήριξη του δημόσιου σχολείου
Η ΟΛΜΕ υπογραμμίζει ότι η στήριξη του εκπαιδευτικού έργου δεν μπορεί να περιορίζεται σε διακηρύξεις. Ζητά, αντίθετα, την ουσιαστική ενίσχυση των σχολικών μονάδων με μόνιμη παρουσία κοινωνικών λειτουργών και ψυχολόγων, καθώς και τη δημιουργία δομών που θα στηρίζουν έμπρακτα τους εκπαιδευτικούς στην καθημερινότητά τους.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης σε επιμέρους ευθύνες μαθητών, γονέων ή εκπαιδευτικών αντιμετωπίζει το ζήτημα κυρίως με διοικητικούς ή νομοτεχνικούς όρους. Όπως σημειώνει, το βασικό ζήτημα παραμένει η ουσιαστική ενίσχυση του δημόσιου σχολείου και των ανθρώπων που το υπηρετούν.
Η Ομοσπονδία θεωρεί αναγκαία την πλήρη διερεύνηση των συνθηκών του περιστατικού στη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα, τονίζει ότι απαιτούνται άμεσα ουσιαστικά μέτρα για τη στήριξη των εκπαιδευτικών και την ενίσχυση του δημόσιου σχολείου.
«Οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμοι»
«Οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμοι», υπογραμμίζεται στην ανακοίνωση. Όπως επισημαίνεται, ένα δημόσιο σχολείο που επιδιώκει να μορφώνει ουσιαστικά τα παιδιά οφείλει να στηρίζει έμπρακτα τους ανθρώπους που το υπηρετούν καθημερινά.
Αναλυτικά η ανακοίνωση της ΟΛΜΕ
«Το Δ.Σ. της ΟΛΜΕ εκφράζει τα θερμά του συλλυπητήρια στην οικογένεια και στους οικείους της εκπαιδευτικού που έχασε τη ζωή της στη Θεσσαλονίκη, γεγονός που έχει συγκλονίσει την εκπαιδευτική κοινότητα σε ολόκληρη τη χώρα.
Στη δημόσια συζήτηση κυριαρχεί η αντιμετώπιση του εκπαιδευτικού από την κοινωνία και την Πολιτεία, δηλαδή οι πιέσεις που συσσωρεύονται καθημερινά στο σχολικό περιβάλλον και η έλλειψη ουσιαστικής στήριξης των εκπαιδευτικών από την Πολιτεία.
Οι συνθήκες που διαμορφώνονται στα σχολεία επιβαρύνουν ολοένα και περισσότερο το εκπαιδευτικό έργο και την καθημερινότητα των εκπαιδευτικών. Μεγάλα τμήματα 27 και 28 μαθητών, η απουσία επαρκών υποστηρικτικών δομών, όπως κοινωνικοί λειτουργοί και ψυχολόγοι, οι συνεχείς μετακινήσεις εκπαιδευτικών σε 4 και 5 σχολεία, καθώς και η διαρκής μεταφορά νέων ευθυνών στους εκπαιδευτικούς συνθέτουν μια πραγματικότητα που δυσκολεύει ουσιαστικά τη λειτουργία του σχολείου.
Παράλληλα, μέσα στη σχολική ζωή αντανακλώνται τα προβλήματα που βιώνουν οι μαθητές και οι οικογένειές τους: οικονομικές δυσκολίες, έντονο άγχος για τις εξετάσεις, εξάρτηση από τα φροντιστήρια και ένα ολοένα πιο πιεστικό εξεταστικό σύστημα.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, οι εκπαιδευτικοί καλούνται να ανταποκριθούν στον παιδαγωγικό τους ρόλο, παρά την αυξανόμενη εντατικοποίηση της εργασίας τους, την οικονομική απαξίωση του κλάδου και ένα κλίμα πειθαρχικών ποινών και διώξεων που επιβαρύνει το εργασιακό περιβάλλον στα σχολεία.
Η στήριξη του εκπαιδευτικού έργου δεν μπορεί να παραμένει στα λόγια. Απαιτείται η ουσιαστική ενίσχυση των σχολικών μονάδων με μόνιμη παρουσία κοινωνικών λειτουργών και ψυχολόγων, καθώς και η δημιουργία δομών που θα στηρίζουν έμπρακτα τους εκπαιδευτικούς στο έργο τους.
Η μετατόπιση της συζήτησης σε επιμέρους ευθύνες μαθητών, γονέων ή εκπαιδευτικών λειτουργεί με όρους νομοτεχνικούς και διοικητικούς. Κυρίαρχο, όμως, ζήτημα είναι η ανάγκη ουσιαστικής ενίσχυσης του δημόσιου σχολείου και των ανθρώπων που το υπηρετούν, αποστολή από την οποία οι πολιτικές που σχεδιάζονται και εφαρμόζονται από όσους κυβερνούν και διοικούν απέχουν πολύ.
Η πλήρης διερεύνηση των συνθηκών του περιστατικού στη Θεσσαλονίκη είναι απολύτως αναγκαία. Ωστόσο, εξίσου αναγκαίο είναι να ληφθούν άμεσα ουσιαστικά μέτρα για τη στήριξη των εκπαιδευτικών και την ενίσχυση του δημόσιου σχολείου.
Οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμοι. Ένα δημόσιο σχολείο που θέλει να μορφώνει ουσιαστικά τα παιδιά οφείλει να στηρίζει έμπρακτα τους ανθρώπους που το κρατούν όρθιο καθημερινά.
Η προτεραιότητα πρέπει να είναι η επιστροφή σε ένα σχολείο με κέντρο τον άνθρωπο».
