Τούρκοι αναλυτές και στελέχη της αντιπολίτευσης μιλούν για μεγάλες αδυναμίες στα εξοπλιστικά προγράμματα της Τουρκίας. Η εικόνα που προβάλλει η Άγκυρα περί στρατηγικής αυτονομίας και αυτάρκειας στην άμυνα αναιρείται με τον πιο σκληρό τρόπο ακριβώς τη στιγμή που η περιφερειακή κρίση μετατρέπεται σε πραγματικό πόλεμο.
Του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΑΡΕΤΑΙΟΥ – ΠΗΓΗ: Realnews
Η εικόνα που προβάλλει η Άγκυρα περί στρατηγικής αυτονομίας και αυτάρκειας στην άμυνα αναιρείται με τον πιο σκληρό τρόπο ακριβώς τη στιγμή που η περιφερειακή κρίση μετατρέπεται σε πραγματικό πόλεμο. Ο πόλεμος στο Ιράν δεν είναι απλώς μία ακόμη γεωπολιτική ένταση αλλά λειτουργεί ως ωμή επαλήθευση -ή μάλλον διάψευση- των βασικών αφηγημάτων του καθεστώτος του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Τα γεγονότα στο πεδίο -και ειδικά οι πρόσφατες αναχαιτίσεις ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων- αποκαλύπτουν ένα κενό ανάμεσα στη ρητορική και την επιχειρησιακή πραγματικότητα, που δεν μπορεί πλέον να καλυφθεί επικοινωνιακά.
Το σημείο καμπής είναι σαφές: οι πύραυλοι που κινήθηκαν προς ή πάνω από τον τουρκικό εναέριο χώρο δεν αναχαιτίστηκαν από «εθνικά» συστήματα, αλλά μέσω της νατοϊκής αεράμυνας. Η ίδια η Άγκυρα, έστω και έμμεσα, αναγνώρισε ότι ενεργοποιήθηκε η ενσωματωμένη αρχιτεκτονική της Συμμαχίας. Αυτό το γεγονός ανατρέπει τη βασική ιδέα ότι η Τουρκία έχει υπερβεί τη δυτική εξάρτηση και έχει μετατραπεί σε αυτόνομο στρατηγικό δρώντα. Αντίθετα, δείχνει ότι, στην πιο κρίσιμη στιγμή, η ασφάλεια της χώρας εξακολουθεί να εξαρτάται από το ΝΑΤΟ.
Η γραμμή του Τύπου
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη αν δει κανείς τη γραμμή του φιλοκαθεστωτικού Τύπου. Η «Sabah» μιλά για «μοναξιά των ΗΠΑ στο Ορμούζ», ενώ η «Yeni Safak» επιμένει στην αφήγηση περί απομονωμένου δυτικού μπλοκ και ανόδου της Τουρκίας ως ανεξάρτητης δύναμης. Ωστόσο, τα ίδια τα επιχειρησιακά δεδομένα διαψεύδουν αυτή την εικόνα. Η Τουρκία δεν λειτούργησε ως αυτόνομος πόλος ισχύος, αλλά ως μέρος μιας συλλογικής αμυντικής ομπρέλας. Ουσιαστικά, δεν «ξεπέρασε» το ΝΑΤΟ. Αντιθέτως, προστατεύθηκε ακριβώς επειδή παραμένει εντός Συμμαχίας.
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο αφορά το ζήτημα των S-400, που επί χρόνια παρουσιάστηκαν ως σύμβολο κυριαρχίας και στρατηγικής ανεξαρτησίας. Αντιπολιτευόμενοι σχολιαστές υποστήριξαν, μάλιστα, ότι οι πρόσφατες σχετικές δηλώσεις του τουρκικού υπουργείου Άμυνας συνιστούν έμμεση παραδοχή αποτυχίας. Οι ρωσικοί S-400 δεν μπορούν να ενταχθούν στο νατοϊκό σύστημα διοίκησης, έγκαιρης προειδοποίησης και αναχαίτισης, άρα δεν αποτελούν λειτουργική λύση απέναντι σε σύγχρονες βαλλιστικές απειλές. Το σύστημα δηλαδή που προβλήθηκε ως «game changer» είναι πρακτικά άχρηστο αν επαληθευτεί το σενάριο για το οποίο υποτίθεται ότι αποκτήθηκε. Στο ίδιο πνεύμα, ο Ισμέτ Μπερκάν στην «Karar» αποδομεί πλήρως τη δημόσια συζήτηση γύρω από τους S-400. Το ερώτημα «γιατί βρίσκονται στην αποθήκη;», όπως λέει, είναι παραπλανητικό. Το πραγματικό ζήτημα είναι ότι η τουρκική αεράμυνα ενεργοποιήθηκε μέσω της νατοϊκής αλυσίδας από το ραντάρ του Κιουρετσίκ μέχρι τα μέσα αναχαίτισης στην ανατολική Μεσόγειο. Δηλαδή, την ώρα της κρίσης, το μόνο λειτουργικό σύστημα ήταν αυτό που συνδέεται με το ΝΑΤΟ, όχι αυτό που αγοράστηκε για να το υποκαταστήσει.
Ο αντιπολιτευόμενος Τύπος ανέφερε ότι μία από τις αναχαιτίσεις πραγματοποιήθηκε πάνω από τη βάση του Ιντσιρλίκ, ενώ προγραμματίστηκε η ενίσχυση της τουρκικής αεράμυνας με αμερικανικά συστήματα Patriot PAC-3. Το γεγονός ότι επανέρχεται στο τραπέζι η αμερικανική λύση δείχνει την επιχειρησιακή ανεπάρκεια της υφιστάμενης δομής. ‘Οπως επισημαίνουν αναλυτές στη Realnews, «την ώρα που το καθεστώς διαφημίζει την εθνική αμυντική επανάσταση, η κρίσιμη αμυντική ομπρέλα παραμένει ξένη».
Δομικό πρόβλημα
Το πρόβλημα όμως δεν είναι απλώς τεχνικό, αλλά βαθιά δομικό. Η συζήτηση που αναδεικνύεται σε αναλύσεις στην Τουρκία για τα «35 χαμένα χρόνια» δείχνει ότι η Αγκυρα δεν απέτυχε μόνο σε μια συγκεκριμένη προμήθεια, αλλά σε μια ολόκληρη στρατηγική πορεία. Από τη δεκαετία του 1990, όταν ο Πόλεμος του Κόλπου κατέδειξε τη σημασία της αντιπυραυλικής άμυνας, μέχρι σήμερα, η Αγκυρα είτε καθυστερούσε είτε πολιτικοποιούσε κρίσιμες αποφάσεις. Διαγωνισμοί για Patriot, κινεζικά συστήματα ή ευρωπαϊκές λύσεις είτε ακυρώθηκαν είτε μετατράπηκαν σε γεωπολιτικά παιχνίδια, χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί ένα ολοκληρωμένο, πολυεπίπεδο σύστημα, ενώ η περίφημη εγχώρια τουρκική στρατιωτική βιομηχανία δεν έχει -τουλάχιστον προς το παρόν- προχωρήσει σε κατασκευή ραντάρ αντάξιων των δυτικών.
Η αγορά των S-400 από τη Ρωσία όχι μόνο δεν έλυσε το πρόβλημα, αλλά το επιδείνωσε, καθώς απομάκρυνε την Τουρκία από το πρόγραμμα των F-35, ενίσχυσε την καχυποψία εντός ΝΑΤΟ και άφησε τη γειτονική χώρα με ένα σύστημα που δεν μπορεί να ενσωματωθεί στην επιχειρησιακή αρχιτεκτονική της. Το αποτέλεσμα είναι μια κατακερματισμένη άμυνα, χωρίς συνεκτικότητα και χωρίς πραγματική αποτρεπτική ικανότητα απέναντι σε μαζικές βαλλιστικές απειλές.
Έτσι, ο πόλεμος στο Ιράν καθιστά αυτή την αδυναμία ορατή σε πραγματικό χρόνο. Για δεκαετίες, η απειλή των πυραύλων αντιμετωπιζόταν ως θεωρητικό σενάριο, αλλά σήμερα είναι επιχειρησιακή πραγματικότητα. Και, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Τουρκία εμφανίζεται όχι ως διαμορφωτής εξελίξεων αλλά ως παίκτης που αντιδρά, βασιζόμενος σε εξωτερικές εγγυήσεις ασφαλείας.
Η βαθύτερη σημασία αυτής της εξέλιξης είναι πολιτική. Το αφήγημα της στρατηγικής αυτονομίας δεν καταρρέει απλώς τεχνικά, αλλά και συμβολικά. Αποδεικνύεται ότι η κυριαρχία στην άμυνα -ο πυρήνας κάθε κρατικής ισχύος- δεν μπορεί να οικοδομηθεί με αποσπασματικές επιλογές και ιδεολογικά φορτισμένες αποφάσεις. Αντίθετα, απαιτεί θεσμική συνέχεια, τεχνολογική ολοκλήρωση και στρατηγική συνέπεια, στοιχεία που απουσίασαν από την τουρκική πολιτική των τελευταίων δεκαετιών.
Εικόνα
Τελικά, η εικόνα που προκύπτει είναι σχεδόν παράδοξη: μια χώρα που επενδύει τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο στην ιδέα της ανεξαρτησίας, που έχει αναπτύξει μια αναμφισβήτητα εντυπωσιακή στρατιωτική βιομηχανία, αλλά που επιβιώνει στρατηγικά χάρη στη διασύνδεσή της με τη Δύση.
«Ο πόλεμος στο Ιράν δεν δημιούργησε αυτή την αντίφαση, απλώς την αποκάλυψε με τον πιο ωμό τρόπο», ανέφεραν στην «R» Ευρωπαίοι αναλυτές. Σημειώνοντας ότι αυτό ακριβώς είναι που καθιστά την παρούσα συγκυρία δυνητικά επικίνδυνη για το καθεστώς Ερντογάν: όχι γιατί απειλείται άμεσα η ασφάλεια της Τουρκίας, αλλά γιατί απογυμνώνεται το ίδιο το αφήγημα πάνω στο οποίο έχει οικοδομηθεί ένα πολύ σημαντικό μέρος της τρέχουσας πολιτικής νομιμοποίησής του.
