Η εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν εισέρχεται σε ακόμη έναν κύκλο κλιμάκωσης, παρά το γεγονός ότι τέθηκε σε ισχύ στις 8 Απριλίου. Τις τελευταίες ημέρες σημειώθηκαν νέες αμερικανικές επιθέσεις κατά του Ιράν, ιρανικά πλήγματα σε στόχους στο Κουβέιτ και το Μπαχρέιν, καθώς και νέα κλιμάκωση των ισραηλινών επιχειρήσεων στον Λίβανο.
Οι προηγούμενες εξάρσεις έντασης των τελευταίων δύο μηνών περιορίστηκαν σχετικά γρήγορα. Ωστόσο, καθώς η εκεχειρία παρατείνεται χωρίς ουσιαστική πρόοδο, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί σε ακόμη ένα αδιέξοδο της Μέσης Ανατολής, με σημαντικές διεθνείς οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις, σημειώνει ο Guardian.
Η έλλειψη εμπιστοσύνης παραμένει το βασικό εμπόδιο
Τέσσερα εμπόδια εμποδίζουν την πρόοδο. Το πρώτο και σημαντικότερο εμπόδιο αφορά την εμπιστοσύνη. Η Τεχεράνη δεν πιστεύει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να εξασφαλίσει μια συμφωνία ή να τηρήσει τις δεσμεύσεις της Ουάσιγκτον.
Οι ιρανικές αρχές φοβούνται όχι μόνο το ενδεχόμενο μιας νέας αμερικανικής υπαναχώρησης, αλλά και τη συνεχή μετατόπιση των όρων της διαπραγμάτευσης, με νέες απαιτήσεις που θα αφορούν πυρηνικά ζητήματα, πυραυλικά προγράμματα, περιφερειακή πολιτική και ευρύτερες πολιτικές παραχωρήσεις.
Απουσία απευθείας διαλόγου
Δεύτερο σημαντικό εμπόδιο είναι η απουσία ουσιαστικής απευθείας επικοινωνίας μεταξύ των δύο πλευρών.
Από τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο στο Ισλαμαμπάντ μεταξύ του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς και του προέδρου του ιρανικού κοινοβουλίου Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, δεν έχει υπάρξει κάποιος απευθείας δίαυλος επικοινωνίας ικανός να μετατρέψει τα πολιτικά μηνύματα σε πραγματικό συμβιβασμό.
Αντίθετα, οι συνομιλίες συνεχίζονται μέσω περιφερειακών διαμεσολαβητών και ανταλλαγής προτάσεων.
Διαφορετικές επιδιώξεις σε Ουάσιγκτον και Τεχεράνη
Το τρίτο εμπόδιο αφορά το χάσμα ανάμεσα στις επιδιώξεις των δύο πλευρών.
Το Ιράν ζητά συγκεκριμένες δεσμεύσεις σχετικά με το ποιες κυρώσεις θα αρθούν, πότε θα αποδεσμευτούν τα έσοδα που παραμένουν παγωμένα, πώς θα εφαρμοστούν οι συμφωνίες και ποιες εγγυήσεις υπάρχουν απέναντι σε μια ενδεχόμενη νέα αμερικανική υπαναχώρηση.
Από την άλλη πλευρά, ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει μια ταχύτερη και πιο ευέλικτη συμφωνία που θα μπορεί να παρουσιαστεί ως διπλωματική επιτυχία.
Όπως σημειώνει ο Guardian, η μία πλευρά αναζητά εγγυήσεις, ενώ η άλλη αναζητά μια πολιτική νίκη.
Οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις
Η εσωτερική πολιτική κατάσταση αποτελεί το τέταρτο βασικό εμπόδιο.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οποιαδήποτε συμφωνία με το Ιράν κινδυνεύει να δεχθεί έντονη κριτική τόσο από Ρεπουμπλικανούς όσο και από Δημοκρατικούς αντιπάλους του Τραμπ.
Στο Ιράν, αντίστοιχα, πολλοί θεωρούν ότι ένας συμβιβασμός χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις και χωρίς σημαντική άρση των κυρώσεων, ύστερα από εβδομάδες συγκρούσεων και βομβαρδισμών, θα μπορούσε να εκληφθεί ως υποχώρηση.
Και οι δύο πλευρές θεωρούν ότι κερδίζουν
Κατά την ανάλυση της βρετανικής εφημερίδας, το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Τεχεράνη πιστεύουν πως ο χρόνος λειτουργεί υπέρ τους.
Το Ιράν εκτιμά ότι άντεξε την πίεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ, ότι το πολιτικό και στρατιωτικό του σύστημα παρέμεινε λειτουργικό και ότι η επιρροή του ενισχύθηκε μέσω της διακοπής της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την πλευρά τους, θεωρούν ότι απέδειξαν τη στρατιωτική τους υπεροχή, ότι αποδυνάμωσαν τους συμμάχους της Τεχεράνης στην περιοχή και ότι η ιρανική οικονομία βρίσκεται υπό ασφυκτική πίεση.
«Η αλήθεια είναι ότι και οι δύο χάνουν»
Το συμπέρασμα του Guardian είναι ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν κερδίζει πραγματικά από τη σημερινή κατάσταση.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το κόστος είναι πολιτικό, οικονομικό και στρατηγικό, καθώς κάθε νέα κλιμάκωση διατηρεί την αβεβαιότητα στις ενεργειακές αγορές, εκθέτει τους συμμάχους τους στον Κόλπο σε αντίποινα και υπονομεύει την εικόνα της Ουάσιγκτον ως δύναμης που μπορεί να επιβάλει σταθερότητα στην περιοχή.