Το Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα και το στρατηγικό δίλημμα της Ελλάδας

Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος
Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Η πρώτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ειρήνης για τη Γάζα, που  προωθήθηκε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία διεθνή διάσκεψη.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια πρωτοβουλία που αντικατοπτρίζει τη μετάβαση του διεθνούς συστήματος από την κλασική πολυμερή τάξη σε ένα πιο ρευστό περιβάλλον, όπου η ισχύς, οι ad hoc συμμαχίες και οι πολιτικοοικονομικές πρωτοβουλίες συχνά προηγούνται των θεσμών.

Σε αυτό το πλαίσιο, αναδεικνύεται ένα βαθύτερο ζήτημα στρατηγικής κατεύθυνσης για πολλές χώρες που καλούνται να τοποθετηθούν απέναντι σε μια νέα μορφή διεθνούς πρωτοβουλίας, η οποία εμφανίζεται εκτός των κλασικών δομών της πολυμερούς διπλωματίας.

Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε αυτό το στρατηγικό δίλημμα, δεδομένου ότι, η εξωτερική της πολιτική βασίζεται διαχρονικά στην προσήλωση στο διεθνές δίκαιο και στους διεθνείς οργανισμούς.

Συγκεκριμένα, η ελληνική διπλωματία έχει επενδύσει διαχρονικά στη νομιμοποίηση των διεθνών θεσμών και κυρίως στον ρόλο του ΟΗΕ και του διεθνούς δικαίου ως πυλώνων σταθερότητας.

Αυτό δεν αποτελεί απλά μια αξιακή επιλογή, αλλά και στρατηγική αναγκαιότητα, δεδομένου ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει αναθεωρητικές πιέσεις από την Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Για την Ελλάδα συνεπώς, το ερώτημα δεν είναι απλώς αν πρέπει να συμμετάσχει στο Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα, αλλά πώς μπορεί να συμμετέχει χωρίς να απομακρυνθεί από τις θεμελιώδεις αρχές της εξωτερικής της πολιτικής.

Στην πραγματικότητα, το δίλημμα αυτό εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο μετασχηματισμού του διεθνούς συστήματος όπου οι πρωτοβουλίες για την επίλυση των διεθνών κρίσεων δεν διεξάγονται πάντοτε εντός των παραδοσιακών θεσμικών πλαισίων.

Αντιθέτως, ολοένα και συχνότερα οι μεγάλες δυνάμεις προωθούν νέα σχήματα συντονισμού και διαχείρισης κρίσεων, τα οποία λειτουργούν παράλληλα και ορισμένες φορές ανταγωνιστικά, προς τους υφιστάμενους διεθνείς οργανισμούς.

Η πρωτοβουλία του Προέδρου Τράμπ για το Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα φαίνεται να κινείται ακριβώς σε αυτή τη λογική.

Αποτελεί μια πολιτική διαδικασία που φιλοδοξεί να ασκήσει τεράστια πολιτική επιρροή στη διεθνή σκηνή και να κινητοποιήσει κεφάλαια, στρατιωτικές αποστολές σταθεροποίησης και διπλωματικές πρωτοβουλίες, για τη σταθεροποίηση μιας κρίσιμης περιοχής για την παγκόσμια ασφάλεια, αλλά χωρίς σαφή σύνδεση με το υπάρχον διεθνές σύστημα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης και του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη να συμμετάσχει η Ελλάδα ως παρατηρητής στο Συμβούλιο Ειρήνης δεν είναι μια απλή διπλωματική επιλογή.

Είναι μια στοχευμένη στρατηγική κίνηση ισορροπίας που επιχειρεί να συνδυάσει δύο στόχους:

  1. Να μην απουσιάζει η Ελλάδα από μια διαδικασίαπου μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και θα μπορούσε να περιορίσει τον ρόλο της στην ευρύτερη περιοχή, όπου τα συμφέροντά της είναι άμεσα και σημαντικά και
  2. Να αποφευχθεί η πλήρης πολιτική νομιμοποίηση ενός νέου μηχανισμού που ενδέχεται να λειτουργήσει παράλληλα ή και ανταγωνιστικά προς τις δομές του ΟΗΕ.

Η στάση αυτή δεν είναι τυχαία. Συνδέεται άμεσα με τρεις βασικούς παράγοντες: την ενεργειακή ασφάλεια, τη γεωπολιτική σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου και το σύστημα συμμαχιών που έχει οικοδομήσει η Αθήνα τα τελευταία χρόνια.

Ειδικότερα, η Ελλάδα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, διατηρεί στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ, τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλα κράτη της περιοχής και εμφανίζεται ως δύναμη σταθερότητας, ιδιαίτερα σε αντιδιαστολή με την αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα έπραξε σωστά που αποφάσισε να συμμετάσχει σε μια τόσο σημαντική διεθνή πρωτοβουλία.

Αντιθέτως, η απουσία της  θα ήταν στρατηγικό λάθος καθώς θα μείωνε την επιρροή της χώρας στη Μέση Ανατολή και θα έστελνε ένα μήνυμα παθητικότητας στους εταίρους της.

Ειδικότερα, σε μια περίοδο όπου το διεθνές σύστημα μεταβαίνει από τη θεσμική σταθερότητα σε μια πιο ανταγωνιστική γεωπολιτική πραγματικότητα, η απουσία από τέτοιες πρωτοβουλίες ισοδυναμεί συχνά με απώλεια επιρροής.

Συνεπώς, η στρατηγική παρουσία, ακόμη και με περιορισμένο ρόλο, επιτρέπει στην Ελλάδα να παρακολουθεί, να επηρεάζει και να προσαρμόζει την πολιτική της εγκαίρως.

Ωστόσο, η ελληνική συμμετοχή δεν μπορεί να είναι απλώς τυπική ή παθητική. Πρέπει να λειτουργήσει ως εργαλείο ενεργούς διπλωματίας, μέσα από τέσσερις βασικούς άξονες:

  1. Στρατηγική θέση παρατηρητή αλλά με επιρροή. Η Ελλάδα μπορεί να παρέμβει όταν θίγονται τα γεωπολιτικά της συμφέροντα. Αυτό επιτρέπει στην Αθήνα να παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις, να συμβάλλει σε συζητήσεις για τη σταθεροποίηση της Γάζας και να δημιουργεί διαύλους διαλόγου με άλλες χώρες στρατηγικού ενδιαφέροντος, χωρίς να δεσμεύεται πλήρως σε ένα μηχανισμό με ασαφή θεσμική βάση.
  2. Σύνδεση με τις συμμαχίες και την ισχύ. Η συμμετοχή ενισχύει τη στρατηγική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ και αξιοποιεί τη θέση της Ελλάδας στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ, προβάλλοντας την εικόνα μιας χώρας που συνδυάζει θεσμική αξιοπιστία με πρακτική επιρροή στις περιφερειακές εξελίξεις.
  1. Ισορροπία αρχών και ρεαλισμού. Η Ελλάδα υπερασπίζεται το διεθνές δίκαιο, αλλά αναγνωρίζει την αναγκαιότητα ρεαλιστικής διαχείρισης των γεωπολιτικών κινδύνων. Η ισορροπία αυτή ενισχύει τον ρόλο της ως παράγοντα σταθερότητας, αποτρέποντας κινδύνους που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τα συμφέροντά της.
  2. Προβολή εθνικής στρατηγικής αυτονομίας.Η συμμετοχή της Ελλάδας στο Συμβούλιο Ειρήνης μπορεί να συνδεθεί με ευρύτερες εθνικές πρωτοβουλίες όπως η ενίσχυση της ενεργειακής της παρουσίας και η ανάδειξη της σε κόμβο σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η ενεργειακή γεωπολιτική επανέρχεται δυναμικά στην Ανατολική Μεσόγειο και νέες συνεργασίες αναδιαμορφώνουν τις ισορροπίες ισχύος στην περιοχή.

Παράλληλα, η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί με προσοχή. Η πλήρης ταύτιση με μια πρωτοβουλία με ασαφή θεσμική βάση θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Η στάση της Ε.Ε. να συμμετάσχει επίσης ως παρατηρητής, αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη λογική: διατήρηση επιρροής χωρίς πλήρη θεσμική δέσμευση.

Πρόκειται για ένα μοντέλο που επιτρέπει στα κράτη να διατηρούν επιρροή στις εξελίξεις, χωρίς να αποδέχονται πλήρως τη νέα αρχιτεκτονική που επιχειρείται να διαμορφωθεί.

Ταυτόχρονα η Ελλάδα θα πρέπει να προβεί σε προσεκτική αξιολόγηση των πιθανών κινδύνων, δεδομένου ότι η Μέση Ανατολή παραμένει μια εξαιρετικά σύνθετη και εύθραυστη περιοχή και οι στρατιωτικές ή ειρηνευτικές αποστολές συχνά εμπλέκονται σε πολυεπίπεδες συγκρούσεις και γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς.

Στην πραγματικότητα, το Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα λειτουργεί ως ένα τεστ για τη νέα διεθνή πραγματικότητα,  όπου η ισχύς, οι γεωπολιτικές ισορροπίες και οι περιφερειακές πρωτοβουλίες αποκτούν αυξανόμενη σημασία.

Στο πλαίσιο αυτό, οι μεγάλες δυνάμεις επιχειρούν να διαμορφώσουν νέα εργαλεία επιρροής, ενώ τα κράτη μεσαίου μεγέθους καλούνται να προσαρμοστούν χωρίς να χάσουν τη στρατηγική τους αυτονομία.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ελλάδα καλείται να αποφασίσει αν θα παραμείνει απλός παρατηρητής ή αν θα αξιοποιήσει τις ευκαιρίες για ενεργό συμμετοχή στη διαμόρφωση της επόμενης διεθνούς τάξης.

Για την Ελλάδα συνεπώς, το στρατηγικό δίλημμα της εξωτερικής της πολιτικής δεν είναι απλώς η παρουσία ή η απουσία από μια τέτοια διεθνή πρωτοβουλία.

Είναι η εύρεση ενός μίγματος πολιτικής που θα επιτρέψει στη χώρα  να διατηρήσει τον θεσμικό της προσανατολισμό, να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που προσφέρουν νέες διπλωματικές πρωτοβουλίες και ταυτόχρονα, να προστατεύσει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά της.

Η ισορροπία ανάμεσα στις αρχές του διεθνούς δικαίου και τον ρεαλισμό αποτελεί πάντα δύσκολη άσκηση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου το διεθνές σύστημα βρίσκεται σε φάση αναδιάταξης.

Τελικά, το πραγματικό διακύβευμα για χώρες μεσαίου μεγέθους, όπως η Ελλάδα, είναι αν μπορούν να κινηθούν αποτελεσματικά σε έναν κόσμο όπου οι διεθνείς θεσμοί αμφισβητούνται, οι μεγάλες δυνάμεις προωθούν νέες μορφές συνεργασίας και οι περιφερειακές κρίσεις αποκτούν παγκόσμια σημασία.

Η απάντηση βρίσκεται σε μια στρατηγική που συνδυάζει αρχές, ισχύ, διπλωματική ευελιξία και καθαρή αντίληψη των γεωπολιτικών εξελίξεων.

Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό νόημα του διλήμματος που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα: όχι αν θα συμμετάσχει σε μια πρωτοβουλία, αλλά πώς θα διαμορφώσει τον ρόλο της σε μια νέα διεθνή πραγματικότητα που ήδη διαμορφώνεται μπροστά της.

Εν κατακλείδι, η Ελλάδα θα πρέπει να δει την πρόσκληση του Αμερικανού Προέδρου Τράμπ για συμμετοχή στο Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα –ιδίως τώρα που ο Πρόεδρος Τράμπ επισημαίνει ότι σήμερα οι δεσμοί Ελλάδας – ΗΠΑ είναι ισχυρότεροι από ποτέ- ως ευκαιρία ενεργούς διπλωματίας και διεθνούς προβολής και όχι ως υποχρέωση υποχωρητικότητας και δέσμευσης.

Η συμμετοχή σε τέτοιες πρωτοβουλίες δίνει τη δυνατότητα να ενισχυθεί ο ρόλος της χώρας ως παράγοντας σταθερότητας, να αναδειχθεί η προσήλωσή της στο διεθνές δίκαιο και να δημιουργηθούν δίαυλοι διαλόγου που μπορούν να συμβάλουν σε ειρηνευτικές διαδικασίες, πάντα σε συνδυασμό με σαφή στρατηγική αποτροπής και εθνικής ασφάλειας.

Υπό το πρίσμα αυτό, η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να αποφασίσει αν θα συμμετάσχει στη διαμόρφωση του μέλλοντος ή θα αφήσει τους άλλους να το καθορίσουν γι’ αυτή.

*Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

 

 

Μοιράσου το:

σχολίασε κι εσύ

ENIKOS NETWORK