Ο Πέδρο Σάντσεθ έχει μάθει να κυβερνά παίζοντας με το πολιτικό ρίσκο. Από τότε που πέρασε την πόρτα του Παλατιού της Μονκλόα, το 2018, έχει επανειλημμένα επιλέξει την κάλπη ως διέξοδο όταν οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί έμοιαζαν να κλείνουν ασφυκτικά γύρω του. Αυτή τη φορά, όμως, το στοίχημα είναι διαφορετικό: ο Ισπανός Πρωθυπουργός επιχειρεί να μετατρέψει μια κρίση που στράφηκε εναντίον της κυβέρνησής του σε πολιτικό όπλο υπέρ της – και μια 87χρονη γυναίκα που απομακρύνθηκε από το σπίτι όπου ζούσε επί επτά δεκαετίες βρέθηκε, χωρίς ποτέ να το επιδιώξει, στο επίκεντρο της μεγαλύτερης πολιτικής αναμέτρησης της χώρας εδώ και χρόνια. Το enikos.gr μίλησε με κορυφαίους Ισπανούς πολιτικούς αναλυτές για το πώς μια έξωση κατέληξε να λειτουργήσει ως καταλύτης μιας πολιτικής κρίσης.
Του Νίκου Παγουλάτου
Τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου, ο Σάντσεθ, μία από τις ισχυρότερες φωνές της ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς και ένας από τους πιο έντονους επικριτές του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, έβαλε τέλος σε μια κοινοβουλευτική περίοδο που γινόταν ολοένα δυσκολότερη για εκείνον. Από το Palacio de la Moncloa, την επίσημη πρωθυπουργική κατοικία, ανακοίνωσε τη διάλυση του Κοινοβουλίου και ζήτησε από τους Ισπανούς να του δώσουν μια «πολύ ευρύτερη προοδευτική πλειοψηφία» για να κυβερνήσει.
Με την Ισπανία να οδεύει πλέον σε πρόωρες εκλογές στις 29 Νοεμβρίου, o Εδουάρδο Μπαγιόν, πολιτικός αναλυτής και σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας, και o Χαβιέ Καρμπονέλ, πολιτικός αναλυτής στη δεξαμενή σκέψης Ευρωπαϊκό Κέντρο Πολιτικής (EPC), επιχείρησαν να αποκωδικοποιήσουν για το enikos.gr πώς η στεγαστική κρίση έφερε στην επιφάνεια ένα πολύ βαθύτερο πολιτικό αδιέξοδο, γιατί ο Σάντσεθ αποφάσισε να προσφύγει τώρα στις κάλπες και τι διακυβεύεται σε μια αναμέτρηση που ξεπερνά τα ισπανικά σύνορα.
Συνηθισμένος σε πρόωρες εκλογές
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Σάντσεθ ανατρέπει ο ίδιος το «πολιτικό ημερολόγιο» της χώρας του. Το 2019, όταν η κυβέρνησή του δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την έγκριση του προϋπολογισμού, προκήρυξε τις εκλογές της 28ης Απριλίου. Το αποτέλεσμα δεν του έδωσε σταθερή πλειοψηφία και, μετά την αποτυχία σχηματισμού κυβέρνησης, η Ισπανία οδηγήθηκε ξανά στις κάλπες τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2023, μετά τη βαριά ήττα των Σοσιαλιστών στις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές του Μαΐου του 2023, ο Σάντσεθ αιφνιδίασε ακόμη και το ίδιο του το κόμμα, προκηρύσσοντας πρόωρες εκλογές για τις 23 Ιουλίου.
Τώρα, το έκανε ξανά. Μόνο που αυτή τη φορά, ο λόγος είναι μια έξωση – αυτή της 87χρονης Μαρικάρμεν Αμπασκάλ.
Η γυναίκα που έδωσε «πρόσωπο» σε μια κρίση
Η Μαρικάρμεν Αμπασκάλ, χρησιμοποιεί αναπηρικό αμαξίδιο και ζούσε στο ίδιο διαμέρισμα στη Μαδρίτη επί 70 χρόνια. Όταν το κτίριο πέρασε σε επενδυτική εταιρεία και η ίδια βρέθηκε αντιμέτωπη με αύξηση του ενοικίου κατά 230%, η απομάκρυνσή της από το σπίτι -με φορείο- μετατράπηκε σε εικόνα-σύμβολο μιας πολύ μεγαλύτερης ισπανικής κρίσης.

Για τον Εδουάρδο Μπαγιόν, αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η συγκεκριμένη υπόθεση πέτυχε κάτι που η αύξηση των ενοικίων, οι τιμές ακινήτων και γενικότερα η στεγαστική κρίση, που αγγίζει χιλιάδες πολίτες, δεν είχαν καταφέρει.
«Η στέγαση αποτελεί εδώ και σχεδόν δύο χρόνια το υπ’ αριθμόν ένα ζήτημα που απασχολεί τους Ισπανούς. Πρόκειται για μια δυσαρέσκεια που διογκωνόταν σταθερά, μέχρι που έφτασε σε σημείο να μην μπορεί πλέον να συγκρατηθεί, και το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια αφορμή», εξηγεί στο enikos.gr.
Η έξωση της Μαρικάρμεν, λέει, συγκέντρωνε όλα τα απαραίτητα στοιχεία: τεράστια δημοσιότητα, μια ιστορία αντιπροσωπευτική ενός ευρύτερου προβλήματος και μια εικόνα με την οποία ήταν σχεδόν αδύνατον να μη νιώσει κανείς ενσυναίσθηση.
«Ένας αριθμός σε μια στατιστική δεν κινητοποιεί κανέναν – ένα πρόσωπο το κάνει», το συνοψίζει ο Μπαγιόν σε μία φράση.
Η οργή πέρασε γρήγορα από τα social media στους δρόμους. Μαζικές διαδηλώσεις οργανώθηκαν στη Μαδρίτη και σε άλλες πόλεις, ενώ για σχεδόν μία εβδομάδα διαδηλωτές κατασκήνωναν σε σκηνές στην Πουέρτα δελ Σολ, σε μια κινητοποίηση που αναπόφευκτα έφερε στη μνήμη το «Κίνημα 15-M» (Αγανακτισμένοι).

Έτσι, σύμφωνα με τον Μπαγιόν, η ιστορία ενός μόνο ατόμου μετατράπηκε σε κοινωνική πίεση την οποία η κυβέρνηση δεν μπορούσε πλέον να αγνοήσει. Η απάντησή της ήταν τα αποκαλούμενα «διατάγματα Μαρικάρμεν» (decretos Maricarmen), με έκτακτα μέτρα για τη στεγαστική κρίση.

Και τότε φάνηκε ότι το πρόβλημα του Σάντσεθ δεν βρισκόταν μόνο στους δρόμους, αλλά μέσα στο Κοινοβούλιο. Όταν το Λαϊκό Κόμμα (PP), το Vox, το UPN και το Junts καταψήφισαν τα μέτρα, αποκαλύφθηκε με τον πιο καθαρό τρόπο η αδυναμία της κυβέρνησης να συγκεντρώσει μια σταθερή πλειοψηφία ακόμη και γύρω από ένα ζήτημα τεράστιας κοινωνικής πίεσης.
«Η Μαρικάρμεν δεν έβαλε τέλος στη νομοθετική περίοδο – έκανε ορατό ότι αυτή είχε ήδη εξαντλήσει τη δυναμική της», μας λέει ο Μπαγιόν.
Η κρίση που έβγαλε την Αριστερά ξανά στον δρόμο
Από την πλευρά του, ο Χαβιέ Καρμπονέλ βλέπει πίσω από την υπόθεση αυτή μια ακόμη ενδιαφέρουσα πολιτική μεταβολή. Στα οκτώ χρόνια του Σάντσεθ στην εξουσία, η Ισπανία πέρασε από την πανδημία, την λεγόμενη «καταλανική κρίση» (2017, 2023-204) και, πιο πρόσφατα, τις εντάσεις στη Θέουτα. Πολλές από αυτές τις κρίσεις, επισημαίνει ο Καρμπονέλ, είχαν ως αποτέλεσμα να κινητοποιηθεί πολιτικά η Δεξιά.

Το στεγαστικό, αντιθέτως, άρχισε να κινητοποιεί την Αριστερά, μόνο που αυτή η κινητοποίηση δεν ήταν απαραίτητα υπέρ του Σάντσεθ.
«Το πρόβλημα για τον Σάντσεθ είναι ότι πολλοί αριστεροί ψηφοφόροι έχουν αποστασιοποιηθεί από την πολιτική. Το στεγαστικό τους έβγαλε ξανά στους δρόμους, αλλά με επικριτική στάση απέναντι σε μια κυβέρνηση που, κατά την άποψή τους, απέτυχε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα», εξηγεί στο enikos.gr.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ίσως ο πυρήνας του εκλογικού στοιχήματος που βάζει ο Σάντσεθ.
Ο Ισπανός Πρωθυπουργός επιχειρεί, σύμφωνα με τον Καρμπονέλ, «να αξιοποιήσει αυτή την κινητοποίηση προς όφελός του», υποστηρίζοντας ότι δεν είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης αλλά η έλλειψη «κοινοβουλευτικής εντολής» που τον εμποδίζει να προχωρήσει στα «μέτρα στέγασης που επιθυμούν αυτοί οι ψηφοφόροι».
Γιατί τώρα;
Οι δημοσκοπήσεις δεν αποτελούν, σύμφωνα με τον Καρμπονέλ, το προφανές επιχείρημα για μια πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, καθώς ο ίδιος ο Σάντσεθ «γνωρίζει ότι δεν είναι ευνοϊκές» για εκείνον. Βλέπει όμως στη συγκεκριμένη κρίση μια ευκαιρία «να κινητοποιήσει εκ νέου την αριστερή βάση» του και να τη φέρει στις κάλπες.
«Το βασικό του πρόβλημα είναι ότι δεν διαθέτει αξιόπιστη κοινοβουλευτική πλειοψηφία», σημειώνει επίσης ο Καρμπονέλ, ενώ «η εξάρτησή του από τα καταλανικά και βασκικά κόμματα του κεντροδεξιού χώρου, περιορίζει τις μεταρρυθμίσεις που μπορεί να περάσει».
Μέχρι τώρα, σημαντικό μέρος της πολιτικής απήχησης του Σάντσεθ στηριζόταν στην υπόσχεση ότι αποτελεί το ανάχωμα που κρατά τη Δεξιά -και κυρίως την Ακροδεξιά- μακριά από την κυβέρνηση. Όμως, κατά τον Καρμπονέλ, αυτό δεν αρκεί πλέον.
Το στεγαστικό τού προσφέρει κάτι πιο χειροπιαστό: μια συγκεκριμένη πολιτική ατζέντα πάνω στην οποία μπορεί να ζητήσει από τους ψηφοφόρους μια ισχυρότερη κοινοβουλευτική εντολή.
Ο Μπαγιόν, όμως, προσεγγίζει το ίδιο θέμα από την αντίθετη πλευρά: όχι με βάση το πόσο ευνοϊκές είναι οι σημερινές συνθήκες, αλλά με βάση το πόσο χειρότερες θα μπορούσαν να γίνουν.
Ο Σάντσεθ είχε, όπως εξηγεί, δύο «πραγματικές εναλλακτικές λύσεις». Η πρώτη ήταν να επιχειρήσει να περάσει έναν προϋπολογισμό για το 2027, ο οποίος, κατά την εκτίμησή του Μπαγιόν, «ήταν καταδικασμένος να καταψηφιστεί από το Junts». Η δεύτερη ήταν να προσπαθήσει να επιβιώσει για άλλους εννέα μήνες, απέναντι σε έναν σταθερό κοινοβουλευτικό «αποκλεισμό από PP, Vox και Junts».
Δεν επρόκειτο, τονίζει, για μια περιστασιακή δυσκολία, αλλά «σταθερή». Τα τρία αυτά κόμματα «είχαν ήδη καταψηφίσει το διάταγμα για τη στέγαση τον Απρίλιο, τον νόμο για τις εποχικές μισθώσεις, την πορεία για το έλλειμμα τον Ιούλιο και, τώρα, τα διατάγματα του Οκτωβρίου».
Επομένως, το να περιμένει ο Σάντσεθ μέχρι το 2027, θα μπορούσε να σημαίνει ότι θα έφτανε στις κάλπες πολιτικά φθαρμένος και χωρίς την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Το «ισπανικό παράδοξο»
Υπάρχει όμως κάτι παράδοξο στην κρίση που αντιμετωπίζει ο Σάντσεθ, καθώς η Ισπανία έχει μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες της Ευρωζώνης, ξεπερνώντας τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία, σύμφωνα με την Eurostat.
Ο Μπαγιόν υπενθυμίζει στο enikos.gr ότι η απασχόληση βρίσκεται σε επίπεδα-ρεκόρ, η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας περιόρισε δραστικά τις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης, «κάτι που καμία προηγούμενη κυβέρνηση δεν είχε καταφέρει». Επίσης, «ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε, οι συντάξεις αναπροσαρμόστηκαν και η κοινωνική προστασία διευρύνθηκε».
Η κυβέρνηση, προσθέτει, διαχειρίστηκε δύο ιστορικές κρίσεις -την πανδημία και την ενεργειακή κρίση- προστατεύοντας θέσεις εργασίας και εισοδήματα, ενώ στην Καταλονία η σύγκρουση του 2017, για την ανεξαρτησία της, έχει πλέον δώσει τη θέση της σε κυβέρνηση των Σοσιαλιστών.
Για τον Μπαγιόν, λοιπόν, ο συνολικός απολογισμός των οκτώ χρόνων διακυβέρνησης Σάντσεθ είναι θετικός. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα προβλήματα λύθηκαν.
Κυριότερο παραμένει το στεγαστικό, «ένα διαρθρωτικό πρόβλημα που έχει συσσωρευτεί επί δεκαετίες, με αρμοδιότητες που μοιράζονται με τις περιφερειακές κυβερνήσεις, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις επέλεξαν να μην χρησιμοποιήσουν τα εργαλεία που είχαν στη διάθεσή τους».
Και πάνω από όλα υπήρχε ένας μόνιμος περιορισμός: «μια κυβέρνηση με πρωτοβουλίες, αλλά χωρίς σταθερή [κοινοβουλευτική] πλειοψηφία ώστε να μπορεί να τις μετατρέψει σε νόμους».

Παρ’ όλα αυτά, ο Καρμπονέλ εντοπίζει ένα ακόμα χάσμα: εκείνο ανάμεσα στους μακροοικονομικούς δείκτες και στην πραγματική αίσθηση οικονομικής ασφάλειας των πολιτών.
Η Ευρώπη, εξηγεί, βρίσκεται αντιμέτωπη ταυτόχρονα με «την κλιματική αλλαγή, τον πόλεμο, το κόστος διαβίωσης, τις τεχνολογικές αναταραχές και το στεγαστικό». Η κυβέρνηση Σάντσεθ, μας λέει, έκανε σημαντικές πολιτικές επιλογές, «μεταξύ των οποίων η στήριξη της ενεργειακής μετάβασης, η οποία συνέβαλε στον περιορισμό του ενεργειακού κόστους σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες».
Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τα νοικοκυριά αισθάνονται ευημερία. «Τα νοικοκυριά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλότερες τιμές, και οι ισχυρές μακροοικονομικές επιδόσεις δεν μεταφράζονται αυτόματα σε μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια», τονίζει.
Προσθέτει ότι «Οι κοινοβουλευτικοί περιορισμοί περιορίζουν επίσης την ικανότητα της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει διαρθρωτικά προβλήματα. Τα μέτρα της μπορεί να κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά η κλίμακά τους συχνά δεν ήταν επαρκής για να αποτρέψει την επιδείνωση αυτών των προβλημάτων».
Και αυτό, σύμφωνα με τον Καρμπονέλ, εξηγεί ένα σημαντικό μέρος του πολιτικού «ισπανικού παράδοξου»: «Το χάσμα μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης και της καθημερινής εμπειρίας των πολιτών βοηθά να εξηγηθεί γιατί τα επιτεύγματα της κυβέρνησης δεν έχουν μεταφραστεί σε ισχυρότερη εκλογική υποστήριξη».
Δύο Ισπανίες
Στις 29 Νοεμβρίου, η στέγαση δεν θα είναι απλώς ένα ακόμη θέμα της προεκλογικής εκστρατείας. Κατά τον Μπαγιόν, θα λειτουργήσει ως η πιο καθαρή απεικόνιση δύο διαφορετικών πολιτικών μοντέλων.
Από τη μία βρίσκεται ένα προοδευτικό μπλοκ, που υπερασπίζεται την κρατική παρέμβαση, δηλαδή «την επιβολή ανώτατων ορίων στις τιμές, τη διακοπή των εξώσεων ευάλωτων ατόμων και τον περιορισμό των κερδοσκοπικών αγορών από επενδυτικά κεφάλαια». Από την άλλη βρίσκεται ένα συντηρητικό μπλοκ, που «στηρίζεται στην αγορά, στην απελευθέρωση της αγοράς γης και στη νομική ασφάλεια για τους ιδιοκτήτες ακινήτων».
«Δεν πρόκειται για μια τεχνική αντιπαράθεση», τονίζει ο Μπαγιόν. «Συνοψίζει δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τον ρόλο του κράτους και για το ποιος θα πρέπει να επωμιστεί το κόστος της κρίσης».
Αλλά η αναμέτρηση δεν θα κριθεί μόνο εκεί. Ο ίδιος θεωρεί ότι θα είναι κρίσιμο «το βάρος» που θα αποκτήσει το Vox «εντός του δεξιού μπλοκ» και το κατά πόσον θα μπορούσε να συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση. Επιπλέον, «θα πρέπει να παρακολουθήσουμε την ικανότητα του PSOE να συγκεντρώσει την τακτική ψήφο της Αριστεράς, δεδομένης της αδυναμίας του Sumar και του Podemos», όπως και «τη συμμετοχή των νέων, καθώς και τον αντίκτυπο της Θέουτα και της μετανάστευσης».
Για τον Καρμπονέλ, από την άλλη, η εκλογική μάχη θα πάρει τελικά μια ακόμη πιο προσωποκεντρική μορφή: «Η προεκλογική εκστρατεία θα εξελιχθεί σε μεγάλο βαθμό σε ένα δημοψήφισμα για τον ίδιο τον Πέδρο Σάντσεθ», λέει στο enikos.gr.
Στο ένα μέρος της εξίσωσης θα βρίσκεται το στεγαστικό. Στο άλλο, η προοπτική μιας κυβέρνησης PP–Vox και η πιθανότητα ο ηγέτης του Vox, Σαντιάγο Αμπασκάλ, να καταλήξει αντιπρόεδρος της χώρας.
Η Ισπανία ως ευρωπαϊκό τεστ
Κάπου εδώ, οι πρόωρες εκλογές στην Ισπανία, παύουν να αφορούν μόνο την Ισπανία. Ο Σάντσεθ είναι ένας από τους ελάχιστους σοσιαλδημοκράτες που εξακολουθούν να ηγούνται μεγάλης χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η κυβέρνησή του έχει λειτουργήσει ως αντίβαρο σε μια Ευρώπη στην οποία η πολιτική μετακινείται σταδιακά προς τα δεξιά, ή και στην άκρη αυτού του φάσματος.
Ο Καρμπονέλ θεωρεί ότι η ενίσχυση του Vox αποτελεί σαφώς μέρος αυτής της ευρύτερης ευρωπαϊκής τάσης.
«Η εχθρική στάση απέναντι στη μετανάστευση, η δυσπιστία προς τα καθιερωμένα πολιτικά κόμματα και η αντίδραση απέναντι στον φεμινισμό και τον κοινωνικό φιλελευθερισμό είναι παράγοντες που διαμορφώνουν την υποστήριξη προς την Ακροδεξιά και σε άλλες χώρες. Η οικονομική ανασφάλεια δημιουργεί επίσης πρόσφορο έδαφος», εξηγεί στο enikos.gr.

Η Ισπανία, ωστόσο, έχει και τις δικές της ιδιαιτερότητες.
Η σύγκρουση γύρω από την ανεξαρτησία της Καταλονίας «επέτρεψε στο Vox να παρουσιαστεί ως ο ασυμβίβαστος υπερασπιστής της εθνικής ενότητας». Παράλληλα, «η αντίθεσή του προς τον φεμινισμό αναπτύχθηκε επίσης ως αντίδραση στο ιδιαίτερα ισχυρό φεμινιστικό κίνημα της Ισπανίας και στις εκτεταμένες πολιτικές ισότητας».
Τέλος, «η προθυμία του PP να συνεργαστεί με το Vox, έχει συμβάλει στο να καταστεί το τελευταίο αποδεκτός κυβερνητικός εταίρος».
Ο Μπαγίον, βλέπει ότι στις 29 Νοεμβρίου θα συναντηθούν στις ισπανικές κάλπες δύο ευρωπαϊκές τάσεις: από τη μία, η κανονικοποίηση της ριζοσπαστικής Δεξιάς ως εταίρου της παραδοσιακής Κεντροδεξιάς και, από την άλλη, η ανάδειξη του στεγαστικού σε μια νέα μεγάλη πολιτική διαχωριστική γραμμή.
Γι’ αυτό το αποτέλεσμα θα «διαβαστεί» πολύ πέρα από την Ισπανία.
Εάν ο Σάντσεθ, μας λέει ο Μπαγιόν, καταφέρει να μετατρέψει τη στεγαστική κρίση σε πολιτική κινητοποίηση, «η Ισπανία θα γίνει πρότυπο για τους Ευρωπαίους προοδευτικούς». Εάν δεν τα καταφέρει, «θα επιβεβαιώσει τις δυσκολίες» που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις της Κεντροαριστεράς, ακόμη και όταν μπορούν να επιδείξουν ισχυρές οικονομικές επιδόσεις.
«Και αυτό μόνο αμελητέο δεν είναι σε μια Ευρώπη όπου, τα τελευταία χρόνια, οι ψηφοφόροι τιμωρούν σχεδόν συστηματικά τα κυβερνώντα κόμματα, ανεξαρτήτως πολιτικής απόχρωσης ή οικονομικών αποτελεσμάτων», καταλήγει.
Ο Σάντσεθ, λοιπόν, πηγαίνει για ακόμη μία φορά στις κάλπες με ένα στοίχημα.
Μόνο που δεν ζητεί απλώς από τους Ισπανούς να κρίνουν όσα έκανε στα οκτώ χρόνια που βρίσκεται στην εξουσία. Προσπαθεί να αλλάξει την ίδια την προεκλογική ερώτηση: ποιος ευθύνεται για όσα δεν μπόρεσε να κάνει, και σε ποιον πρέπει να δοθεί η δύναμη να τα κάνει τώρα;