Πίσω από τα μεγάλα φιλοσοφικά κείμενα και τα ηρωικά κατορθώματα της αρχαιότητας, κρύβεται μια άλλη, άγνωστη καθημερινότητα. Οι χιλιάδες προσωπικές επιστολές που διασώθηκαν στο πέρασμα των αιώνων μάς αποκαλύπτουν τις πραγματικές έγνοιες των απλών ανθρώπων της εποχής.
Όταν φέρνουμε στο μυαλό μας την αρχαία Ελλάδα, το μυαλό μας πηγαίνει συνήθως στα μάρμαρα, τις τραγωδίες, τους φιλοσόφους και τους πολέμους. Οι αρχαίοι Έλληνες, όμως, ήταν και άνθρωποι της καθημερινής γραφής.
Το βιβλίο “Ζωή και Επιστολές στον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο” του καθηγητή Τζον Μιούιρ, που εκδόθηκε το 2009, μας φέρνει σε επαφή με καθημερινά κείμενα που σώθηκαν από τύχη πάνω σε παπύρους, πέτρινες επιγραφές, ακόμα και σε λεπτά ελάσματα μολύβδου.
Μέσα από αυτά, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει την πιο ανθρώπινη, γραφειοκρατική και εκπληκτική πλευρά ενός πολιτισμού που, τελικά, δεν μοιάζει τόσο πολύ με τον δικό μας όσο νομίζουμε.
Από τον αποστολέα στον παραλήπτη: Το αρχαίο «ταχυδρομείο» και οι κανόνες του
Για τους αρχαίους Έλληνες, το γράμμα ήταν πρωτίστως ένα γραπτό μήνυμα μεταξύ προσώπων ή ομάδων, το οποίο αποτυπωνόταν σε ένα χειροπιαστό υλικό και μεταφερόταν physically στον προορισμό του. Η κλασική δομή ξεκινούσε με τη φράση “Ο Α χαίρειν τω Β” και έκλεινε με έναν απλό αποχαιρετισμό ή μια ευχή.
Αυτή η μορφή αλληλογραφίας, που για εμάς θεωρείται πλέον αυτονόητη, χρειάστηκε αιώνες ολόκληρους για να καθιερωθεί.
Τα «Βελλερεφόντεια γράμματα» και η καχύποπτη φύση της αρχαίας αλληλογραφίας
Η παλαιότερη σωσμένη επιστολή, από τον 5ο αιώνα π.Χ., βρέθηκε στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, γραμμένη σε ένα φύλλο μολύβδου, και στερείται αυτών των τυπικών εκφράσεων. Είναι περίεργο ότι το πρώτο λογοτεχνικό παράδειγμα μιας πλαστής και επικίνδυνης επιστολής εμφανίζεται ήδη στην Ιλιάδα του Ομήρου: ο βασιλιάς Προίτος στέλνει τον Βελλερεφόντη με μια διπλωμένη πλακέτα που περιέχει θανατηφόρες οδηγίες.
Έκτοτε, η επιστολή συνδέθηκε με την υποψία ότι οι ευγενικοί τρόποι θα μπορούσαν να κρύβουν ένα θανάσιμο μήνυμα.
Τα υλικά της γραφής: Από τις μολύβδινες πλάκες στους παπύρους
Πριν τη διάδοση του παπύρου, οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν ξύλινες κηρωμένες πινακίδες (όπου χάραζαν το κείμενο με γραφίδα) ή λεπτά ελάσματα μολύβδου. Ο μόλυβδος ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής, καθώς ήταν το ίδιο υλικό που χρησιμοποιούσαν για τους κατάδεσμους (κατάρες) και τα ερωτήματα προς τα μαντεία.
Επιστολές έχουν εντοπιστεί ακόμα και πάνω σε κομμάτια από σπασμένα κεραμικά (όστρακα) – μια οικονομική λύση που επέλεγαν κυρίως στρατιώτες και άνθρωποι των λαϊκών στρωμάτων που δεν μπορούσαν να αγοράσουν ακριβό πάπυρο. Ο πάπυρος, φτιαγμένος από λωρίδες του στελέχους ενός φυτού που ευδοκιμούσε στον Νείλο, έγινε το κορυφαίο υλικό γραφής από τον 4ο αιώνα π.Χ.
Αρκετά φύλλα κολλούσαν μεταξύ τους για να σχηματίσουν ρολά, και πάνω τους έγραφαν με μελάνι άνθρακα και έναν κομμένο κάλαμο που χρησίμευε ως πένα. Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται ευρέως, η πλειονότητα του πληθυσμού δεν γνώριζε γραφή και ανάγνωση.
Όποιος χρειαζόταν να στείλει ένα γράμμα κατέφευγε σε επαγγελματίες γραφείς. Εκείνοι συνέτασσαν το μήνυμα και ο αποστολέας απλώς πρόσθετε στο τέλος το όνομά του, συχνά με μεγάλη δυσκολία. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος, στην Επιστολή προς Γαλάτες, σημειώνει: “Ἴδετε πηλίκοις ὑμῖν γράμμασιν ἔγραψα τῇ ἐμῇ χειρί” (Δείτε με πόσο μεγάλα γράμματα σάς έγραψα με το ίδιο μου το χέρι).
Η ταχυδρομική υπηρεσία στην αρχαιότητα: Έφιπποι αγγελιοφόροι, καμήλες και κρυμμένα μηνύματα σε σανδάλια
Δεν υπήρχε δημόσια ταχυδρομική υπηρεσία για τους πολίτες. Οι επιστολές παραδίδονταν από ταξιδιώτες, δούλους ή εμπόρους που πήγαιναν στο κατάλληλο μέρος. Για την επίσημη αλληλογραφία, τα ελληνιστικά βασίλεια κληρονόμησαν από τους Πέρσες ένα σύστημα έφιππων σκυταλοδρομιών που μπορούσε να καλύψει μεγάλες αποστάσεις γρήγορα.
Στην Πτολεμαϊκή Αίγυπτο, υπήρχε μάλιστα ένα δίκτυο σταθμών και ταχυδρομικών υπαλλήλων που λάμβαναν μερίδες σιτηρών ως αμοιβή. Υπό τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το “cursus publicus” (το κρατικό ταχυδρομικό δίκτυο) επέτρεπε σε νεαρούς Έλληνες που είχαν στρατολογηθεί στην Αίγυπτο να γράφουν στις οικογένειές τους από την Ιταλία με αξιοσημείωτη αξιοπιστία.
Φυσικά, δεν έλειπαν και οι μέθοδοι κρυπτογράφησης.
Η πιο ξακουστή από αυτές ήταν η σπαρτιατική σκυτάλη: ένα σύστημα που αποτελούνταν από δύο πανομοιότυπα ξύλινα ραβδιά. Ο αποστολέας τύλιγε ελικοειδώς μια δερμάτινη λωρίδα γύρω από το πρώτο ραβδί και χάραζε το μήνυμά του. Μόλις ξετυλιγόταν η λωρίδα, τα γράμματα μπερδεύονταν και το κείμενο γινόταν ακατάληπτο.
Ο παραλήπτης μπορούσε να το διαβάσει μόνο αν τύλιγε τη λωρίδα γύρω από το δικό του, πανομοιότυπο ραβδί. Άλλα τεχνάσματα περιλάμβαναν το «κέντημα» (τατουάζ) του μηνύματος στο ξυρισμένο κεφάλι ενός δούλου, περιμένοντας έπειτα να μεγαλώσουν τα μαλλιά του για να το κρύψουν, ή τη γραφή απευθείας πάνω στο ξύλο μιας πινακίδας, η οποία στη συνέχεια καλυπτόταν με κερί ώστε να φαίνεται αχρησιμοποίητη.
Μάλιστα, ένα στρατιωτικό εγχειρίδιο του 4ου αιώνα π.Χ. περιγράφει ακόμα και τον τρόπο για να κρυφτεί ένα μήνυμα μέσα στη σόλα του σανδαλιού, χωρίς να το αντιληφθεί καν ο ίδιος ο αγγελιοφόρος όσο κοιμάται.
Προσωπική και οικογενειακή αλληλογραφία: Η καθημερινή ζωή στην ελληνορωμαϊκή Αίγυπτο
Ο κύριος όγκος των αυθεντικών επιστολών που έχουν διασωθεί μέχρι τις μέρες μας προέρχεται από την Αίγυπτο, καθώς το εξαιρετικά ξηρό κλίμα της περιοχής ευνόησε τη διατήρηση των παπύρων μέσα σε αρχαίες χωματερές και τάφους. Μέσα από αυτά τα κείμενα ξεπηδούν καθημερινοί άνθρωποι: μητέρες που επιπλήττουν τα παιδιά τους, νεαροί στρατιώτες που στέλνουν νέα στους δικούς τους, σύζυγοι που εγκαταλείπουν τις οικογένειές τους, ακόμα και ένας μικρός γιος που παραπονιέται έντονα στον πατέρα του επειδή δεν τον πήρε μαζί του στη μεγάλη πόλη.
Μία από τις πιο συγκλονιστικές επιστολές είναι αυτή που έστειλε ο Ιλαρίων στη σύζυγό του Άλιδα (1ος αιώνας π.Χ.). Ο Ιλαρίων βρισκόταν για εργασία στην Αλεξάνδρεια και της έγραφε: “εάν ήναι αρσενικόν, άφες, εάν ήναι θηλυκόν, έκβαλε” (αν είναι αγόρι, κράτα το, αν είναι κορίτσι, πέταξέ το).
Η ωμότητα αυτής της κουβέντας, η οποία παρεισφρέει σχεδόν αδιάφορα ανάμεσα σε τρυφερά λόγια και καθημερινές οδηγίες, αναδεικνύει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο πόσο διαφορετική αξία είχε τότε η γυναικεία ζωή. Το αρχείο περιλαμβάνει επίσης γράμματα από ανήσυχες μητέρες που έχουν τα παιδιά τους μακριά για σπουδές, ή από κορίτσια που συμβουλεύουν τις μικρότερες αδελφές τους να μην αλητεύουν στις αυλές και να στρωθούν στο διάβασμα.
Εδώ συναντάμε και τον μικρό Θέωνα που απειλεί τον πατέρα του: “ἂν μὴ πέμψῃς μετ᾿ ἐμοῦ εἰς ᾿Αλεξάνδρειαν, οὐ γράφω σοι ἐπιστολήν, οὐδὲ λαλῶ σοι, οὐδὲ ὑγιαίνω σε” (αν δεν με πάρεις μαζί σου στην Αλεξάνδρεια, ούτε γράμμα σου ξαναγράφω, ούτε σου μιλάω, ούτε σου εύχομαι να είσαι καλά).
Ο Μιούιρ παρατηρεί ότι μέσα από αυτά τα έγγραφα οι γυναίκες αναδεικνύονται συχνά σε διαχειρίστριες επιχειρήσεων και ακινήτων, οι οποίες διεκδικούν σθεναρά τα δικαιώματά τους μπροστά στις αρχές, προσθέτοντας έτσι σημαντικές αποχρώσεις στην παραδοσιακή εικόνα της απόλυτης υποταγής τους.
Υπάρχει όμως μια ηχηρή απουσία: δεν έχει βρεθεί ούτε μία ερωτική επιστολή. Παράλληλα, απουσιάζουν σχεδόν παντελώς και τα συλλυπητήρια μηνύματα. Σύμφωνα με το βιβλίο, ανάμεσα σε χιλιάδες παπύρους, μόλις καμιά δεκαριά αφορούν την παρηγοριά για την απώλεια ενός ανθρώπου, και κανένα από αυτά δεν είναι παλαιότερο από τον 1ο αιώνα μ.Χ.
Φαίνεται πως η αλληλογραφία δεν αποτελούσε τη συνηθισμένη οδό για την έκφραση συλλυπητηρίων· ή, ίσως, ο θάνατος ήταν ένα τόσο καθημερινό φαινόμενο που δεν πυροδοτούσε το ίδιο βάθος ενσυναίσθησης που νιώθουμε εμείς σήμερα.
Εμπορική και διοικητική αλληλογραφία: Το περίφημο αρχείο του Ζήνωνα
Ένα πραγματικά μοναδικό εύρημα είναι το αρχείο του Ζήνωνα, ο οποίος εκτελούσε χρέη γενικού διαχειριστή για τον υπουργό οικονομικών του βασιλιά Πτολεμαίου Β΄ (3ος αιώνας π.Χ.). Το αρχείο περιλαμβάνει πάνω από δύο χιλιάδες έγγραφα –από επιστολές και προσχέδια μέχρι αποδείξεις και καταλόγους– τα οποία μας μεταφέρουν στην καθημερινότητα της διοίκησης ενός τεράστιου κτήματος.
Εκεί καταγράφονται καβγάδες ανάμεσα σε επιστάτες, απεργίες λατόμων, ρουσφέτια, ακόμα και οι προσπάθειες για τη σύλληψη δραπετών δούλων. Αυτή η αλληλογραφία αποκαλύπτει τον απίστευτο όγκο χαρτούρας (γραφειοκρατίας) που παρήγαγε η κρατική μηχανή ήδη από τότε: μέσα σε διάστημα μόλις 33 ημερών, δύο κυβερνητικά γραφεία κατανάλωσαν 434 κυλίνδρους παπύρου, ποσότητα που αν ξετυλιγόταν θα άγγιζε σε μήκος σχεδόν το ένα μίλι γραπτού λόγου.
Οι συστατικές επιστολές αποτελούσαν καθημερινό φαινόμενο. Χαρακτηριστικά, ένας άνδρας ονόματι Ασκληπιάδης γράφει στον Ζήνωνα: “Ο Φίλων, που σου φέρνει αυτό το γράμμα, είναι παλιός μου γνωστός. Θα μου έκανες μεγάλη χάρη αν τον δεχόσουν και τον σύστηνες σε άλλους ανθρώπους με επιρροή”. Άλλα γράμματα αφορούν κτηματικές διαφορές, κλοπή νερού από το δίκτυο ποτίσματος ή τη συμφωνία με μουσικούς για τη διοργάνωση μιας γιορτής.
Όπως συνοψίζει το βιβλίο, οι τοπικοί άρχοντες είχαν γίνει ξεφτέρια στο να λύνουν τις καθημερινές καβγάδες μεταξύ γειτόνων, ενώ οι τότε γραφειοκράτες είχαν την ίδια ακριβώς εμμονή με τους σημερινούς όσον αφορά την τάξη, την απόδοση ευθυνών και τη γραφειοκρατική χαρτούρα.
Η αλληλογραφία των βασιλέων: Εξουσία, πέτρινες επιγραφές και διπλωματία
Οι ηγεμόνες των ελληνιστικών χρόνων (ο Μέγας Αλέξανδρος, οι Πτολεμαίοι, οι Σελευκίδες) ασκούσαν την εξουσία τους κυρίως μέσω επιστολών. Τα βασιλικά αυτά διατάγματα χαράσσονταν συνήθως σε λίθινες στήλες και στήνονταν σε κεντρικά δημόσια σημεία, ώστε κανείς να μην μπορεί να επικαλεστεί άγνοια.
Ο Μιούιρ αναλύει διάφορα τέτοια κείμενα: ένα από αυτά είναι η επιστολή του Αλεξάνδρου προς τη Χίο, όπου διατάσσει τον επαναπατρισμό των πολιτικών εξορίστων, τη σύνταξη νέου συντάγματος και τη στάθμευση μακεδονικής φρουράς στο νησί. Μια άλλη ανήκει στον βασιλιά Αντίγονο, ο οποίος επέβαλε στις πόλεις Τέω και Λέβεδο να συγχωνευθούν σε μία.
Ο τόνος τους είναι απόλυτα επιτακτικός, αλλά πάντα ντυμένος με τον μανδύα της νομιμότητας. Από το παρελθόν δεν λείπουν και οι πιο προσωπικές επιστολές ηγεμόνων.
Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι η επιστολή του βασιλιά Μιθριδάτη ΣΤ΄ του Πόντου, ο οποίος επικηρύσσει έναν φιλορωμαίο Έλληνα, τον Χαιρέμονα, προσφέροντας σαράντα τάλαντα για το κεφάλι του και από είκοσι τάλαντα για καθέναν από τους δύο γιους του.
Η συγκεκριμένη λίθινη επιγραφή σώθηκε από καθαρή ειρωνεία της τύχης: μετά την οριστική ήττα του Μιθριδάτη, το ίδιο αυτό έγγραφο χρησιμοποιήθηκε από τους απογόνους του Χαιρέμονα για να αποδείξουν στις ρωμαϊκές αρχές ότι ο πρόγονός τους ήταν ήρωας που θυσιάστηκε για τη Ρώμη.
Στην περίφημη Έβδομη Επιστολή του, ο Πλάτων αξιοποιεί την επιστολική μορφή για να συνθέσει μια αυτοβιογραφική απολογία της ζωής και του φιλοσοφικού του έργου. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για ένα συμβατικό γράμμα, αλλά για ένα δοκίμιο υπό τη μορφή επιστολής.
Όπως σημειώνεται στο βιβλίο, το κείμενο αυτό ξεφεύγει από τα συνήθη πλαίσια της αλληλογραφίας: Αποτελεί μια ανοιχτή, δημόσια κατάθεση για τα ταξίδια του στη Σικελία και τις επιδιώξεις του. Μια ανάλογη πρακτική συναντάμε και στον Επίκουρο, ο οποίος επέλεξε να κλείσει τις βασικές γραμμές του φιλοσοφικού του συστήματος σε επιστολές προς τους μαθητές του (τον Ηρόδοτο, τον Πυθοκλή και τον Μενοικέα).
Μέσα σε αυτές αναλύει την ατομική θεωρία, τον φόβο του θανάτου και την επιδίωξη της ευτυχίας μέσα από την απουσία του πόνου. Στην περίφημη Επιστολή προς Μενοικέα, μάλιστα, γράφει: “Συνέθιζε δὲ ἐν τῷ νομίζειν μηδὲν πρὸς ἡμᾶς εἶναι τὸν θάνατον· ἐπεὶ πᾶν ἀγαθὸν καὶ κακὸν ἐν αἰσθήσει, στέρησις δέ ἐστιν αἰσθήσεως ὁ θάνατος” (Μάθε να πιστεύεις ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτα για εμάς· επειδή κάθε καλό και κακό κρύβεται στην αίσθηση, και ο θάνατος είναι η στέρηση της αίσθησης).
Από την άλλη πλευρά, οι επιστολές των Κυνικών φιλοσόφων, οι οποίες αποδίδονται στον Διογένη τον Κυνικό και τον Κράτητα, είναι επίσης πλαστές και διακρίνονται για το προκλητικό τους ύφος.
Χαρακτηριστικό δείγμα αποτελεί μια ψευδεπίγραφη επιστολή του Διογένη προς τον πατέρα του, όπου σημειώνει: “Μην στεναχωριέσαι, πατέρα, που με φωνάζουν σκύλο και κυκλοφορώ με κουρέλια. Να χαίρεσαι που ο γιος σου ζει με τα ελάχιστα και παραμένει ελεύθερος από τη γνώμη του κόσμου, η οποία υποδουλώνει όλους τους άλλους ανθρώπους”.
Οι Επιστολές του Αποστόλου Παύλου και η Πρώιμη Εκκλησία
Η Καινή Διαθήκη περιλαμβάνει συνολικά 21 επιστολές, με τις 13 από αυτές να αποδίδονται στον Απόστολο Παύλο. Όπως εξηγεί ο συγγραφέας, ο Παύλος υιοθέτησε την κλασική δομή της ελληνικής επιστολογραφίας, αλλά της έδωσε ένα εντελώς νέο, χριστιανικό περιεχόμενο. Αντί για το καθιερωμένο “χαίρειν”, επέλεγε τη φράση: “χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ”.
Τα κείμενά του αποτελούσαν άμεσες απαντήσεις σε φλέγοντα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι κατά τόπους χριστιανικές κοινότητες, όπως οι εσωτερικές έριδες, τα ζητήματα ηθικής και οι αμφιβολίες γύρω από την ανάσταση των νεκρών.
Στην Επιστολή προς Γαλάτες, μάλιστα, ο Παύλος δεν κρύβει την οργή του: “Θαυμάζω ὅτι οὕτω ταχέως μετατίθεσθε ἀπὸ τοῦ καλέσαντος ὑμᾶς… εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ᾿ ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω” (Απορώ πώς τόσο γρήγορα απομακρύνεστε από εκείνον που σας κάλεσε… αν κάποιος σας κηρύττει ένα ευαγγέλιο αντίθετο από αυτό που παραλάβατε, ας είναι αφορισμένος).
Στο κλείσιμο, μάλιστα, προσθέτει μια προσωπική, ιδιόχειρη σημείωση: “Δείτε με πόσο μεγάλα γράμματα σας γράφω με το ίδιο μου το χέρι”.
Άλλες επιστολές, όπως αυτές του Πέτρου, του Ιωάννη ή του Ιακώβου, πιθανότατα δεν γράφτηκαν από τους παραδοσιακούς συγγραφείς τους αλλά από μεταγενέστερους μαθητές τους. Αυτό δεν μειώνει την αξία τους: αποτελούσαν το αμέσως επόμενο καλύτερο και χρήσιμο βήμα για να κρατηθούν οι κοινότητες ενωμένες και σε ορθό δογματικό δρόμο.
Λογοτεχνικές επιστολές: όταν οι νεκροί γράφουν
Κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, αναπτύχθηκε ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος: Οι μυθοπλαστικές επιστολές που υποτίθεται ότι είχαν συνταχθεί από ιστορικές ή μυθικές προσωπικότητες. Το βιβλίο αφιερώνει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο σε αυτή την “επιστολική μυθοπλασία”, φέρνοντας ως παράδειγμα τις ψευδεπίγραφες επιστολές του Θεμιστοκλή, του ήρωα της Σαλαμίνας που κατέληξε εξόριστος στην αυλή των Περσών.
Σε μία από αυτές, η οποία απευθύνεται στον μεγάλο του πολιτικό αντίπαλο, τον Αριστείδη, ο Θεμιστοκλής γράφει χωρίς περιστροφές: “Να πας στο διάβολο! Και μαζί σου να πάνε στο διάβολο και όλοι εκείνοι που σκάνε από το κακό τους επειδή τα πηγαίνω πολύ καλύτερα απ’ ό,τι περίμεναν”.
Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και οι επιστολές που αποδίδονται στον Σκύθη φιλόσοφο Ανάχαρση, ο οποίος είχε ταξιδέψει στην Ελλάδα. Τα κείμενά του αποτελούν ύμνο στην απλότητα: “Για ένδυμα έχω έναν σκυθικό μανδύα, για παπούτσια το ίδιο το δέρμα των ποδιών μου και για κρεβάτι μου ολόκληρη τη γη”.
Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση αποτελεί το επιστολικό μυθιστόρημα Χίων ο Ηρακλεώτης. Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από έναν νεαρό μαθητή του Πλάτωνα, ο οποίος παίρνει την απόφαση να επιστρέψει στη γενέτειρά του με σκοπό να δολοφονήσει τον τύραννο. Στο τελευταίο του γράμμα προς τον Πλάτωνα σημειώνει: “Ξέρω καλά ότι με περιμένει ο θάνατος. Το μόνο που εύχομαι είναι να έχω προλάβει να σκοτώσω τον τύραννο πριν με βρουν… Θα φύγω από τη ζωή έχοντας πρώτα γκρεμίσει την τυραννία”.
Στην πραγματικότητα, έχουμε να κάνουμε με ένα μυθιστόρημα που ξεδιπλώνεται εξολοκλήρου μέσα από γράμματα· ένας αυθεντικός πρόδρομος της επιστολικής λογοτεχνίας, την οποία θα αποθέωναν αιώνες αργότερα δυτικοί συγγραφείς όπως ο Ρίτσαρντσον και ο Λακλό.
Το έργο του Τζον Μιούιρ μάς προσφέρει ένα συναρπαστικό ταξίδι στα ίχνη που άφησαν πίσω τους οι αρχαίοι Έλληνες πάνω σε πάπυρο, μόλυβδο και πέτρα. Αυτά τα γράμματα μας φέρνουν πρόσωπο με πρόσωπο με αληθινούς ανθρώπους: Έναν στρατιώτη που λαχταρά μια λύρα, μια γιαγιά που στέλνει οκτώ παιχνίδια στον εγγονό της, έναν γεωργό που τρέμει στην ιδέα ότι θα χάσει τα βόδια του.
Ταυτόχρονα, όμως, οι επιστολές φανερώνουν και μια αγεφύρωτη πολιτισμική απόσταση: την αποτρόπαιη έκθεση των νεογέννητων κοριτσιών, την παγερή αδιαφορία απέναντι στον θάνατο ή τον απόλυτα φυσικό τρόπο με τον οποίο η κοινωνία εκείνη αντιμετώπιζε τον θεσμό της δουλείας.
Όπως σημειώνει ο Μιούιρ στο καταληκτικό κεφάλαιο για τη λογοτεχνική επιστολογραφία, το είδος αυτό δεν ήταν παρά η έκφραση ενός φαινομένου που ανά τους αιώνες απειλήθηκε και πολεμήθηκε με κάθε τρόπο, αλλά κατάφερε να αναγεννιέται σε διάφορες μορφές και να επιβιώνει μέχρι σήμερα: Της ελληνικής συνείδησης.
Για τον σύγχρονο αναγνώστη, οι επιστολές αυτές παύουν να είναι ξερά ιστορικά ντοκουμέντα. Μετατρέπονται σε ζωντανές φωνές που, νικώντας τον χρόνο, συνεχίζουν να ψιθυρίζουν τις χαρές, τις ματαιώσεις και τα μυστικά τους σε όσους είναι έτοιμοι να τις αφουγκραστούν.
