Μία φράση στην κατάθεση της εγγονής της άγρια δολοφονημένης 75χρονης στη Σαλαμίνα αποτέλεσε το «κλειδί» για την εξιχνίαση του εγκλήματος και τελικά τη σύλληψη της νύφης της άτυχης ηλικιωμένης, η οποία κατηγορείται ότι σκότωσε την πεθερά της και μάλιστα με τρόπο ειδεχθή. Επιπλέον, όπως αποκαλύπτει η Realnews, η κατηγορούμενη, στο απολογητικό υπόμνημα που κατέθεσε την Παρασκευή, φέρεται να αφήνει αιχμές για εμπλοκή άλλων προσώπων!
Η εγγονή του θύματος, σε μια αποστροφή του λόγου της στην κατάθεση που έδωσε στους αστυνομικούς του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, ανέφερε ότι η 46χρονη δεν τα πήγαινε καλά με τη γιαγιά της και μάλιστα η 75χρονη σε ανύποπτη χρονική στιγμή τούς είχε πει ότι τη θεωρεί επικίνδυνο άτομο. «Η γιαγιά μου είχε πει να προσέχουμε τη Ροζαλία», κατέθεσε, σύμφωνα με τις πληροφορίες, η εγγονή της 75χρονης στους έμπειρους αστυνομικούς του Ανθρωποκτονιών, προσθέτοντας μάλιστα πως θεωρεί ύποπτη για τη δολοφονία τη συγκεκριμένη γυναίκα.
Η κατάθεση αυτή δόθηκε μόλις λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία στις 31 Οκτωβρίου. Ετσι, η έρευνα των αστυνομικών εστίασε άμεσα στη Ροζαλία Μ. Σύμφωνα με πληροφορίες, σε τηλεφωνήματά της σε συγγενικά πρόσωπα του θύματος, η 46χρονη εξέφρασε φόβους ότι θα την μπλέξουν από την Ασφάλεια, καθώς την ημέρα που αποκαλύφθηκε η δολοφονία η ίδια ήταν από τους πρώτους συγγενείς που μπήκαν στο σπίτι. Μάλιστα, έλεγε χαρακτηριστικά πως υπάρχουν αποτυπώματά της, καθώς από τον τρόμο της είχε ακουμπήσει σε διάφορα σημεία, ενώ είχε πιάσει και την τσάντα του θύματος.
Οντως, όπως διαπιστώθηκε από την αστυνομική έρευνα, η 46χρονη ήταν από τους πρώτους που προθυμοποιήθηκαν να μεταβούν στη μονοκατοικία της 75χρονης, καθώς όλοι είχαν ανησυχήσει διότι την έπαιρναν τηλέφωνο και δεν απαντούσε.
Οι αστυνομικοί εκτιμούν πως αυτή η «προθυμία» αποτελούσε ουσιαστικά ένα μέρος της σκηνοθεσίας της 46χρονης ώστε να δικαιολογήσει ενδεχόμενα ευρήματα στο σπίτι του θύματος που θα την πρόδιδαν.
Δεν είχε υπολογίσει ωστόσο κάποιες λεπτομέρειες που τελικά οδήγησαν στην αποκάλυψη του ρόλου της, όπως λένε χαρακτηριστικά οι αστυνομικοί που εξιχνίασαν την υπόθεση.
Ενα από τα λάθη ήταν η εφαρμογή που είχε στο κινητό της τηλέφωνο η οποία «έβλεπε» τις κάμερες στη μονοκατοικία τις πεθεράς της. Το επίμαχο βράδυ της δολοφονίας, η ίδια μέσω της συγκεκριμένης εφαρμογής έστρεψε τις κάμερες σε άλλη κατεύθυνση, στην αυλή του σπιτιού, ώστε να «επιβλέπουν» άλλα σημεία, προκειμένου να μην την καταγράψουν. Την ίδια εφαρμογή είχαν στα κινητά τους συγκεκριμένα άτομα της οικογένειας, τα οποία ερευνήθηκαν από τους αστυνομικούς.
Το κυριότερο όλων όμως είναι η επιλεκτική έρευνα που πραγματοποίησε στο σπίτι προκειμένου να βρει χρήματα και συγκεκριμένα σε ένα βάζο δίπλα στη βιβλιοθήκη του σπιτιού, όπου η 75χρονη συνήθιζε να κρύβει ένα ποσό της τάξης των 10.000 ευρώ.
Οπως είχε αποκαλύψει η «R» σε ρεπορτάζ δέκα ημέρες πριν από τη σύλληψη της 46χρονης, τα χρήματα τα είχε πάρει η κόρη της 75χρονης και τα είχε καταθέσει στην τράπεζα με τη συναίνεση βέβαια της μητέρας της.
Ανατρέπει την ομολογία
Σε σαφή αμφισβήτηση των όσων μέχρι τώρα έχουν αποκαλυφθεί για τη δολοφονία της 75χρονης στη Σαλαμίνα προχώρησε η υπεράσπιση της κατηγορούμενης. Σε υπόμνημα το οποίο προσκομίστηκε στον ανακριτή, ενώπιον του οποίου είχε κληθεί να απολογηθεί την Παρασκευή η 46χρονη, ανατρέπονται όλα όσα φαίνεται να ομολόγησε ενώπιον των αστυνομικών. Μέσα από μια σειρά ερωτημάτων και παρατηρήσεων οι συνήγοροί της αφήνουν σαφείς υπόνοιες για εμπλοκή τρίτων προσώπων και ζητούν περαιτέρω διερεύνηση των στοιχείων. Όπως μάλιστα αναφέρεται χαρακτηριστικά στο απολογητικό υπόμνημα, «η κατηγορούμενη στις επικοινωνίες μας μαζί της τρέμει ολόκληρη και αντί να επαναλαμβάνει σε εμάς, τους συνηγόρους της, που εξ ορισμού θέλουμε να τη βοηθήσουμε, όσα με περισσή ευκολία ομολόγησε, περιγράφοντας με λεπτομέρειες, στους αστυνομικούς, μας ρωτά τι ακριβώς έκανε στη γιαγιά, πόση ώρα έμεινε στο σπίτι της και πόσο και πώς τη βασάνισε, διότι δεν θυμάται τίποτα».
Προκειμένου, όπως αναφέρουν, να αποκαλυφθεί η αλήθεια, οι συνήγοροι αιτούνται «να αναζητηθούν στοιχεία από τράπεζες, από την ΑΑΔΕ και από τρίτους σχετικά με τις οφειλές των στενών συγγενών, κληρονόμων της θανούσας ή και της κατηγορουμένης».
Μεταξύ άλλων σημειώνουν πως τις κάμερες ασφαλείας του σπιτιού χειρίζονταν και άλλα μέλη της οικογένειας , πλην της κατηγορουμένης. «Οπως προκύπτει από την έκθεση παρατήρησης και ακρόασης οπτικοακουστικού υλικού και εξαγωγής στιγμιοτύπων, στις 9.00 π.μ. της 30/10/2025, 15 ώρες πριν από την ανθρωποκτονία, διακόπτεται η καταγραφή εσωτερικών καμερών (περισσότερες της μίας) στην οικία του θύματος, ενώ η θανούσα και η οικιακή βοηθός δεν παρεμβαίνουν στις κάμερες, χωρίς να υφίσταται ούτε ήχος, σύμφωνα με την Αστυνομία». Επιπλέον, αναφέρεται ότι «στη 1.09 μ.μ. της 31/10/2025 η εξωτερική κάμερα στρέφεται ώστε να μην καταγράφει το σημείο εισόδου του δράστη», τη στιγμή που η κατηγορούμενη φέρεται να βρισκόταν στο σπίτι της.
Η πλευρά της 46χρονης ζητά πραγματογνωμοσύνη για το αν οι κάμερες μπορούσαν να απενεργοποιηθούν ή να περιστραφούν από απόσταση και από ποιες συσκευές. Παράλληλα, τίθεται το ερώτημα γιατί τα άτομα με πρόσβαση δεν ανησύχησαν για την έλλειψη καταγραφών επί πολλές ώρες, ενώ οι κάμερες είχαν εγκατασταθεί «για την προστασία της θανούσας».
Ηχητική καταγραφή
Κρίσιμο σημείο αποτελεί και η ηχητική καταγραφή που επικαλείται η Αστυνομία. Οπως αναφέρεται στο υπόμνημα, «καθ’ όλη τη διάρκεια της ανθρωποκτονίας η κάμερα ήταν εκτός λειτουργίας», αφού η κόρη της 75χρονης δήλωσε ότι την έβαλε στην πρίζα όταν βρήκε τη μητέρα της νεκρή. «Πώς, λοιπόν, έγινε η ηχητική καταγραφή του συμβάντος;», ρωτούν οι συνήγοροι. Η υπεράσπιση ζητά αυτοψία στον χώρο και εξέταση του τρόπου θραύσης του παραθύρου, υποστηρίζοντας ότι τα θραύσματα βρέθηκαν μόνο εντός του σπιτιού. Θέτει επίσης θέμα σωματικής δυνατότητας της κατηγορουμένης να εισέλθει από μικρό άνοιγμα, ενώ υπογραμμίζει ότι «δεν είχε κλειδί της εξώπορτας» από το καλοκαίρι. «Η κατηγορούμενη δεν μπορεί να υπερπήδησε μάντρα πολύ μεγαλύτερη από το ύψος της», αναφέρουν, ζητώντας να γίνει αναπαράσταση.
Επιμένουν δε στη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, σημειώνοντας ότι η 46χρονη πάσχει από «μεικτή αγχώδη και καταθλιπτική διαταραχή», ενώ δηλώνει πως δεν θυμάται τα γεγονότα. Θέτουν ακόμη ζητήματα οικονομικών κινήτρων, αναφέροντας «κλοπές χρημάτων και κοσμημάτων της θανούσας τον Αύγουστο του 2025», ενώ ζητούν «να διερευνηθεί η κλοπή των 10.000 ευρώ από το σπίτι της κατηγορουμένης, διότι είναι σφόδρα πιθανό να συσχετίζεται με το έγκλημα».
Οπως δηλώνει στην «R» η συνήγορος της κατηγορουμένης, Ειρήνη Μαρούπα, «η Αστυνομία οφείλει με επιμέλεια, μεθοδικότητα και αμεροληψία να συλλέγει τα στοιχεία, πριν στοχοποιήσει κάποιον ως ύποπτο τέλεσης εγκλήματος. Επίσης οφείλει να έχει ελέγξει διεξοδικά όλα τα αντικειμενικά ευρήματα, που θα μας οδηγήσουν στον πραγματικό δράστη μιας ανθρωποκτονίας, να έχει αποκλείσει άλλους υπόπτους και να έχει ερευνήσει αναλυτικά το κίνητρο σε σχέση με την ένταση και το μένος του δράστη κατά της ζωής του δολοφονηθέντος. Τίποτα δεν διεξήχθη σωστά σε αυτήν τη δικογραφία. Οι παραλείψεις της δεν αναπληρώνονται ούτε από την ομολογία της κατηγορουμένης, για την οποία δεν γνωρίζουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε. Η ανάκριση οφείλει τάχιστα να αναπληρώσει όλες τις πλημμέλειες και τις ανακολουθίες της προανάκρισης. Ιδίως σε σχέση με την απενεργοποίηση των καμερών, το σπασμένο παράθυρο, το μένος σε συνδυασμό με το κίνητρο και τη συνάφεια άλλων συγγενών με την άτυχη θανούσα, ώστε να μην προσωποποιηθεί ως δράστιδα της ανθρωποκτονίας μια αθώα γυναίκα».