Η Γερμανία τα τελευταία χρόνια έχει κρατήσει ένα διττό προφίλ απέναντι σε Ελλάδα και Τουρκία, με τη χώρα μας εν τέλει να βγαίνει η περισσότερο ζημιωμένη, ειδικά σε ότι αφορά τα εξοπλιστικά. Κάτι που ειδικά στο θέμα της αναβάθμισης των υποβρυχίων Type 214, κλάσης ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ, φέρνει την Γερμανία ουραγό στην κούρσα διεκδίκησης του προγράμματος.
Του Χρήστου Μαζανίτη
Η γεωπολιτική ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί μια από τις πιο σύνθετες εξισώσεις της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής, με τις εξοπλιστικές προμήθειες να λειτουργούν συχνά ως ο καθρέφτης των πραγματικών προθέσεων των μεγάλων δυνάμεων. Στο επίκεντρο αυτής της δυναμικής βρίσκεται η Γερμανία, η οποία διαχρονικά ασκεί μια εξωτερική και αμυντική πολιτική δύο ταχυτήτων.
Το Βερολίνο επιχειρεί σταθερά να ισορροπήσει ανάμεσα στις συμβατικές και θεσμικές του υποχρεώσεις ως σύμμαχος της Ελλάδας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, και στα βαθιά οικονομικά, εμπορικά και στρατηγικά του συμφέροντα με την Τουρκία. Αυτός ο διπλός ρόλος της Γερμανίας στα εξοπλιστικά έχει προκαλέσει μια βαθιά και δομική ρωγμή στις σχέσεις της με την Αθήνα, οδηγώντας την Ελλάδα στην οριστική απώλεια της εμπιστοσύνης της προς τη γερμανική πλευρά.
Για δεκαετίες, η Γερμανία αποτελούσε τον κύριο προμηθευτή βαρέος οπλισμού για τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Η απόκτηση των αρμάτων μάχης Leopard και, κυρίως, η ναυπήγηση των υπερσύγχρονων υποβρυχίων Type 214 αποτέλεσαν για χρόνια τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος στο Αιγαίο. Όπως και οι 4 φρεγάτες ΜΕΚΟ, κλάσης ΥΔΡΑ, που επίσης μπαίνουν σε πρόγραμμα αναβάθμισης.
Ωστόσο, η ελληνική πλευρά συνειδητοποίησε με οδυνηρό τρόπο ότι η γερμανική αμυντική βιομηχανία δεν λειτουργούσε με βάση γεωπολιτικά κριτήρια συμμαχίας, αλλά με όρους καθαρού κέρδους και διατήρησης της εγχώριας απασχόλησης. Η απόφαση του Βερολίνου να εγκρίνει και να προχωρήσει στην πώληση των ίδιων ακριβώς υποβρυχίων κλάσης ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ στην Άγκυρα, παρέχοντας μάλιστα την απαραίτητη τεχνογνωσία για την εγχώρια ναυπήγησή τους στα τουρκικά ναυπηγεία, θεωρήθηκε από την Αθήνα ως μια ευθεία και ανεπίτρεπτη υπονόμευση της ασφάλειάς της.
Η Ελλάδα είχε επενδύσει τεράστια ποσά σε μια περίοδο σφοδρής οικονομικής κρίσης για να αποκτήσει ένα στρατηγικό πλεονέκτημα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, το οποίο η Γερμανία αποφάσισε να εκμηδενίσει, εξοπλίζοντας τη χώρα που απειλεί ανοιχτά την ελληνική κυριαρχία.
Η απώλεια της ελληνικής εμπιστοσύνης προς τη Γερμανία δεν επήλθε ξαφνικά, αλλά είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων κινήσεων και πολιτικών επιλογών που έκανε το Βερολίνο τα τελευταία 8 χρόνια, επιλογών που συστηματικά ευνοούσαν την Τουρκία, ακόμη και στις περιόδους των πιο έντονων κρίσεων.
Μια από τις πιο χαρακτηριστικές κινήσεις της Γερμανίας υπέρ της Τουρκίας ήταν η διαρκής και πεισματική άρνησή της να επιβάλει ένα ουσιαστικό εμπάργκο όπλων προς την Άγκυρα, παρά τις επανειλημμένες και έντονες εκκλήσεις της Αθήνας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ειδικά κατά την κρίση του 2020 με το Oruc Reis. Όταν η Ελλάδα ζητούσε από τους Ευρωπαίους εταίρους να σταματήσουν τη ροή στρατιωτικού υλικού προς μια χώρα που παραβίαζε το διεθνές δίκαιο, η Γερμανία πρωτοστατούσε στο μπλοκάρισμα οποιασδήποτε κυρώσεως. Το Βερολίνο προέβαλε σταθερά το επιχείρημα ότι η Τουρκία είναι ένας πολύτιμος νατοϊκός σύμμαχος που δεν πρέπει να απομονωθεί, καθώς κάτι τέτοιο θα τη έσπρωχνε προς τη Ρωσία. Στην πραγματικότητα, η γερμανική κυβέρνηση προστατεύει τις δικές της βιομηχανίες, όπως την ThyssenKrupp, εξασφαλίζοντας ότι τα προγράμματα ναυπήγησης των τουρκικών υποβρυχίων θα ολοκληρώνονταν κανονικά, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι αυτά τα πλοία θα χρησιμοποιούνταν για τον εξαναγκασμό της Ελλάδας.
Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια, η Γερμανία επέδειξε μια εξαιρετικά ανεκτική στάση απέναντι στην εξαγωγή κρίσιμων εξαρτημάτων και τεχνολογίας διπλής χρήσης προς την Τουρκία. Ενώ άλλες χώρες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς, επέβαλαν περιορισμούς και κυρώσεις στην τουρκική αμυντική βιομηχανία μετά την αγορά των ρωσικών S-400 και τις επιχειρήσεις στη Συρία, η Γερμανία συνέχισε να εγκρίνει άδειες εξαγωγής για κινητήρες, συστήματα μετάδοσης κίνησης και ηλεκτρονικά εξαρτήματα. Αυτά τα γερμανικά εξαρτήματα αποδείχθηκαν ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη των τουρκικών εγχώριων εξοπλιστικών προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένων των θωρακισμένων οχημάτων και των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, τα οποία η Άγκυρα χρησιμοποιεί πλέον καθημερινά για να επιτηρεί και να αμφισβητεί τον ελληνικό εναέριο χώρο στο Αιγαίο.
Παράλληλα, στο διπλωματικό πεδίο, η Γερμανία λειτούργησε επανειλημμένα ως ο «επιτήδειος ουδέτερος», επιχειρώντας να εξισώσει τον θύτη με το θύμα. Κατά τη διάρκεια των γερμανικών μεσολαβητικών προσπαθειών για την αποκλιμάκωση της έντασης, το Βερολίνο απέφευγε συστηματικά να καταδικάσει ξεκάθαρα την τουρκική επιθετικότητα, τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας» ή τις παράνομες Navtex. Αντίθετα, χρησιμοποιούσε μια γλώσσα ίσων αποστάσεων, καλώντας και τις δύο πλευρές να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση, λες και η χώρα που υπερασπίζεται τα σύνορά της φέρει την ίδια ευθύνη με τη χώρα που τα παραβιάζει. Αυτή η πολιτική των ίσων αποστάσεων ερμηνεύτηκε από την Αθήνα ως έμμεση πλην σαφής υποστήριξη προς τις τουρκικές διεκδικήσεις, καθώς επέτρεπε στην Άγκυρα να συνεχίζει την τακτική των προκλήσεων χωρίς να αντιμετωπίζει πραγματικό πολιτικό ή οικονομικό κόστος από την ισχυρότερη χώρα της Ευρώπης.
Ακόμη και στο ευαίσθητο ζήτημα της αναβάθμισης των τουρκικών μαχητικών αεροσκαφών, η γερμανική στάση υπήρξε προβληματική για τα ελληνικά συμφέροντα. Ενώ η Γερμανία γνώριζε ότι η ισορροπία δυνάμεων στον αέρα είναι κρίσιμη για την αποτροπή μιας σύγκρουσης, δεν δίστασε να συζητήσει και να εξετάσει το ενδεχόμενο πώλησης μαχητικών Eurofighter στην Τουρκία, όταν η Άγκυρα βρέθηκε σε αδιέξοδο με το πρόγραμμα των F-16 και των F-35. Η προθυμία του Βερολίνου να ανοίξει την πόρτα για την παραχώρηση των προηγμένων ευρωπαϊκών μαχητικών Eurofighter στην τουρκική αεροπορία, την ίδια ώρα που η τελευταία πραγματοποιούσε υπερπτήσεις πάνω από ελληνικά νησιά, αποτέλεσε το τελειωτικό πλήγμα στην έννοια της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.
Αυτή η συστηματική γερμανική πολιτική των τελευταίων οκτώ ετών ανάγκασε την Ελλάδα να αναθεωρήσει ριζικά το αμυντικό της δόγμα και τις συμμαχίες της. Η Αθήνα συνειδητοποίησε ότι δεν μπορεί να βασίζεται σε έναν εταίρο που εξοπλίζει τον δυνητικό της αντίπαλο με όπλα στρατηγικής σημασίας. Η απώλεια της εμπιστοσύνης οδήγησε την Ελλάδα στην απόφαση να απεξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη γερμανική αμυντική αγορά για τα μεγάλα εξοπλιστικά της προγράμματα. Η στροφή προς τη Γαλλία για την αγορά των φρεγατών FDI και των μαχητικών Rafale, καθώς και η εμβάθυνση της στρατηγικής σχέσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες για την προμήθεια των F-35, δεν ήταν απλώς επιλογές επιχειρησιακής αναβάθμισης, αλλά μια ξεκάθαρη πολιτική απάντηση στη γερμανική αμφισημία. Η Ελλάδα επέλεξε να επενδύσει σε συμμαχίες με χώρες που προσφέρουν σαφείς ρήτρες αμυντικής συνδρομής και δείχνουν έμπρακτα ότι κατανοούν τις απειλές ασφαλείας που αντιμετωπίζει η χώρα.
H Γερμανία, επιλέγοντας να παίξει έναν διπλό ρόλο στα εξοπλιστικά προκειμένου να διαφυλάξει τα οικονομικά της οφέλη και τις ειδικές σχέσεις της με την Τουρκία, έχασε τη στρατηγική της αξιοπιστία στα μάτια της Ελλάδας. Οι κινήσεις του Βερολίνου την τελευταία οκταετία, από την προώθηση του προγράμματος των υποβρυχίων μέχρι το μπλοκάρισμα των κυρώσεων, απέδειξαν στην Αθήνα ότι η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη έχει όρια όταν συγκρούεται με τα μεγάλα βιομηχανικά συμφέροντα.
Η Ελλάδα, έχοντας πλέον χάσει κάθε εμπιστοσύνη στη γερμανική ουδετερότητα, οικοδόμησε ένα νέο δίκτυο ασφαλείας, αφήνοντας τη Γερμανία στο περιθώριο των μεγάλων ελληνικών εξοπλιστικών επιλογών, ως τίμημα για την πολιτική των ίσων αποστάσεων που επέλεξε να ακολουθήσει.
