Σε αδιέξοδο οδηγείται η προσπάθεια της Τουρκίας να απεγκλωβιστεί από τις αμερικανικές κυρώσεις CAATSA και να επιστρέψει στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35 παρά την αισιοδοξία που είχαν πυροδοτήσει τα σενάρια μεταφοράς του ρωσικού συστήματος S-400 σε χώρες του Κόλπου. Η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αποτελούν απαγορευμένες ζώνες για τη ρωσική στρατιωτική τεχνολογία, λόγω της απόλυτης εξάρτησής τους από την αμερικανική αμυντική ομπρέλα και της παρουσίας stealth μαχητικών στην περιοχή.
Του Χρήστου Μαζανίτη
Η φημολογία περί μεταφοράς των τουρκικών S-400 στο Κατάρ ή στα ΗΑΕ προσκρούει άμεσα στο ίδιο ακριβώς επιχείρημα που οδήγησε στην αποβολή της Άγκυρας από το πρόγραμμα των F-35: την ασφάλεια των αμερικανικών συστημάτων πέμπτης γενιάς. Ο Κόλπος δεν είναι μια απομονωμένη περιοχή, αλλά ένας από τους πιο κρίσιμους κόμβους της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή.
Στις αεροπορικές βάσεις της περιοχής, όπως η βάση Al Dhafra στα ΗΑΕ και η βάση Al Udeid στο Κατάρ, σταθμεύουν μόνιμα ή περιοδικά αμερικανικά μαχητικά F-35 Lightning II, καθώς και τα κορυφαία αεροπορικής υπεροχής F-22 Raptor. Η εγκατάσταση των ρωσικών ραντάρ των S-400, τα οποία είναι σχεδιασμένα για να εντοπίζουν και να εγκλωβίζουν στόχους χαμηλού ίχνους (stealth), στην ίδια γεωγραφική επικράτεια με τα αμερικανικά μαχητικά αποτελεί κόκκινη γραμμή για την Ουάσινγκτον. Οι αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας εκφράζουν την κάθετη αντίθεσή τους, καθώς το ρωσικό σύστημα θα είχε τη δυνατότητα να «εκπαιδευτεί» πάνω στα απόρρητα ηλεκτρονικά και ρανταρικά ίχνη των F-35 και F-22, μεταφέροντας πολύτιμα δεδομένα στη Μόσχα.
Αμερικανική αμυντική αρχιτεκτονική
Όπως εξηγούν στο enikos.gr αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων με εμπειρία στις γεωστρατηγικές ισορροπίες, οι τρεις συγκεκριμένες μοναρχίες του Κόλπου έχουν οικοδομήσει την αεράμυνά τους γύρω από το αμερικανικό δόγμα. Η Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ και το Κατάρ διαθέτουν μερικά από τα πιο προηγμένα οπλικά συστήματα των ΗΠΑ, γεγονός που καθιστά τεχνικά και πολιτικά αδύνατη την ενσωμάτωση ρωσικού υλικού.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αποτελούν την πρώτη χώρα εκτός ΗΠΑ που απέκτησε και έθεσε σε επιχειρησιακή λειτουργία το σύστημα αντιβαλλιστικής προστασίας THAAD (Terminal High Altitude Area Defense), ενώ παράλληλα χρησιμοποιούν εκτεταμένα το σύστημα Patriot PAC-3. Η Σαουδική Αραβία βασίζεται εξίσου στους Patriot για την προστασία των υποδομών της και έχει υπογράψει δισεκατομμυριούχα συμβόλαια για την απόκτηση συστοιχιών THAAD. Το Κατάρ, με τη σειρά του, διαθέτει επίσης συστήματα Patriot και εξελιγμένα αμερικανικά ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης.
Η εισαγωγή των S-400 σε αυτά τα δίκτυα θα προκαλούσε σοβαρά προβλήματα διαλειτουργικότητας. Τα αμερικανικά συστήματα επικοινωνούν μέσω του πρωτοκόλλου Link 16, το οποίο επιτρέπει την ανταλλαγή δεδομένων σε πραγματικό χρόνο μεταξύ μαχητικών αεροσκαφών, πλοίων και επίγειων ραντάρ. Ένα ρωσικό σύστημα δεν θα μπορούσε ποτέ να ενταχθεί σε αυτό το δίκτυο χωρίς να παραβιαστεί η ασφάλεια των κωδικοποιημένων αμερικανικών συστημάτων, αφήνοντας τους S-400 ως μια «τυφλή» και απομονωμένη νησίδα μέσα σε μια αμιγώς δυτική αρχιτεκτονική.
Αμερικανικά αναχώματα με Patriot και THAAD
Η Ουάσινγκτον έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι διαθέτει τα διπλωματικά και εξοπλιστικά εργαλεία για να αποτρέπει τη διείσδυση της Μόσχας στον Κόλπο. Κατά την περίοδο 2017-2019, τόσο η Σαουδική Αραβία όσο και τα ΗΑΕ είχαν ξεκινήσει διερευνητικές επαφές με τη Ρωσία για την πιθανή αγορά των S-400, χρησιμοποιώντας το ενδιαφέρον αυτό κυρίως ως μοχλό πίεσης προς τις ΗΠΑ.
Η αντίδραση του Λευκού Οίκου και του Πενταγώνου ήταν άμεση και αποφασιστική. Για να αναχαιτίσουν τη ρωσική επιρροή και να προλάβουν την επιβολή κυρώσεων που θα κατέστρεφαν τις διμερείς σχέσεις, οι ΗΠΑ επιτάχυναν τις εγκρίσεις για την πώληση των συστημάτων THAAD και των αναβαθμισμένων Patriot PAC-3. Στο Ριάντ προσφέρθηκε ένα γιγαντιαίο πακέτο THAAD ύψους 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ στα ΗΑΕ δόθηκε πράσινο φως για επιπλέον βλήματα και υποστήριξη. Με τον τρόπο αυτό, οι ΗΠΑ κατέστησαν σαφές ότι η επιλογή της ρωσικής τεχνολογίας (συμπεριλαμβανομένων των συζητήσεων για τον μελλοντικό S-500) θα σήμαινε αυτόματα τον τερματισμό της παροχής στρατηγικών αμερικανικών όπλων και της τεχνικής υποστήριξης για τα υφιστάμενα F-15, F-16 και Apache που διαθέτουν αυτές οι χώρες. Το δίλημμα λειτούργησε αποτρεπτικά τότε, και ισχύει ακόμα πιο έντονα σήμερα.
Όνειρο τα F-35
Ακόμη και αν υποθετικά βρισκόταν μια φόρμουλα απομάκρυνσης των S-400 με τη σύμφωνη γνώμη της Μόσχας –κάτι εξαιρετικά απίθανο καθώς η Ρωσία διατηρεί ρήτρες τελικού χρήστη (End-User Certificates) που απαγορεύουν τη μεταπώληση χωρίς την έγκρισή της– η επιστροφή της Τουρκίας στο καθεστώς προνομιακού εταίρου των F-35 δεν είναι αυτόματη.
Αμερικανοί γνώστες του προγράμματος, εκφράζουν την πεποίθησή τους στο enikos.gr ότι η Άγκυρα δεν πρόκειται να επανέλθει στην κοινοπραξία παραγωγής ούτε θα λάβει το αρχικό πακέτο των 100 αεροσκαφών που σχεδίαζε. Το μέγιστο προσδοκώμενο κέρδος για την τουρκική πλευρά θα ήταν η διευθέτηση της εκκρεμότητας των 6 μαχητικών F-35A, τα οποία είχαν ήδη κατασκευαστεί και πληρωθεί από την Τουρκία. Τα συγκεκριμένα αεροσκάφη βρίσκονται σε καθεστώς «μακράς αποθήκευσης» (long-term storage) στις εγκαταστάσεις της Αμερικανικής Αεροπορίας στην Αριζόνα. Η αποδέσμευσή τους θα αποτελούσε μια κίνηση καλής θέλησης από την Ουάσινγκτον για την άρση των κυρώσεων CAATSA, αλλά η πλήρης ενσωμάτωση της Τουρκίας στην αεροπορική τεχνολογία 5ης γενιάς παραμένει μια μακρινή και βαριά εξαρτώμενη διαδικασία από τη συνολική γεωπολιτική της συμπεριφορά.
Η εξίσωση των S-400 παραμένει ένας άλυτος γρίφος. Η μεταφορά τους στον Κόλπο αποκλείεται από την ίδια την αμυντική πραγματικότητα της περιοχής, αφήνοντας την Άγκυρα εγκλωβισμένη σε μια επιλογή που της στέρησε το μέλλον της πολεμικής της αεροπορίας.
Η στρατηγική ψυχραιμία της Αθήνας
Μέσα σε αυτό το περίπλοκο σκηνικό των εξοπλιστικών ακροβατισμών της Άγκυρας, η στάση της Αθήνας αναδεικνύεται ως ένα υποδειγματικό μάθημα στρατηγικής ψυχραιμίας και γεωπολιτικής ωριμότητας. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο τουρκικός Τύπος –συχνά καθοδηγούμενος από κυβερνητικές διαρροές– επιδιδόταν σε μια βιομηχανία παραγωγής «πομφολυγώδων δημοσιευμάτων». Τα πρωτοσέλιδα αυτά παρουσίαζαν με πηχυαίους τίτλους την επικείμενη «μεγάλη συμφωνία» με τις ΗΠΑ, την άμεση επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 και την εύκολη επίλυση του ζητήματος των S-400 μέσω τρίτων χωρών, επιχειρώντας να δημιουργήσουν ένα κλίμα τετελεσμένων γεγονότων και να προκαλέσουν νευρικότητα στην ελληνική διπλωματία και την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η Αθήνα, ωστόσο, επέλεξε συνειδητά να μην παρασυρθεί σε αυτόν τον επικοινωνιακό θόρυβο. Αντί για σπασμωδικές αντιδράσεις, η ελληνική πλευρά επέδειξε απόλυτη ψυχραιμία, βασιζόμενη σε μια βαθιά και ρεαλιστική γνώση της αμερικανικής αμυντικής νομοθεσίας και των αμετακίνητων γραμμών των υπηρεσιών ασφαλείας των ΗΠΑ. Η ελληνική διπλωματία γνώριζε ότι οι αμερικανικές θεσμικές ασφαλιστικές δικλείδες, όπως το Κογκρέσο και το Πεντάγωνο, δεν θα θυσίαζαν την ασφάλεια των stealth τεχνολογιών για χάρη μιας πρόχειρης διπλωματικής διευθέτησης.
Αυτή η προσέγγιση δικαιώνεται σήμερα πανηγυρικά. Ενώ η Άγκυρα παραμένει εγκλωβισμένη στις αντιφάσεις της, η Ελλάδα κεφαλαιοποιεί τη δική της συνέπεια ως ένας αξιόπιστος και προβλέψιμος εταίρος της Δύσης. Η ψυχραιμία της Αθήνας δεν ήταν παθητική στάση, αλλά το απαραίτητο υπόβαθρο για την υλοποίηση της δικής της αποτρεπτικής στρατηγικής: την ώρα που τα τουρκικά F-35 βρίσκονται «σφραγισμένα» στην Αριζόνα, η Ελλάδα ενισχύει την αεροπορική της υπεροχή με την απόκτηση των γαλλικών Rafale, την αναβάθμιση των F-16 σε επίπεδο Viper και, κυρίως, την τροχιοδρόμηση του δικού της προγράμματος F-35, τα οποία το 2030 θα βρίσκονται στην 117 Πτέρυγα Μάχης, στην Ανδραβίδα.
Όπως επισημαίνουν στρατιωτικές πηγές, γνώστες του προγράμματος των F-35, η ουσιαστική αμυντική πολιτική χτίζεται με θεσμικές εγγυήσεις και όχι με εφήμερα δημοσιεύματα.