Τον ρόλο και την αποτελεσματικότητα της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, γνωστής ως «ελληνικό FBI», ανέδειξε ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, σε συνέντευξή του στην εκπομπή του ΕΡΤnews «Στο Κέντρο».
Ο υπουργός χαρακτήρισε τη δημιουργία της υπηρεσίας «προσωπικό του όραμα και στρατηγικό πολιτικό στόχο», υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα διαθέτει πλέον έναν εξειδικευμένο μηχανισμό για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος.
«Ένα ανοργάνωτο κράτος δεν μπορεί να εξαρθρώσει το οργανωμένο έγκλημα», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι η ίδρυση της συγκεκριμένης υπηρεσίας κρίθηκε αναγκαία για την αντιμετώπιση σύνθετων εγκληματικών δραστηριοτήτων, οι οποίες για χρόνια παρέμεναν δύσκολο να εντοπιστούν.
Το έργο του ελληνικού FBI και οι συλλήψεις
Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη σημείωσε ότι η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος στελεχώνεται από αστυνομικούς με ειδική εκπαίδευση, οι οποίοι αξιολογούνται σε ετήσια βάση. Όπως σημείωσε, για τη συγκρότησή της προηγήθηκε εκτεταμένη προετοιμασία σε νομικό και θεσμικό επίπεδο, ώστε να δημιουργηθεί το απαραίτητο πλαίσιο λειτουργίας της.
Παρουσιάζοντας τα στοιχεία της δράσης της κατά τα δύο πρώτα χρόνια λειτουργίας της, ανέφερε ότι έχουν συλληφθεί 3.254 άτομα από τα 5.459 που έχουν κατηγορηθεί, ενώ 814 έχουν προφυλακιστεί. Παράλληλα, έκανε λόγο για εξάρθρωση 259 εγκληματικών οργανώσεων.
Ερωτηθείς για υποθέσεις φορολογικής απάτης, όπως εκείνες που αφορούν επιχειρήσεις όπως η Pizza Fan και οι φούρνοι «Χωριάτικο», και για το πώς είναι δυνατόν τέτοιες πρακτικές να παραμένουν επί χρόνια αθέατες, ο υπουργός υποστήριξε ότι η αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος προϋποθέτει ένα αποτελεσματικό και καλά οργανωμένο κράτος. Όπως είπε, η νέα υπηρεσία δημιουργήθηκε ακριβώς για να καλύψει αυτό το κενό.
«Η ασφάλεια είναι συνταγματικό δικαίωμα όλων των πολιτών»
Αναφερόμενος στην αστυνόμευση και στην κριτική ότι η κυβερνητική έμφαση στον νόμο και την τάξη μεταφράζεται συχνά σε υπερβολική αστυνομική παρουσία στην καθημερινότητα, ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης χαρακτήρισε την ασφάλεια «θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό και συνταγματικό δικαίωμα».
Όπως εξήγησε, η ουσία της ασφάλειας βρίσκεται στη δυνατότητα των πολιτών, και ιδιαίτερα των νέων ανθρώπων που επιστρέφουν αργά στο σπίτι τους, να αισθάνονται προστατευμένοι στη γειτονιά και στη συνοικία τους. Κατά τον ίδιο, η εμπέδωση αυτού του αισθήματος ασφάλειας αποτελεί βασική προϋπόθεση για την κοινωνική ειρήνη.
Για το δικαίωμα στις διαδηλώσεις, ο υπουργός τόνισε ότι αποστολή της Αστυνομίας είναι να προστατεύει την ελευθερία του συνέρχεσθαι και όχι να διαλύει συγκεντρώσεις.
Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται χρήση χημικών ή σημειώνονται περιστατικά που προκαλούν προβληματισμό, επισημαίνοντας παράλληλα την υποχρέωση των αστυνομικών να προστατεύουν τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την περιουσία πολιτών και αστυνομικών.
Ενόψει των επετείων του Πολυτεχνείου και της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, εξέφρασε την εκτίμηση ότι δεν θα σημειωθούν επεισόδια.
Όπως ανέφερε, η μεγάλη πλειονότητα των διαδηλωτών επιθυμεί να διαδηλώσει ειρηνικά, ενώ όσοι επιχειρούν να προκαλέσουν ταραχές βρίσκονται, σύμφωνα με τον ίδιο, υπό έλεγχο και επιτήρηση.
Γιατί δεν μπορούσε να απαγορευτεί η συγκέντρωση Κασιδιάρη
Τέλος, ο υπουργός αναφέρθηκε στη συγκέντρωση που διοργάνωσε ο Ηλίας Κασιδιάρης σε ξενοδοχείο της Θεσσαλονίκης, ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου. Όπως αποκάλυψε, η Αστυνομία είχε αρχικά απευθυνθεί στις δικαστικές αρχές, ζητώντας να μην πραγματοποιηθεί η εκδήλωση.
Σύμφωνα με τον υπουργό, ο πρόεδρος Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης απάντησε ότι δεν ήταν δυνατή η απαγόρευση συγκέντρωσης που διεξάγεται σε κλειστό χώρο.
«Είναι παράνομο δηλαδή για την αστυνομία να την ακυρώσει», ανέφερε χαρακτηριστικά ο υπουργός, καλώντας να εξεταστεί το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και να γίνουν οι αναγκαίες αλλαγές, εφόσον κριθούν απαραίτητες.
Όπως διευκρίνισε, η Αστυνομία απαγόρευσε τις συγκεντρώσεις σε συγκεκριμένη περιοχή της Θεσσαλονίκης, προκειμένου να αποτραπούν πιθανές συγκρούσεις μεταξύ αντίπαλων ομάδων.