Η απόφαση των ΗΠΑ και του Ισραήλ να πλήξουν το Ιράν έχει προκαλέσει ισχυρούς κραδασμούς στην παγκόσμια οικονομία. Όπως σημειώνει ο Guardian, περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου έχει ουσιαστικά αποκλειστεί από τη διέλευση μέσω των Στενών του Ορμούζ, μετά τις επιθέσεις που εξαπέλυσε η Τεχεράνη σε εμπορικά πλοία. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε σημαντική άνοδο των διεθνών τιμών πετρελαίου.
Από στρατιωτική άποψη, οι ΗΠΑ διαθέτουν τα μέσα για να περιορίσουν σημαντικά την ικανότητα του Ιράν να απειλεί τη ναυσιπλοΐα στο στενό πέρασμα του Περσικού Κόλπου. Ωστόσο, αναλυτές εκτιμούν ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να εξαλειφθεί πλήρως η απειλή. Για τον λόγο αυτό, το άνοιγμα του Ορμούζ δεν αποτελεί μόνο στρατιωτικό ζήτημα, αλλά κυρίως διπλωματικό.
Για να καταστεί εφικτή μια διαπραγμάτευση, είναι απαραίτητο να κατανοηθεί τι επιδιώκει κάθε πλευρά της σύγκρουσης.
Η στρατηγική της Τεχεράνης
Για την ιρανική κυβέρνηση, το οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων της χώρας είχε σχεδιαστεί ως μηχανισμός αποτροπής άμεσης επίθεσης. Η λογική ήταν ότι η στρατιωτική ισχύς θα απέτρεπε τους αντιπάλους της από το να επιτεθούν απευθείας, επιτρέποντας στο Ιράν να ασκεί επιρροή μέσω περιφερειακών συμμάχων και ένοπλων οργανώσεων.
Η αποτροπή αυτή, ωστόσο, φαίνεται να έχει αποτύχει. Το γεγονός ότι το Ιράν μπορεί να δέχεται στρατιωτικά πλήγματα όποτε οι αντίπαλοί του θεωρούν ότι οι ενέργειές του το δικαιολογούν, θεωρείται απαράδεκτο για την ηγεσία της χώρας. Έτσι, σύμφωνα με αναλύσεις που επικαλείται ο Guardian, η Τεχεράνη επιχειρεί να αποκαταστήσει την αποτρεπτική της ισχύ επιβάλλοντας ένα υψηλό κόστος στη διεθνή οικονομία.
Ο βασικός μοχλός για να επιτευχθεί αυτό είναι η απειλή ή το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται ένα τεράστιο ποσοστό της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας.
Οι στρατηγικοί στόχοι των ΗΠΑ
Στο αμερικανικό στρατηγικό περιβάλλον υπάρχει έντονη ανησυχία ότι έως το 2027 ενδέχεται να προκύψει μια ευρύτερη σύγκρουση, εάν η Κίνα επιχειρήσει να καταλάβει την Ταϊβάν. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωπες με πολλαπλές κρίσεις ταυτόχρονα.
Γι’ αυτόν τον λόγο, η Ουάσιγκτον επιδιώκει να περιορίσει απειλές εκτός της περιοχής του Ινδο-Ειρηνικού. Στη στρατηγική αυτή περιλαμβάνεται η ενίσχυση της επιρροής της σε χώρες όπως η Βενεζουέλα, η αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν και η εξουδετέρωση εχθρικών κυβερνήσεων στην Καραϊβική, όπως εκείνης της Κούβας.
Η Ρωσία αποτελεί εξαίρεση σε αυτή τη στρατηγική, καθώς το πυρηνικό της οπλοστάσιο καθιστά αδύνατη μια παρόμοια προσέγγιση. Για τον λόγο αυτό, οι ΗΠΑ προσπαθούν να διαμορφώσουν συνθήκες ώστε το Κρεμλίνο να μην εμπλακεί σε μια πιθανή σύγκρουση με την Κίνα.
Στο στρατιωτικό επίπεδο, οι στόχοι των ΗΠΑ έναντι του Ιράν είναι σχετικά περιορισμένοι. Όπως έχει δηλώσει ο επικεφαλής του αμερικανικού γενικού επιτελείου, στρατηγός Νταν Κέιν, οι επιχειρήσεις επικεντρώνονται στην καταστροφή στρατιωτικών εγκαταστάσεων και δυνατοτήτων πλήγματος του Ιράν. Ωστόσο, σε πολιτικό επίπεδο οι στόχοι της Ουάσιγκτον είναι ευρύτεροι.
Ο παράγοντας Τραμπ
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει διατυπώσει στόχους που υπερβαίνουν την απλή αποδυνάμωση της ιρανικής στρατιωτικής ισχύος. Μεταξύ αυτών είναι η εγκαθίδρυση ισχυρής επιρροής σε μια μελλοντική ιρανική ηγεσία ή ακόμη και η αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη.
Παρότι ο Τραμπ έχει δείξει στο παρελθόν ευελιξία ως προς το πώς ορίζει την επιτυχία μιας πολιτικής, υπάρχει μια σταθερά: θέλει να εμφανίζεται ως ο νικητής. Αυτό, ωστόσο, συγκρούεται με την ανάγκη του Ιράν να αποκαταστήσει την αποτρεπτική του ισχύ και να δείξει ότι δεν υποχωρεί.
Οι στόχοι του Ισραήλ
Οι διαπραγματεύσεις περιπλέκονται ακόμη περισσότερο από τις επιδιώξεις του Ισραήλ. Το Τελ Αβίβ θεωρείται ότι θα προτιμούσε είτε την κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος είτε μια περίοδο εσωτερικής αστάθειας στη χώρα, ώστε να καθυστερήσει για χρόνια η ανάκαμψη της ιρανικής ισχύος.
Το Ισραήλ έχει δηλώσει ότι θα επιχειρήσει να εξοντώσει όποιον αναλάβει την εξουσία στην Τεχεράνη, ενώ ο Τραμπ θα προτιμούσε μια ηγεσία πιο πρόθυμη να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ. Παρότι το Ισραήλ πιθανότατα θα σταματήσει τις επιχειρήσεις αν οι ΗΠΑ αποσυρθούν, ενδέχεται να συνεχίσει επιθέσεις που δυσκολεύουν τις διαπραγματεύσεις, προσπαθώντας να πλήξει τα οικονομικά έσοδα και τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν.
Ο ρόλος των Φρουρών της Επανάστασης
Ακόμη κι αν η ιρανική κυβέρνηση επιθυμεί αποκλιμάκωση, τμήματα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης φαίνεται να επιδιώκουν εκδίκηση. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στόχων στον Περσικό Κόλπο ή και αλλού.
Επιπλέον, η αποκέντρωση στη διοίκηση των ιρανικών στρατιωτικών δυνάμεων σημαίνει ότι ορισμένες μονάδες θα μπορούσαν να συνεχίσουν επιθέσεις σε εμπορικά πλοία ακόμη κι αν η κυβέρνηση προσπαθεί να διαπραγματευτεί.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η Ουάσιγκτον θα δυσκολευτεί να αποχωρήσει από τη σύγκρουση όσο οι επιθέσεις συνεχίζονται.
Η στάση της Ρωσίας
Η Ρωσία αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που μπορεί να περιπλέξει την κατάσταση. Όπως επισημαίνεται σε ανάλυση που επικαλείται ο Guardian, Ρώσοι αξιωματούχοι είχαν ήδη εξετάσει το 2023 ποια διεθνή γεγονότα θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη θέση της Μόσχας στον πόλεμο με την Ουκρανία.
Μεταξύ αυτών αναφέρονταν μια κλιμάκωση στη σύγκρουση Ισραήλ-Παλαιστινίων, μια κρίση στα Στενά του Ορμούζ και μια κινεζική επιχείρηση κατά της Ταϊβάν. Επομένως, η Ρωσία έχει κίνητρο να παρατείνει την κρίση, ιδιαίτερα καθώς αποκομίζει αυξημένα έσοδα από τις υψηλές τιμές του πετρελαίου.
Οι ανησυχίες Ευρώπης και χωρών του Κόλπου
Για τις χώρες του Περσικού Κόλπου και την Ευρώπη, η προτεραιότητα είναι η ταχεία αποκλιμάκωση. Η συνέχιση της κρίσης θα μπορούσε να προκαλέσει μόνιμες ζημιές στις ενεργειακές υποδομές της περιοχής και μια νέα ενεργειακή κρίση για την Ευρώπη.
Ωστόσο, όσο το Ιράν διατηρεί την ικανότητα να απειλεί τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, οι διαπραγματεύσεις θα παραμένουν δύσκολες.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ελπίζουν ότι ευρύτερα στρατιωτικά πλήγματα θα αποτρέψουν την ιρανική ηγεσία και θα αναγκάσουν τους Φρουρούς της Επανάστασης να υποχωρήσουν. Παρ’ όλα αυτά, έχοντας θέσει το διακύβευμα της σύγκρουσης σε υπαρξιακό επίπεδο για το ιρανικό καθεστώς, είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί ένας συμβιβασμός.
Η προοπτική μιας γρήγορης λύσης, επομένως, παραμένει μάλλον απίθανη.
