Σε τροχιά πλήρους στρατιωτικής ανάφλεξης εισέρχεται εκ νέου η Υεμένη, καθώς η διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της χώρας εξαπέλυσε ευρεία αντεπίθεση για την ανακατάληψη των εδαφών που τελούν υπό τον έλεγχο των υποστηριζόμενων από το Ιράν ανταρτών Χούθι.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί τη σοβαρότερη κλιμάκωση στη χώρα μετά την κατάρρευση της πολυετούς ανακωχής, με τις κυβερνητικές δυνάμεις να επιχειρούν να ανατρέψουν τα πρόσφατα στρατηγικά κέρδη των ανταρτών στην Ερυθρά Θάλασσα.
Σφοδρές συγκρούσεις και εκατόμβη θυμάτων
Εκπρόσωπος των κυβερνητικών δυνάμεων της Υεμένης ισχυρίστηκε ότι έχουν πραγματοποιηθεί 1.122 επιθέσεις κατά θέσεων των Χούθι, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων πυροβολικού, εκτοξευτών πυραύλων, καθώς και κέντρων διοίκησης και ελέγχου.
Σε ανάρτησή του στο X, ο ταξίαρχος Ματζίντ Αμπντουλάχ Αλ Νουζαΐλι ανέφερε ότι οι επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν με τη χρήση πολεμικών αεροσκαφών, drones, πυραύλων, ρουκετών, πυροβολικού και ελεύθερων σκοπευτών, στις επαρχίες Σαάντα, Αλ Τζαούφ, Ταίζ, καθώς και στις παραλιακές περιοχές της χώρας.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι από τις επιχειρήσεις σκοτώθηκαν περίπου 1.747 μαχητές των Χούθι.
Το δίκτυο Al Jazeera σημείωσε ότι δεν ήταν σε θέση να επαληθεύσει ανεξάρτητα τον απολογισμό αυτόν.
Γενική στρατιωτική εκστρατεία
Η διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Υεμένης, η οποία υποστηρίζεται από τη Σαουδική Αραβία, ανακοίνωσε την Κυριακή την έναρξη μιας ευρείας στρατιωτικής εκστρατείας με στόχο την ανακατάληψη όλων των περιοχών της χώρας που ελέγχονται από τους υποστηριζόμενους από το Ιράν Χούθι.
Σε τηλεοπτικό του διάγγελμα, ο πρόεδρος της Υεμένης, Ρασάντ αλ Αλίμι, δήλωσε ότι οι ένοπλες δυνάμεις της κυβέρνησης θα συνεχίσουν την επίθεση «μέχρι η χώρα να απελευθερωθεί από τα χέρια της τρομοκρατικής πολιτοφυλακής».
Στη συνέχεια, στρατιωτικός εκπρόσωπος απηύθυνε έκκληση προς τους Χούθι να καταθέσουν τα όπλα.
Οι Χούθι, γνωστοί επίσημα ως Ανσάρ Αλλάχ, κατέχουν την πρωτεύουσα της Υεμένης, Σαναά, καθώς και μεγάλες περιοχές στα βορειοδυτικά της χώρας –όπου ζει ο μεγαλύτερος μέρος του πληθυσμού– από το 2014.
Κατά τη διάρκεια των ετών, έχουν αντέξει σε μια σειρά επιθέσεων από τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τους δυτικούς συμμάχους τους, ενώ έχουν εκσυγχρονίσει το οπλοστάσιό τους με τη συνδρομή του Ιράν, αναφέρει το Reuters.
Τον περασμένο μήνα, οι Χούθι εξαπέλυσαν μια αιφνιδιαστική επίθεση καταλαμβάνοντας μέσα σε λίγες εβδομάδες τον στρατηγικής σημασίας Στενό του Μπαμπ ελ Μαντέμπ και περίπου 150 χιλιόμετρα ακτογραμμής στην Ερυθρά Θάλασσα.
Η εξέλιξη αυτή έδωσε στους Χούθι νέο μοχλό πίεσης επί της διεθνούς ναυσιπλοΐας.
Η εν λόγω προέλαση άνοιξε παράλληλα ένα νέο μέτωπο στον ευρύτερο πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ που ξέσπασε τον Φεβρουάριο κατά του Ιράν, στον οποίο οι απαντήσεις της Τεχεράνης περιλάμβαναν τον στραγγαλισμό της μεταφοράς πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ, στην άλλη πλευρά της Αραβικής Χερσονήσου.
Οι Χούθι ισχυρίζονται ότι έπληξαν τη Σαουδική Αραβία
Την ώρα που η κυβέρνηση της Υεμένης –γνωστή ως Προεδρικό Ηγετικό Συμβούλιο (PLC)– προέβαινε στις ανακοινώσεις της, οι Χούθι ισχυρίστηκαν χθες, Κυριακή, ότι εξαπέλυσαν βαλλιστικούς πυραύλους και drones κατά εγκαταστάσεων της Saudi Aramco στο Ριάντ και στην περιοχή Κουράις της Σαουδικής Αραβίας.
Οι ίδιοι υποστήριξαν ότι οι επιθέσεις προκάλεσαν μεγάλες πυρκαγιές και ότι αποτελούσαν απάντηση σε 50 αεροπορικά και πυραυλικά πλήγματα της αεροπορίας υπό τη Σαουδική Αραβία στην Υεμένη.
Από την πλευρά της Σαουδικής Αραβίας δεν υπήρξε άμεση επιβεβαίωση.
Ο Αλίμι δήλωσε ότι η απόφαση για την εξαπόλυση της αντεπίθεσης ελήφθη αφού εξαντλήθηκαν όλες οι ευκαιρίες για αποκλιμάκωση της σύγκρουσης. Ευχαρίστησε τη Σαουδική Αραβία για τη στήριξή της και κάλεσε τους περιφερειακούς συμμάχους και τους διεθνείς εταίρους της Υεμένης να ενισχύσουν τις δυνάμεις και τους θεσμούς του PLC.
Περιφερειακοί και Δυτικοί αξιωματούχοι είχαν αναφέρει στο Reuters νωρίτερα αυτή την εβδομάδα ότι η Σαουδική Αραβία και οι σύμμαχοί της στην Υεμένη σχεδίαζαν να εξαπολύσουν επίθεση κατά των Χούθι, με τους Σαουδάραβες να ηγούνται των αεροπορικών επιχειρήσεων και τις δυνάμεις της Υεμένης να μάχονται στο έδαφος.
Νέο μέτωπο στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής
Οι ΗΠΑ παρέχουν ήδη πληροφορίες για την υποστήριξη των επιχειρήσεων του Ριάντ στην Υεμένη, ενώ ορισμένα περιφερειακά και ευρωπαϊκά έθνη παρέχουν κυρίως αμυντική στρατιωτική βοήθεια, σύμφωνα με έξι πηγές με γνώση των σαουδαραβικών προετοιμασιών που μίλησαν στο Reuters.
Ο πόλεμος των ΗΠΑ κατά του Ιράν έχει εξουδετερώσει ένα μέρος της ιρανικής στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας, αλλά έχει επίσης εμπλέξει την Ουάσινγκτον σε μια νέα ανάμειξη στη Μέση Ανατολή και έχει εξαντλήσει κρίσιμο στρατιωτικά αποθέματα.
Η Υεμένη παραμένει βυθισμένη στη σύγκρουση εδώ και χρόνια, με μια σειρά από εγχώριες ένοπλες ομάδες και φατρίες που υποστηρίζονται από ανταγωνιζόμενες περιφερειακές και διεθνείς οργανώσεις-proxies.
Έπειτα από μια λαϊκή εξέγερση στο πλαίσιο των κινημάτων της Αραβικής Άνοιξης το 2011, οι Χούθι –μια ένοπλη ομάδα Ζαϊντών Σιιτών Μουσουλμάνων– κατέλαβαν τη Σαναά.
Το υποστηριζόμενο από τη Σαουδική Αραβία PLC, το οποίο αναγνωρίζεται και από τον ΟΗΕ, ελέγχει έκτοτε το νότιο και ανατολικό τμήμα της χώρας, με έδρα την Άντεν, πρώην πρωτεύουσα της Νότιας Υεμένης.
Η Σαουδική Αραβία εισήλθε στον εμφύλιο πόλεμο της Υεμένης το 2015 επικεφαλής ενός αραβικού συνασπισμού προς υποστήριξη του PLC, χωρίς όμως να καταφέρει να νικήσει τους Χούθι.
Η εκεχειρία που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαμαχόμενων πλευρών το 2022 διατηρήθηκε εν πολλοίς μέχρι φέτος, όταν οι Χούθι εξαπέλυσαν επιθέσεις με πυραύλους και drones κατά της σαουδαραβικής ναυσιπλοΐας και των πετρελαϊκών υποδομών, ως διάχυση του πολέμου με το Ιράν.
Πρωτοβουλία κινήσεων από τους Χούθι στο μέτωπο
Οι Χούθι διατηρούν την πρωτοβουλία των κινήσεων στο έδαφος από τότε που κατέλαβαν τον έλεγχο του Στενού Μπαμπ ελ Μαντέμπ, κατά τη διάρκεια μιας αστραπιαίας επίθεσης τον περασμένο μήνα που προκάλεσε την κατάρρευση των κυβερνητικών δυνάμεων.
Το Μπαμπ ελ Μαντέμπ αποτελεί τη νότια έξοδο της Ερυθράς Θάλασσας, μια θαλάσσια οδό ζωτικής σημασίας μεταξύ Μεσογείου και Ασίας, η οποία απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία φέτος ως εναλλακτική λύση έναντι του Ορμούζ.
Το Σαββατοκύριακο, οι Χούθι σημείωσαν επίσης κέρδη έναντι των κυβερνητικών και τοπικών δυνάμεων σε στρατηγικούς λόφους κοντά στην Ταϊζ, προελαύνοντας στον τελευταίο δρόμο που συνδέει την πόλη με την Άντεν στις νότιες ακτές.
Ο ενδεχόμενος έλεγχος των Χούθι επί της Ταϊζ-Άντεν θα οδηγούσε σε ουσιαστική πολιορκία της πόλης, της τρίτης μεγαλύτερης της Υεμένης, στην οποία κατοικούν εκατοντάδες χιλιάδες άμαχοι και σταθμεύουν χιλιάδες κυβερνητιές δυνάμεις.
Η πόλη είναι σημαντική όχι μόνο λόγω της στρατηγικής της θέσης, αλλά και επειδή ο πρόεδρος Αλίμι καταγεται από την περιοχή, ενώ μια πολιορκία της Ταϊζ θα επιδείνωνε την ήδη κρίσιμη ανθρωπιστική κατάσταση στη χώρα.
Όπως ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Τροφίμων (WFP), τρεις στις τέσσερις οικογένειες σε ορισμένα τμήματα της Υεμένης υποφέρουν από πείνα εξαιτίας των συνεπειών της κλιμάκωσης των μαχών, η οποία έχει εκτοπίσει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους και έχει διακόψει την τροφοδοσία για εκατομμύρια πολίτες.