Το «καλάθι» του Τραμπ στην Άγκυρα – Έντονη κινητικότητα για τα εξοπλιστικά προγράμματα της Τουρκίας πριν από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιούν μια σημαντική αλλαγή πολιτικής έναντι της Τουρκίας, επιτρέποντας την εξαγωγή κινητήρων F110 για το τουρκικό μαχητικό KAAN και επανεξετάζοντας το ζήτημα των F-35, υπό την προϋπόθεση διευθέτησης του θέματος των ρωσικών S-400. Αυτή η κινητικότητα συνδέεται με τις προσπάθειες του Ταγίπ Ερντογάν για τρίτη προεδρική θητεία και τις συνεχιζόμενες τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο.

ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Η Ουάσινγκτον επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις της με την Άγκυρα, ανοίγοντας τον δρόμο για την προμήθεια αμερικανικών κινητήρων για το τουρκικό μαχητικό KAAN και εξετάζοντας την επανένταξη στο πρόγραμμα των F-35 υπό προϋποθέσεις.
  • Το καθεστώς της Άγκυρας προεξοφλεί την υποψηφιότητα Ερντογάν για τρίτη θητεία, παρά τα συνταγματικά εμπόδια, επιδιώκοντας την υπέρβαση του ορίου των δύο θητειών μέσω θεσμικής προετοιμασίας.
  • Η Τουρκία έχει καθιερώσει ένα μοτίβο εβδομαδιαίων εισβολών με οπλισμένα F-16 στο Αιγαίο, σε ένα καλά ενορχηστρωμένο σχέδιο που στοχεύει στη δημιουργία «γκρίζας» καθημερινότητας και τη δοκιμή των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Το κείμενο κάθε σύνοψης ελέγχεται από δημοσιογράφους του ENIKOS

Google Προσθέστε το ENIKOS ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Έρχεται στο Κογκρέσο νομοσχέδιο που θα ανοίγει τον δρόμο στην Τουρκία για να προμηθευτεί αμερικανικούς κινητήρες για τα μαχητικά πέμπτης γενιάς που κατασκευάζει. Διαπραγματεύσεις Άγκυρας – Μόσχας με στόχο να βρεθεί λύση στο ζήτημα των S-400. Συζητείται και το σενάριο επαναγοράς τους από τους Ρώσους. Σε περίπτωση που υπάρξει διευθέτηση για το ρωσικό σύστημα αεράμυνας, οι αμερικανικές κυρώσεις αναμένεται να αρθούν μέσα στους επόμενους μήνες, ανοίγοντας την πόρτα για την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.

Σύνοδος ΝΑΤΟ στην Άγκυρα: Το πραγματικό διακύβευμα πίσω από τις επικοινωνιακές κορώνες και ο ρόλος της Ελλάδας

Των Θ. ΤΣΙΤΣΑ, ΕΥ. ΑΡΕΤΑΙΟΥ, ΧΡ. ΜΑΖΑΝΙΤΗ – ΠΗΓΗ: Realnews

Μια μεγάλη αλλαγή πολιτικής βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ουάσινγκτον, ενόψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στις 7 και 8 Ιουλίου. Η απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να ενημερώσει το Κογκρέσο ότι ενέκρινε την εξαγωγή περίπου 80 κινητήρων General Electric F110 για το τουρκικό μαχητικό πέμπτης γενιάς KAAN, σε συνδυασμό με τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ και του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς περί επανεξέτασης του φακέλου των F-35, αποτελεί ένα πολιτικό σήμα γι’ αυτή τη μεταστροφή προς συμμάχους, αντιπάλους και το αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Επιπλέον όλα τα παραπάνω αποτελούν δώρα του Τραμπ προς τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και μια πρώτη απτή ένδειξη ότι ο Λευκός Οίκος επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις του με την Άγκυρα, δοκιμάζοντας ταυτόχρονα τις αντοχές του Κογκρέσου και τα όρια της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι σε έναν δύσκολο, αλλά αναγκαίο σύμμαχο.

No Jets for Turkey: Φουντώνουν οι αντιδράσεις για F-35 και κινητήρες στην Τουρκία από τις ΗΠΑ

Η χρονική συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι. Λίγες ημέρες πριν από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, ο Τραμπ χαρακτήρισε την Τουρκία «ισχυρό σύμμαχο», επαίνεσε δημόσια τον Ερντογάν και άφησε να εννοηθεί ότι εξετάζονται πρωτοβουλίες που «θα τον κάνουν πολύ χαρούμενο». Αμέσως μετά, ο Ντι Βανς αποκάλυψε ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει ζητήσει επίσημη επανεξέταση των νομικών και πολιτικών προϋποθέσεων υπό τις οποίες η Τουρκία θα μπορούσε θεωρητικά να επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35.

Δίαυλος

Οι κινήσεις αυτές διαμορφώνουν ένα νέο πολιτικό αφήγημα. Η Ουάσινγκτον επιχειρεί να ανοίξει ξανά δίαυλο επικοινωνίας με την Αγκυρα, χωρίς όμως να ανατρέψει το αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε μετά την αγορά των ρωσικών S-400. Η πώληση των κινητήρων δεν αφορά μόνο το πρόγραμμα KAAN. Αντανακλά τον τρόπο με τον οποίον οι ΗΠΑ αντιλαμβάνονται πλέον τη γεωπολιτική αξία της Τουρκίας σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία παρατείνεται, η Μέση Ανατολή παραμένει χώρος ασταθής και ο ανταγωνισμός με την Κίνα μετατρέπει κάθε κρίσιμο περιφερειακό εταίρο σε στρατηγικό κεφάλαιο.

Επιστολή AHI προς Τραμπ: Να σταματήσει η πώληση κινητήρων F110 στην Τουρκία

Οι κινητήρες F110 αποκτούν έτσι βαρύτητα πολύ μεγαλύτερη από την τεχνική τους περιγραφή. Πρόκειται για έναν από τους πιο αξιόπιστους κινητήρες στρατιωτικών αεροσκαφών, με δεκαετίες επιχειρησιακής χρήσης στα F-16 και στα F-15, υψηλή ώση, ψηφιακό σύστημα ελέγχου και εκατομμύρια ώρες πτήσης. Για την Τουρκία αποτελούν τη γέφυρα ανάμεσα στο πρωτότυπο και στη μελλοντική παραγωγή του KAAN, καθώς η ανάπτυξη εγχώριου κινητήρα παραμένει αρκετά χρόνια μακριά από την επιχειρησιακή ωρίμανση.

Για την Ουάσινγκτον η συμφωνία δημιουργεί ένα στρατηγικό παράδοξο. Από τη μία πλευρά διευκολύνει την εξέλιξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, από την άλλη όμως διατηρεί έναν κρίσιμο μοχλό επιρροής πάνω στο σημαντικότερο εξοπλιστικό πρόγραμμα της Άγκυρας. Για τη συμφωνία αυτή, αξίας άνω των 700 εκατομμυρίων δολαρίων, υπάρχουν ήδη αντιδράσεις ορισμένων μελών του Κογκρέσου, το οποίο όμως λίγα πράγματα μπορεί να κάνει για να την αποτρέψει, όπως έδειξε και η έγκριση της συμφωνίας για την αναβάθμιση των τουρκικών F-16.

Εμπόδιο

Η επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, όμως, είναι μια άλλη υπόθεση. Το βασικό εμπόδιο είναι πολιτικό. Καθώς οι ΗΠΑ εισέρχονται σε προεκλογική περίοδο (οι ενδιάμεσες εκλογές του Κογκρέσου το 2026) ελάχιστοι βουλευτές ή γερουσιαστές επιθυμούν να δείξουν ότι διευκολύνουν μια χώρα που εξακολουθεί να διατηρεί σε υπηρεσία τους S-400. Παράλληλα, το ελληνοαμερικανικό και το φιλοϊσραηλινό λόμπι αναμένεται να εντείνουν τις παρεμβάσεις τους, επαναφέροντας στο επίκεντρο τις σχέσεις της Άγκυρας με τη Μόσχα και τις εντάσεις στην ανατολική Μεσόγειο. Όσο οι S-400 παραμένουν ενεργοί, η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 εξακολουθεί πολιτικά να θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη.

Αυτό το γνωρίζουν οι Τούρκοι, που προσπαθούν απεγνωσμένα να βρουν διέξοδο και, ταυτόχρονα, να μη δυσαρεστήσουν τη Μόσχα. Πηγές της «R» αναφέρουν ότι το μέλλον των S-400 ήταν το κυρίως μενού των διαβουλεύσεων που είχε ο Χακάν Φιντάν στη Μόσχα πριν από 10 ημέρες και ότι οι διαβουλεύσεις αυτές συνεχίζονται και εξ αποστάσεως. Στο τραπέζι έχουν πέσει πολλές ιδέες, ακόμα και αυτή της επαναγοράς του οπλικού συστήματος από τους Ρώσους, και φαίνεται ότι τις τελευταίες ημέρες υπήρξε πρόοδος, γιατί κυκλοφόρησαν φήμες για νέα επίσκεψη του Χ. Φιντάν στη ρωσική πρωτεύουσα. Τις φήμες αυτές διέψευσε η κυβέρνηση Ερντογάν – θα ήταν άλλωστε άκομψο να ταξιδέψει ο Φιντάν στη Μόσχα, λίγες ημέρες πριν από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ που φιλοξενεί η Τουρκία.

Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση Τραμπ εμφανίζεται πρόθυμη να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με την Τουρκία, χωρίς όμως να έχει παρουσιάσει μέχρι στιγμής τρόπο υπέρβασης των περιορισμών του νόμου CAATSA και των διατάξεων που συνδέουν την κατοχή των S-400 με τον αποκλεισμό της Άγκυρας από το πρόγραμμα. Υπό αυτό το πρίσμα, η συμφωνία για την πώληση των κινητήρων F110 αντιμετωπίζεται ως μια πολιτική χειρονομία. Όπως σημειώνει ο Ααρον Στάιν, πρόεδρος του Ινστιτούτου Ερευνών Εξωτερικής Πολιτικής, «δεν συζητάμε ποτέ πωλήσεις F110 στη Δανία. Το γεγονός ότι μιλάμε για την Τουρκία δείχνει πόσο πολιτικό έχει γίνει το θέμα». Για τον ίδιο, η Τουρκία εξακολουθεί να είναι στρατηγικά πολύτιμη, όμως το Κογκρέσο παραμένει επιφυλακτικό απέναντι στον Ερντογάν και η πώληση των κινητήρων δεν συνιστά μεταβολή της αμερικανικής πολιτικής για τα F-35. Ανάλογη είναι και η εκτίμηση της Γκιονούλ Τολ από το Ινστιτούτο Μέσης Ανατολής, η οποία υποστηρίζει ότι «η απόκτηση των κινητήρων είναι το χαμηλότερο κρεμασμένο φρούτο. Η πραγματική δοκιμασία είναι τα F-35».

Δεν υπάρχει σοβαρή εκτίμηση που να θεωρεί δεδομένη την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. Όμως υπάρχει κινητικότητα, και αν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο η Τουρκία καταφέρει να πετύχει μια διευθέτηση για το θέμα των S-400, δεν αποκλείεται οι κυρώσεις του νόμου CAATSA να αρθούν και τα πράγματα να προχωρήσουν. Σε αυτή την περίπτωση, η επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 θα είναι απλώς θέμα λίγων μηνών.

Θέλει τρίτη θητεία κόντρα στο Σύνταγμα

Το καθεστώς της Άγκυρας προεξοφλεί ήδη την υποψηφιότητα Ερντογάν, ανεξάρτητα από τα νομικά εμπόδια, προετοιμάζοντας τους πολίτες με επικοινωνιακές επιθέσεις

Θα είναι υποψήφιος ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις επόμενες προεδρικές εκλογές; Αυτό δεν είναι ένα απλό ερώτημα αλλά, εδώ και μήνες, ο κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο αναδιατάσσεται ολόκληρη η τουρκική πολιτική σκηνή. Το κρίσιμο δεν είναι μόνο αν ο Τούρκος Πρόεδρος μπορεί νομικά να είναι ξανά υποψήφιος – δεν μπορεί να είναι για τρίτη φορά βάσει του Συντάγματος στην υφιστάμενη μορφή του. Είναι το πώς το καθεστώς επιχειρεί να μετατρέψει αυτή την αμφισβητούμενη δυνατότητα σε πολιτική κανονικότητα, πριν καν ακόμη λυθεί το συνταγματικό πρόβλημα. Με τη δήλωση του εκπροσώπου του ΑΚΡ Ομέρ Τσελίκ, την εβδομάδα που πέρασε, ότι ο Ερντογάν είναι ο υποψήφιος του AKP στις επόμενες εκλογές, το καθεστώς δεν ανακοίνωσε απλώς μια πρόθεση. Έστειλε ένα σαφέστατο και δημόσιο μήνυμα ότι όλο το πολιτικό σύστημα θα πρέπει πλέον να κινηθεί με βάση τη βεβαιότητα ότι θα είναι παρών και στην επόμενη ιστορική φάση της Τουρκίας.

Αυτό είναι το βαθύτερο νόημα της σημερινής συγκυρίας. Η Τουρκία δεν βρίσκεται απλώς σε μια παρατεταμένη και υπόγεια ακόμα προεκλογική τροχιά, αλλά σε μια διαδικασία θεσμικής προετοιμασίας για την υπέρβαση του ορίου των δύο θητειών. Ο σύμβουλος του Παλατιού και συνταγματολόγος Μεχμέτ Ουκούμ έδωσε πριν από δύο εβδομάδες το νομικό/δογματικό πλαίσιο και αμέσως μετά ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί προσέφερε την πολιτική νομιμοποίηση της συμμαχίας, στηρίζοντας αναφανδόν μια νέα θητεία του Ερντογάν. Ο Τσελίκ το μετέτρεψε τελικά σε επίσημη κομματική γραμμή, λέγοντας ουσιαστικά κάτι που οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ θεωρούσαν δεδομένο εδώ και χρόνια. Έτσι, πλέον, το AKP αρχίζει να συμπεριφέρεται σαν το συνταγματικό εμπόδιο να έχει ήδη ξεπεραστεί πολιτικά, ακόμη και αν δεν έχει ακόμη αρθεί θεσμικά.

«Αυτό είναι χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί το καθεστώς: πρώτα κατασκευάζει την πολιτική πραγματικότητα, μετά αναζητεί τη νομική φόρμουλα που θα την επικυρώσει», είπε στη Realnews έμπειρος Τούρκος αναλυτής.

Στο πλαίσιο της προσπάθειας για μια τρίτη υποψηφιότητα Ερντογάν, όλα τα υπόλοιπα ανοιχτά μέτωπα αποκτούν νέα σημασία. Η κρίση στο CHP, οι δικαστικές πιέσεις στους δημάρχους της αντιπολίτευσης, η πιθανή διάσπαση του CHP, η κουρδική διαδικασία, οι ισορροπίες ανάμεσα στο ΑΚΡ και το φιλοκουρδικό DEM, η συνταγματική αναθεώρηση, ακόμη και η Σύνοδος του NATO στην Άγκυρα, δεν είναι ξεχωριστά επεισόδια. Είναι κομμάτια της ίδιας αρχιτεκτονικής: πώς θα διασφαλιστεί ότι ο Τούρκος Πρόεδρος θα παραμείνει ο αναντικατάστατος άξονας του συστήματος μετά το 2027-2028.

Η πίεση στο CHP έχει ακριβώς αυτή τη λειτουργία. Το καθεστώς δεν χρειάζεται απαραίτητα να εξαφανίσει την αντιπολίτευση. Του αρκεί να την εμποδίσει να γίνει κυβερνητική εναλλακτική. Η ακύρωση του συνεδρίου του κόμματος, η επιστροφή του Κιλιτσντάρογλου στην ηγεσία του, οι δημοτικές έρευνες, οι εμμονικές κατηγορίες περί διαφθοράς, οι διαρροές για νέο κόμμα και η συστηματική αποσταθεροποίηση της σχέσης Οζέλ – Ιμάμογλου λειτουργούν σαν μηχανισμός πολιτικού τεμαχισμού. Ο Eρντογάν δεν προσπαθεί μόνο να νικήσει τον αντίπαλό του, αλλά να αποφασίσει ποιος θα είναι, με ποια μορφή, με ποια ηγεσία και με ποια εσωτερική πληγή.

Το Κουρδικό

Εδώ βρίσκεται και η σημασία του κουρδικού ζητήματος. Η διαδικασία με το PKK και τον Οτσαλάν δεν είναι μόνο ζήτημα ασφάλειας ή ειρήνευσης. Είναι πλέον ζήτημα κοινοβουλευτικής αριθμητικής, συμμαχικών ισορροπιών και μελλοντικής συνταγματικής ευελιξίας. Το AKP θέλει νομικό πλαίσιο για την «Τουρκία χωρίς τρομοκρατία», όπως έχει επίσημα βαφτιστεί το κουρδικό ζήτημα, αλλά όχι πολιτικές εγγυήσεις που θα προηγηθούν του πλήρους αφοπλισμού του ΡΚΚ. Θέλει θεσμοθέτηση του Κουρδικού αλλά υπό απόλυτο προεδρικό έλεγχο, θέλει να κρατήσει το DEM κοντά χωρίς όμως να τρομάξει το MHP και τους εθνικιστές της αντιπολίτευσης. Παράλληλα, θέλει να δείξει στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και στο NATO ότι διαχειρίζεται ιστορικά προβλήματα και ότι είναι «αναγκαίος» γεωπολιτικός παράγοντας χωρίς να φανεί στο εσωτερικό ότι κάνει παραχωρήσεις. Και όλα αυτά συνδέονται άμεσα με το ερώτημα «ποιος θα στηρίξει στην Εθνοσυνέλευση την απαραίτητη συνταγματική αλλαγή για μία ακόμα θητεία και ποιος θα ξαναψηφίσει τον Ερντογάν στις επόμενες εκλογές;».

Η γεωπολιτική λειτουργεί ως το άλλο μεγάλο -ίσως το μόνο πλέον- στήριγμα, καθώς το καθεστώς γνωρίζει πια πολύ καλά ότι δεν μπορεί πλέον να στηριχθεί στην παλιά υπόσχεση ευημερίας. Οι συντάξεις, τα ενοίκια, το κρέας, τα λαχανικά, τα είδη πρώτης ανάγκης, τα χρέη, οι πιστωτικές κάρτες και η καθημερινή ανασφάλεια έχουν διαβρώσει το κοινωνικό συμβόλαιο του AKP. Γι’ αυτό η νέα νομιμοποίηση χτίζεται αλλού: στην «ισχυρή» Τουρκία που είναι απαραίτητη στο NATO, στην Ευρώπη, στην ανατολική Μεσόγειο, στη Συρία, στη Γάζα, στην Ουκρανία, στην αμυντική βιομηχανία, στα drones, στην Κύπρο. Το μήνυμα είναι σαφές: μπορεί να υποφέρετε οικονομικά, αλλά ζείτε σε μια Τουρκία που μετρά στον κόσμο και μόνο ο Ερντογάν μπορεί να τη διαχειριστεί.

«Ο Ερντογάν δεν ζητά πια ευγνωμοσύνη όπως τις πρώτες δύο δεκαετίες του AKP, αλλά ζητά αντοχή», είπε στην «R» ο ίδιος Τούρκος αναλυτής. Ζητά δηλαδή από τους πολίτες να δεχθούν την οικονομική κόπωση ως τίμημα μιας μεγάλης στρατηγικής αναβάθμισης. Όμως εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αδυναμία του γιατί η γεωπολιτική συγκίνηση μπορεί να καλύψει πολλά, αλλά «δεν πληρώνει το ενοίκιο, δεν γεμίζει το ψυγείο και δεν αυξάνει τη σύνταξη».

Έτσι, η υποψηφιότητα Ερντογάν συμπυκνώνει όλη την εν εξελίξει τουρκική κρίση μακράς διαρκείας. Είναι συνταγματικό πρόβλημα αλλά κυρίως πολιτικό και κοινωνικό στοίχημα. Αν το καθεστώς επιτύχει, η Τουρκία θα εισέλθει σε μια νέα φάση όπου η εκλογική διαδικασία θα συνεχίσει να υπάρχει τυπικά αλλά το πεδίο της και η ουσία της θα έχουν ήδη διαστρεβλωθεί εντελώς από την ανάγκη παράτασης της ηγεσίας του. Αν και εφόσον αποτύχει, όλες οι αντιφάσεις που σήμερα ελέγχονται με νύχια και με με δόντια από το καθεστώς, η οικονομική εξάντληση, η κουρδική αβεβαιότητα, η εθνικιστική δυσφορία, η αντιπολιτευτική ανασύνθεση, μπορεί να πάψουν να κινούνται σε ελεγχόμενες παράλληλες τροχιές και να προκαλέσουν μια έκρηξη χωρίς κανείς να μπορεί να προβλέψει ούτε το πώς ούτε το πότε.

Οι επόμενοι μήνες δεν θα κριθούν μόνο από το αν θα βρεθούν η συνταγματική φόρμουλα και η απαραίτητη υποστήριξη για μια ακόμα υποψηφιότητά του Ερντογάν, αλλά από το αν ο ίδιος και το καθεστώς του μπορούν να πείσουν την κοινωνία ότι η δική τους συνέχεια είναι πιο ασφαλής από οποιαδήποτε αλλαγή.

Η Τουρκία δοκιμάζει τα όρια της Ελλάδας

Κάθε εβδομάδα καταγράφεται και ένα περιστατικό εισβολής οπλισμένων τουρκικών F-16 στο Αιγαίο. Προβληματισμός στο ελληνικό Πεντάγωνο για ενδεχόμενη κλιμάκωση των προκλήσεων μετά τις 8 Ιουλίου

Την Τρίτη 24 Ιουνίου η Τουρκία επανήλθε στο γνώριμο μοτίβο των προκλήσεων στο Αιγαίο. Δύο οπλισμένα F-16 πραγματοποίησαν έξι παραβιάσεις του Εθνικού Εναέριου Χώρου (ΕΕΧ), με την Πολεμική Αεροπορία να απαντά άμεσα με τέσσερα οπλισμένα μαχητικά, που προχώρησαν σε σκληρές αερομαχίες. Μάλιστα, οι Ελληνες πιλότοι εγκλώβισαν στα ραντάρ τους και τα δύο τουρκικά μαχητικά.

Όπως αναφέρουν στρατιωτικές πηγές στη Realnews, «οι Τούρκοι φαίνεται να καθιερώνουν το μοτίβο της εβδομαδιαίας εισβολής με οπλισμένα μαχητικά στο Αιγαίο».

Πράγματι, εξετάζοντας κάποιος προσεκτικά τα στοιχεία, σχεδόν κάθε εβδομάδα οι Τούρκοι στέλνουν οπλισμένα F-16, προχωρώντας σε παραβιάσεις του ΕΕΧ. Μόνο τον Ιούνιο έχουν κάνει την εμφάνισή τους οπλισμένα F-16 στις 1, 6, 16 και 23 του μήνα. Συνολικά, από την 1η Ιουνίου μέχρι και τις 26 του ίδιου μήνα έχουν καταγραφεί 47 παραβιάσεις του ΕΕΧ, φτάνοντας τις 247 από την αρχή του χρόνου.

Σε ό,τι αφορά τα αεροδρόμια που χρησιμοποιούν οι Τούρκοι, θα περίμενε κάποιος ότι θα ήταν κυρίως αυτό του Τσίγλι, στη Σμύρνη, όπου στεγάζεται η 4η πτέρυγα εκπαίδευσης της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας. Πρόκειται για το πιο κοντινό αεροδρόμιο μαχητικών στην ευρύτερη περιοχή Χίου – Λέσβου, όπου σημειώνονται οι περισσότερες παραβιάσεις.

Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία, οι Τούρκοι απογειώνουν αεροπλάνα για τις προκλήσεις τους και από τις βάσεις του Μπαλίκεσιρ και της Μπαντίρμα.

Πολλαπλά μέτωπα

Η στρατηγική αυτή επιλογή της Άγκυρας να διευρύνει τις βάσεις εξόρμησής της, χρησιμοποιώντας και άλλες δύο εγκαταστάσεις πέρα από το Τσίγλι, φανερώνει μια προσπάθεια να κρατά την ελληνική αεράμυνα σε διαρκή ετοιμότητα και σύγχυση, δοκιμάζοντας τα αντανακλαστικά των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων σε πολλαπλά μέτωπα του Αιγαίου.

Οι εκτιμήσεις από στρατιωτικές πηγές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η κλιμάκωση δεν είναι τυχαία, αλλά αποτελεί μέρος ενός καλά ενορχηστρωμένου σχεδίου που στοχεύει στη δημιουργία μιας «γκρίζας» καθημερινότητας πάνω από το Αιγαίο.

Το γεγονός ότι οι προκλήσεις αυτές γίνονται με οπλισμένα μαχητικά αυξάνει κατακόρυφα το ρίσκο ενός ατυχήματος. Οι σκληρές αερομαχίες και οι εμπλοκές, όπου οι Έλληνες πιλότοι αναγκάζονται να εγκλωβίζουν τα τουρκικά F-16 στα ραντάρ τους, αποτελούν μια ψυχοφθόρα και επικίνδυνη διαδικασία, η οποία διεξάγεται σε καθεστώς ακραίας πίεσης. Η Αθήνα παρακολουθεί στενά αυτή την παγίωση του εβδομαδιαίου μοτίβου παραβιάσεων, η οποία αποσκοπεί στη νομιμοποίηση των ανυπόστατων τουρκικών διεκδικήσεων και στην αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στην πράξη.

Αποκορύφωμα

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ορόσημο του διημέρου 7-8 Ιουλίου, οπότε πραγματοποιείται στην Αγκυρα η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ. Η χρονική αυτή συγκυρία θεωρείται κρίσιμη από στρατιωτικούς αναλυτές, καθώς ενδέχεται να αποτελέσει το αποκορύφωμα αυτής της συντονισμένης πίεσης ή το έναυσμα για μια νέα φάση πιο έντονης διπλωματικής ή στρατιωτικής αντιπαράθεσης, ανάλογα με τα ανταλλάγματα που η Τουρκία θα έχει καταφέρει να λάβει μέχρι τότε, ιδιαίτερα ποντάροντας στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος δεν έχει κρύψει τη συμπάθειά του προς τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Η Αθήνα, από την πλευρά της, απαντά με απόλυτη ψυχραιμία αλλά και αποφασιστικότητα, στέλνοντας το μήνυμα ότι καμία παραβίαση δεν πρόκειται να μείνει αναπάντητη.

Ωστόσο, στρατιωτικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι η διεθνής κοινότητα και οι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ οφείλουν να αντιληφθούν ότι η πολιτική των ίσων αποστάσεων δεν λειτουργεί πλέον αποτρεπτικά. Όσο η Τουρκία συνεχίζει να γράφει το δικό της δόγμα αναθεωρητισμού στους αιθέρες, η σταθερότητα στην ανατολική Μεσόγειο θα κρέμεται από μια πολύ λεπτή κλωστή, την οποία κρατούν οι Έλληνες πιλότοι καθημερινά με αυταπάρνηση.

Υπενθυμίζεται ότι με τις συνεχείς προκλήσεις στο Αιγαίο, η Τουρκία ακυρώνει επί του πρακτέου και το μνημόνιο Παπούλια – Γιλμάζ του 1987.

Η συγκεκριμένη διμερής συμφωνία είχε ως πρωταρχικό στόχο την εκτόνωση της έντασης και την αποφυγή ατυχημάτων στο Αιγαίο, θεσπίζοντας μια σειρά από Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Μεταξύ άλλων, προέβλεπε τον σεβασμό της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων των δύο χωρών, καθώς και την αποφυγή στρατιωτικών ασκήσεων και προκλητικών ενεργειών κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου και των μεγάλων εορτών.

Και όμως, από τις 15 Ιουνίου, που ξεκίνησε θεωρητικά η εφαρμογή του μνημονίου (ολοκληρώνεται στις 15 Σεπτεμβρίου), η Τουρκία έχει προχωρήσει σε 19 παραβιάσεις του ΕΕΧ, με μαχητικά, drones και αεροσκάφη ναυτικής επιτήρησης ATR-72.

Google Προσθέστε το ENIKOS στην Google
Ακολουθήστε το ENIKOS στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.