Εννέα χρόνια μετά την επεισοδιακή αποχώρησή του από την εξουσία, ο Φρανσουά Ολάντ επιχειρεί το πιο αναπάντεχο restart της πολιτικής του καριέρας, βάζοντας πλέον πλώρη για τη μεγάλη επιστροφή στο Μέγαρο των Ηλυσίων.
Αν και για πολλούς η υποψηφιότητά του φαντάζει ως ένα απόλυτο αουτσάιντερ, ο 71χρονος πρώην πρόεδρος της Γαλλίας εκμεταλλεύεται τον βαθύ εσωκομματικό διχασμό των Σοσιαλιστών και την έλλειψη μιας ηγετικής φιγούρας στην Κεντροαριστερά, με την ελπίδα να πλασαριστεί ως η μοναδική «συνετή» επιλογή των μετριοπαθών ψηφοφόρων απέναντι στην γαλλική Ακροδεξιά.
Ο Ολάντ επέστρεψε στην πρώτη γραμμή της πολιτικής το 2024 κερδίζοντας μια έδρα στο κοινοβούλιο και, τις τελευταίες εβδομάδες, αφήνει ξεκάθαρα υπονοούμενα ότι προετοιμάζεται να θέσει ξανά υποψηφιότητα για την προεδρία στις εκλογές του επόμενου έτους (2027), αναφέρει το Politico.
Σύμφωνα με τις περισσότερες δημοσκοπήσεις, ο ακροδεξιός «Εθνικός Συναγερμός» (RN) έχει μεγάλες πιθανότητες να κερδίσει αυτές τις εκλογές.
«Προετοιμάζομαι», δήλωσε ο Ολάντ στο εβδομαδιαίο περιοδικό Marianne, το οποίο φιλοξένησε τη δήλωση στο πρωτοσέλιδό του τον περασμένο μήνα.
Σε ένα βίντεο που αναρτήθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο πρώην Γάλλος πρόεδρος τόνισε τη σημασία της επερχόμενης αναμέτρησης. «Το διακύβευμα στις προεδρικές εκλογές [του 2027] είναι μείζον, ιστορικό. Για τη Γαλλία, αλλά όχι μόνο για τη Γαλλία», δήλωσε ο Ολάντ.
Je me prépare.
À faire de 2027 un rendez-vous majeur.
À une élection présidentielle dont l’enjeu sera majeur, historique pour la France, pour l’avenir de l’Europe et même pour la stabilité du monde.
Je me prépare avec des idées, des rencontres et la volonté de rassembler. pic.twitter.com/eNdPNcpUzZ
— François Hollande (@fhollande) April 18, 2026
«Ο τρόπος που θα ψηφίσουν οι Γάλλοι θα κρίνει το μέλλον της Ευρώπης, και ίσως ακόμη και την παγκόσμια σταθερότητα».
Η «ανηφόρα» και οι εσωτερικές έριδες
Ο δρόμος για τον Ολάντ είναι εξαιρετικά δύσκολος. Δύο δημοσκοπήσεις εξέτασαν το ενδεχόμενο μιας επιστροφής του το 2027 — και στις δύο, συγκεντρώνει ποσοστό μικρότερο του 10%, μένοντας πολύ πίσω από τους πρωτοπόρους και αποτυγχάνοντας να περάσει στον δεύτερο γύρο.
Ωστόσο, ο Ολάντ πρέπει να προχωρήσει σε ένα στενό μονοπάτι: να κυριαρχήσει πάνω στα «συντρίμμια» του Σοσιαλιστικού Κόμματος.
Οι Σοσιαλιστές είναι τόσο διχασμένοι από εσωτερικές διαμάχες που δεν μπορούν να συμφωνήσουν ούτε στον υποψήφιο που θα στηρίξουν, ούτε στον τρόπο επιλογής του. Παράλληλα, ο ανταγωνισμός είναι έντονος και στην κεντροδεξιά, όπου αρκετοί υποψήφιοι έχουν ήδη μπει στην κούρσα.
Το πλάνο του Ολάντ βασίζεται στο ότι, με τους Σοσιαλιστές διασπασμένους και το πολιτικό σκηνικό γεμάτο υποψηφίους, ο ίδιος θα φανεί ως η πιο λογική επιλογή για τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους, σημειώνει το Politico.
«Εάν η δεξιά είναι διασπασμένη, θα υπάρξει ένα άνοιγμα για έναν σοσιαλδημοκράτη υποψήφιο να περάσει στον δεύτερο γύρο», δήλωσε ο Αντρέ Βαλλινί, πρώην υφυπουργός επί προεδρίας Ολάντ, ο οποίος παραμένει κοντά στον πρώην Γάλλο ηγέτη.
«Πιστεύω ότι είναι ο καλύτερος υποψήφιος», πρόσθεσε ο Βαλλινί, επισημαίνοντας την εμπειρία του Ολάντ στη διαχείριση κρίσεων, όπως το κύμα τρομοκρατικών επιθέσεων που έπληξε τη Γαλλία το 2015, καθώς και τις επαφές του με ξένους ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου του Ρώσου Προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν.
Έλλειψη νοσταλγίας και ιδεολογικά ρήγματα
Ο Βαλλινί, ωστόσο, αποτελεί μειοψηφία. Η πιθανή υποψηφιότητα Ολάντ δεν προκαλεί ιδιαίτερο ενθουσιασμό στους σοσιαλιστικούς κύκλους.
Ένα πρωτοκλασάτο στέλεχος του κόμματος, που μίλησε υπό το καθεστώς της ανωνυμίας για να εκφραστεί ελεύθερα, δήλωσε: «Δεν πιστεύω στην επιστροφή του Ολάντ. Οι επιστροφές είναι δύσκολες. Και δεν είναι ότι υπάρχει και καμία ιδιαίτερη νοσταλγία».
Ένα άλλο κομματικό στέλεχος, που επίσης διατήρησε την ανωνυμία του, ανέφερε στο Politico ότι εξακολουθεί να μην είναι δημοφιλές το να συνδέεται κανείς δημόσια με τον πρώην πρόεδρο, δεδομένου του πόσο πολύ βάρυνε το κεντροαριστερό κόμμα η τραγική του δημοτικότητα (4%) στα χρόνια που ακολούθησαν την αποχώρησή του από το Μέγαρο των Ηλυσίων.
Η απογοητευτική εμφάνιση των Σοσιαλιστών στις τελευταίες προεδρικές εκλογές, όπου η πρώην δήμαρχος του Παρισιού, Αν Ινταλγκό, έλαβε λιγότερο από 2%, ανάγκασε το κόμμα να ενταχθεί σε μια ευρεία αριστερή συμμαχία με πιο ριζοσπαστικές δυνάμεις, όπως το κίνημα «Ανυπότακτη Γαλλία» του Ζαν-Λυκ Μελανσόν.
Σήμερα, το κόμμα παραμένει διχασμένο για το αν πρέπει να συνεχίσει τη συνεργασία με την υπόλοιπη Αριστερά.
Ο νυν ηγέτης των Σοσιαλιστών, Ολιβιέ Φορ, επιθυμεί τη συμμετοχή σε μια ανοιχτή προκριματική διαδικασία για να αποφευχθεί η διάσπαση των ψήφων, αυξάνοντας τις πιθανότητες της Αριστεράς να φτάσει στον δεύτερο γύρο, πιθανότατα απέναντι στον Ζορντάν Μπαρντελά ή τη Μαρίν Λεπέν του «RN».
Η πρόταση αυτή βρίσκει αντίθετα μεγάλα τμήματα του κόμματος —συμπεριλαμβανομένου του Ολάντ— που επιμένουν ότι οι Σοσιαλιστές πρέπει να κατεβάσουν δικό τους αυτόνομο υποψήφιο.
Τον περασμένο μήνα, περίπου το ένα τρίτο της ηγεσίας του κόμματος παραιτήθηκε από τα εσωτερικά του όργανα ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την έλλειψη εσωκομματικής δημοκρατίας.
Ορισμένα μέλη προκρίνουν τη στήριξη του κεντροαριστερού ευρωβουλευτή Ραφαέλ Γκλυκσμάν, ο οποίος αν και δεν είναι επίσημα μέλος του κόμματος, εμφανίζεται δημοσκοπικά ως ο ισχυρότερος διεκδικητής της Κεντροαριστεράς.
Η νέα γενιά και η σύγκρουση για την οικονομία
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με το Politico, μια νέα γενιά Σοσιαλιστών θέλει να στρέψει το κόμμα ακόμα πιο αριστερά.
Πρόσφατα, το κόμμα παρουσίασε το «πρόγραμμα για τον 21ο αιώνα», το οποίο ζητά «ριζοσπαστικές πολιτικές δικαιοσύνης στη φορολογία», μείωση των ορίων συνταξιοδότησης και αύξηση του κατώτατου μισθού.
«Πιστεύουμε ότι η εποχή της σοσιαλδημοκρατίας είναι πίσω μας, επειδή ο κόσμος που τη γέννησε δεν υπάρχει πλέον», δήλωσε σε συνέντευξη τύπου η ευρωβουλευτής Χλόη Ριντέλ, η οποία βοήθησε στη σύνταξη του κειμένου.
Ο Ολάντ διαφωνεί κάθετα.
Ο πρώην πρόεδρος, που δηλώνει περήφανα σοσιαλδημοκράτης, διαφοροποιήθηκε από την κομματική γραμμή για τη μείωση των ορίων συνταξιοδότησης και επέμεινε στην ανάγκη να ξεπεραστούν οι «εύκολες πολιτικές».
«Όλοι θέλουν να αυξηθεί ο κατώτατος μισθός, αλλά υπάρχουν οικονομικές προϋποθέσεις που πρέπει να γίνουν σεβαστές», δήλωσε στη γαλλική δημόσια τηλεόραση.
Το κρίσιμο ερώτημα για την υποψηφιότητα του Ολάντ παραμένει ο χρόνος. Εάν δεν αναδειχθεί μια άλλη ισχυρή κεντροαριστερή υποψηφιότητα, μια μη δημοφιλής αλλά ευρέως γνωστή και έμπειρη φιγούρα ίσως αποδειχθεί το ισχυρότερο χαρτί σε μια κατά τα άλλα αδύναμη παρτίδα.
«Τον Δεκέμβριο πρέπει να ανακοινωθούν οι υποψηφιότητες, και τον Ιανουάριο ή τον Φεβρουάριο αναδεικνύεται η ισχυρότερη», δήλωσε ο Ολάντ. «Όλα όσα προηγούνται είναι απλώς προετοιμασία».
