Φανταστείτε τη σκηνή: Ένας διαρρήκτης εισβάλλει σε ένα σπίτι, φοράει γάντια για να μη φανεί κανένα αποτύπωμα και, φεύγοντας, καθαρίζει σχολαστικά κάθε επιφάνεια που άγγιξε. Πιστεύει ότι έχει διαπράξει το τέλειο έγκλημα. Κι όμως, οι αρχές καταφέρνουν να τον ταυτοποιήσουν. Πώς; Όχι από κάτι που άγγιξε, αλλά από τον ίδιο τον αέρα που ανέπνευσε.
Μέχρι σήμερα, η επιστημονική φαντασία μάς είχε συνηθίσει σε αδιανόητα τεχνολογικά επιτεύγματα, όμως η πραγματικότητα έρχεται πλέον να την ξεπεράσει. Μια επαναστατική επιστημονική ανακάλυψη υπόσχεται να αλλάξει ριζικά τον τρόπο που εξιχνιάζονται τα εγκλήματα παγκοσμίως, μετατρέποντας την ίδια την ατμόσφαιρα ενός δωματίου στον πιο αδιάψευστο μάρτυρα.
Μια διεθνής ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής Νορβηγούς ειδικούς από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Όσλο, έδειξε ότι οι μελλοντικοί ιατροδικαστές και ερευνητές σκηνών εγκλήματος θα μπορούσαν σύντομα να συλλέγουν από τον αέρα το DNA που αφήνουν πίσω τους οι δράστες διαρρήξεων.
Η ερευνητική ομάδα επεσήμανε ότι οι περιβαλλοντικές συνθήκες επηρέασαν την ποιότητα των αποτελεσμάτων. Ωστόσο, οι προσομοιώσεις διαρρήξεων που πραγματοποίησαν έδειξαν επιτυχή ιατροδικαστική συλλογή αερομεταφερόμενου DNA, ακόμη και στην περίπτωση που ο επίδοξος κλέφτης είχε καθαρίσει τον χώρο μετά την πράξη του.
Αν και οι διωκτικές αρχές δεν διαθέτουν ακόμη αυτή την τεχνολογία, η ομάδα δήλωσε ότι οι βελτιώσεις που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους ερευνητές να ανασυνθέσουν μια σκηνή εγκλήματος όταν τα πιο παραδοσιακά αποδεικτικά στοιχεία έχουν καταστραφεί ή λείπουν.
Αερομεταφερόμενο DNA: Κανένας δράστης δεν είναι πλέον στο απυρόβλητο
Σύμφωνα με ανακοίνωση για την παρουσίαση της έρευνας, οι ιατροδικαστικοί επιστήμονες εξερευνούν ήδη τα ίχνη DNA που αφήνονται σε σκηνές εγκλήματος όπου οι υποθέσεις «στερούνται βιολογικών ιχνών». Αυτά τα μικροσκοπικά κομμάτια βιολογικού υλικού, τα οποία ονομάζονται περιβαλλοντικό DNA (eDNA), μπορούν να προσκολληθούν στη σκόνη ή σε άλλες επιφάνειες για αρκετό διάστημα, ώστε οι ερευνητές της σκηνής του εγκλήματος να τα συλλέξουν για εργαστηριακή ανάλυση.
Στη νέα μελέτη, η ομάδα εξέτασε την πιθανότητα συλλογής αποδεικτικών στοιχείων DNA που αφήνουν πίσω τους οι εισβολείς απευθείας από τον αέρα. Οι ερευνητές ανέφεραν ότι τέτοιου είδους στοιχεία θα μπορούσαν να αποδειχθούν ζωτικής σημασίας για τη διερεύνηση εγκλημάτων διάρρηξης και εισβολής σε σπίτια, καθώς αυτά, από τη φύση τους, διαρκούν συνήθως πολύ λίγο.
Ο συντάκτης της μελέτης, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Flinders και ιατροδικαστικός επιστήμονας Dr. Duncan Taylor, εξήγησε ότι τα παραδοσιακά αποδεικτικά στοιχεία DNA ενδέχεται να απουσιάζουν, να βρίσκονται σε χαμηλές ποσότητες, να έχουν αλλοιωθεί ή να έχουν αναμειχθεί με άλλα οργανικά ή βιολογικά υλικά. Το πρόβλημα αυτό μπορεί να γίνει ακόμα πιο έντονο εξαιτίας των προσπαθειών ενός διαρρήκτη να καλύψει τα ίχνη του, όπως το να φοράει γάντια ή άλλα προστατευτικά ρούχα, ή να καθαρίζει τον χώρο.

Ωστόσο, σύμφωνα με την Dr. Mariya Goray, ανώτερη λέκτορα Ιατροδικαστικής Επιστήμημης στο Πανεπιστήμιο Flinders, το ανθρώπινο περιβαλλοντικό DNA (eDNA) μπορεί να συσσωρευτεί σε μια σκηνή εγκλήματος μέσω της παθητικής αποβολής κυττάρων και της διάχυσης στο περιβάλλον.
Αυτό περιλαμβάνει την εναπόθεση ιχνών DNA σε αερομεταφερόμενα σωματίδια και στη σκόνη, «όπου μπορεί να παραμείνει παρά τις προσπάθειες καθαρισμού».
Η τεχνολογία που βοηθά τους ιατροδικαστές να «δουν» τι συνέβη στο χώρο
Για να δοκιμάσει αυτή την ιδέα στην πράξη, η επικεφαλής της μελέτης Dr. Chiara Fantinato, από το Τμήμα Ιατροδικαστικών Επιστημών του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Όσλο, πραγματοποίησε μια σειρά από «προσομοιωμένες» διαρρήξεις και εισβολές σε σπίτια. Προκειμένου να επιτευχθούν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα σε πραγματικές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένης της ύπαρξης περιβαλλοντικού DNA (eDNA) από τους ίδιους τους ενοίκους, κάθε 15λεπτη εικονική διάρρηξη πραγματοποιήθηκε σε 22 πραγματικά νοικοκυριά στο Όσλο και την Αυστραλία.
Συνεργαζόμενη με επιστήμονες από το Εργαστήριο Ιατροδικαστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Flinders και τις Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες της Αστυνομίας της Βικτώρια, η ομάδα ανέλυσε τα δείγματα αέρα αναζητώντας στοιχεία για τους εθελοντές «διαρρήκτες». Σύμφωνα με την ομάδα, αυτά τα αρχικά πειράματα σημείωσαν «ποικίλους βαθμούς επιτυχίας» στην ταυτοποίηση του εισβολέα.
«Η μελέτη διαπίστωσε ότι, όταν συνδυάζεται με το περιβαλλοντικό DNA (eDNA) από τη σκόνη και τις επιφάνειες, το αερομεταφερόμενο DNA μπορεί να συμβάλει στην ανασύνθεση των πρόσφατων και των παλαιότερων μοτίβων κατοίκησης ενός χώρου», εξήγησαν. Οι μεγαλύτερες αποκλίσεις στα αποτελέσματα αποδόθηκαν σε διαφορές στη θερμοκρασία του αέρα, την υγρασία, τη σκόνη, το ήδη υπάρχον DNA στο νοικοκυριό, καθώς και σε «άλλους παράγοντες».
Η συντάκτρια της μελέτης και υποψήφια διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Flinders, Emily Bibbo, ανέφερε ότι οι αποκλίσεις αυτές αντανακλούσαν διαφορές στα μοτίβα κατοίκησης, στις «ικανότητες αποβολής» κυττάρων των ατόμων, καθώς και στις περιβαλλοντικές συνθήκες κατά τις προσομοιώσεις των διαρρήξεων.
Η ομάδα αξιολόγησε επίσης τις διαφορές που προέκυπταν όταν ο εικονικός διαρρήκτης προσπαθούσε να καθαρίσει τον χώρο μετά την πράξη του. Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι προσπάθειες καθαρισμού επηρέασαν μεν τα αποτελέσματα, αλλά όχι σε βαθμό που να κρύψουν εντελώς την ταυτότητα του επίδοξου εγκληματία.
Αυξάνεται η αξιοπιστία στην ανίχνευση του γενετικού αποτυπώματος των δραστών
Συζητώντας τα αποτελέσματα της μελέτης, οι συντάκτες της ανέφεραν ότι οι προσπάθειές τους να συλλέξουν το περιβαλλοντικό DNA (eDNA) του διαρρήκτη απευθείας από τον αέρα παρείχαν μια επιτυχημένη βάση ως απόδειξη αρχής (proof-of-concept) για «περαιτέρω έρευνα σχετικά με την ιατροδικαστική χρήση του ανθρώπινου αερομεταφερόμενου eDNA σε σκηνές εγκλήματος σε σπίτια».
Η κ. Bibbo ανέφερε ότι η περαιτέρω έρευνα θα μπορούσε να μετατρέψει τη συλλογή αερομεταφερόμενου eDNA σε ένα κρίσιμο εργαλείο για τους ιατροδικαστικούς επιστήμονες, σε περιπτώσεις όπου οι διαδικασίες στη σκηνή του εγκλήματος περιλαμβάνουν την «προσεκτική ερμηνεία του κινδύνου επιμόλυνσης, την παρουσία DNA των ενοίκων αλλά και άγνωστου παρασκηνιακού DNA, καθώς και άλλων περιβαλλοντικών επιδράσεων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ανάκτηση του αερομεταφερόμενου DNA».
Ο Dr. Roland van Oorschot από τις Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες της Αστυνομίας της Βικτώρια δήλωσε ότι οι μελλοντικές βελτιώσεις στη συλλογή eDNA από τον αέρα θα πρέπει να περιλαμβάνουν τυποποιημένες μεθόδους δειγματοληψίας και καθιερωμένες διαδικασίες ανάλυσης και ερμηνείας.
Ο Dr. van Oorschot πρόσθεσε ότι οι ερευνητές θα πρέπει να συνεχίσουν να εξερευνούν «περαιτέρω επικύρωση (validation) υπό συνθήκες μεγαλύτερης χρονικής καθυστέρησης μετά το συμβάν και σε ένα ευρύτερο φάσμα περιβαλλοντικών συνθηκών». «Αυτά τα βήματα θα βελτίωναν τη συλλογή αξιόπιστων αποτελεσμάτων για τα γενετικά προφίλ DNA που σχετίζονται με τον εισβολέα, τόσο σε οικιακά όσο και σε άλλα περιβάλλοντα», εξήγησε ο ερευνητής.
Τα ευρήματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Forensic Science International: Genetics.