Έπειτα από τα αλλεπάλληλα αιτήματα των συγγενών των θυμάτων της τραγωδίας στα Τέμπη, γίνεται τελικά δεκτό ένα από τα πλέον κρίσιμα, η δυνατότητα διενέργειας εξειδικευμένων εξετάσεων σε εργαστήρια του εξωτερικού όπως της Ολλανδίας και της Γερμανίας.
Της ΑΝΝΑΣ ΚΑΝΔΥΛΗ – ΠΗΓΗ: Realnews
Πρόκειται για εργαστήρια τα οποία ήδη έχουν υποδείξει κατόπιν έρευνας οι συγγενείς που έχουν προσφύγει ζητώντας τις εκταφές. Οπως εκτιμάται, τα εργαστήρια αυτά πληρούν όλες τις προϋποθέσεις ώστε να προχωρήσουν στις εξειδικευμένες εξετάσεις, από τις οποίες, σύμφωνα με τους συγγενείς, θα μπορέσουν να δοθούν απαντήσεις σε ερωτήματα που αφορούν την υπόθεση.
Η εξέλιξη αυτή, που έρχεται σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη συγκυρία για την πορεία της δικαστικής διερεύνησης των αιτιών σύγκρουσης των δύο τρένων, αποτυπώνεται στα βουλεύματα που εξέδωσε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας. Ετσι, ανοίγει ένας νέος κύκλος στην προσπάθεια της πλήρους διαλεύκανσης των αιτιών θανάτου των θυμάτων.
Η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου συνιστά ουσιαστικά δικαίωση των συγγενών, οι οποίοι επί μήνες επέμεναν ότι η επιστημονική διερεύνηση δεν μπορεί να περιορίζεται εντός των συνόρων της χώρας, ιδίως όταν τίθεται ζήτημα τεχνικών δυνατοτήτων. Με το σκεπτικό του το Συμβούλιο αποδέχεται τις προσφυγές κρίνοντας ότι όλες οι αναγκαίες εξετάσεις για την εξακρίβωση της ακριβούς αιτίας θανάτου, καθώς και η επιλογή των κατάλληλων εργαστηρίων, πρέπει να γίνουν χωρίς γεωγραφικούς περιορισμούς, είτε πρόκειται για την ημεδαπή είτε για την αλλοδαπή.
Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή διαδραμάτισαν από την αρχή της διαδικασίας κορυφαία πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας, τα οποία, με επίσημες επιστολές τους προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Λάρισας, κατέστησαν σαφές ότι οι εξειδικευμένες εξετάσεις που ζητούν οι συγγενείς δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν στην Ελλάδα, κυρίως λόγω έλλειψης του απαιτούμενου εξοπλισμού και της εξειδικευμένης τεχνογνωσίας.
Διεθνούς κύρους καθηγητής
Είναι ενδεικτικό ότι ήδη από τα τέλη Ιανουαρίου, όπως είχε αποκαλύψει η Realnews, ο καθηγητής Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του ΑΠΘ, Νικόλαος Ράικος, είχε απευθυνθεί στον διεθνούς κύρους καθηγητή Σάιμον Ελιοτ του King’s College στο Λονδίνο, ζητώντας τη συνδρομή του για την ανεύρεση διαπιστευμένου εργαστηρίου στο εξωτερικό. Το αίτημα αφορούσε την ανίχνευση πτητικών οργανικών διαλυτών σε βιολογικά δείγματα μετά από εκταφή.
Πρόκειται για μια εξαιρετικά απαιτητική διαδικασία, δεδομένου ότι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τριών ετών από την ταφή. Ακολούθησε μια νέα πρωτοβουλία, με επιστολή προς τον επίσης καταξιωμένο επιστήμονα Δημήτρη Γεροσταμούλο, διευθυντή του Εργαστηρίου Δικαστικών Επιστημών του Ινστιτούτου Ιατροδικαστικής της Βικτώρια στην Αυστραλία, με αντικείμενο και πάλι την αναζήτηση των κατάλληλων εργαστηρίων. Οι κινήσεις αυτές καταδεικνύουν ότι ήδη σε επιστημονικό επίπεδο είχε διαπιστωθεί η αδυναμία της εγχώριας υποδομής να ανταποκριθεί πλήρως στις απαιτήσεις της υπόθεσης.
Την εικόνα αυτή επιβεβαιώνουν και τα επίσημα έγγραφα των εργαστηρίων. Η διευθύντρια του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του ΑΠΘ, Λήδα Κοβάτση, σε έγγραφό της προς τις Αρχές, αναφέρει ρητά ότι το εργαστήριο δεν μπορεί να διενεργήσει κρίσιμες εξετάσεις, όπως ανίχνευση υδρογονανθράκων, υπολειμμάτων καύσης ή άλλων εύφλεκτων οργανικών ενώσεων, ούτε να επεξεργαστεί δείγματα εδάφους ή αερίων. Παράλληλα, επισημαίνεται αδυναμία και σε ιστολογικές εξετάσεις, καθώς και σε εξειδικευμένες αναλύσεις DNA σε δείγματα που προέρχονται από εκταφή, λόγω έλλειψης διαπίστευσης και εμπειρίας.
Αντίστοιχες επιφυλάξεις διατυπώνονται και από άλλους πραγματογνώμονες, οι οποίοι τονίζουν ότι η μακρά χρονική περίοδος ενταφιασμού δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες, καθώς δεν είναι εκ των προτέρων γνωστή η κατάσταση των σορών ή η διαθεσιμότητα κατάλληλου υλικού για ανάλυση. Σε αυτό το πλαίσιο, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας κλήθηκε να επιλύσει τη διαφωνία που είχε προκύψει μεταξύ συγγενών θυμάτων και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λάρισας. Η τελευταία, με μεταγενέστερη παραγγελία της, είχε περιορίσει τις εξετάσεις μόνο σε εκείνες που μπορούν να πραγματοποιηθούν εντός της χώρας, χωρίς ωστόσο, όπως επισημαίνεται στα βουλεύματα, να αιτιολογείται επιστημονικά ο περιορισμός αυτός.
Οι δικαστές εντοπίζουν σαφή αντίφαση ανάμεσα στις αρχικές εισαγγελικές παραγγελίες, που άφηναν ανοιχτό το ενδεχόμενο για κάθε αναγκαία εξέταση, και στη μεταγενέστερη απόφαση του γεωγραφικού περιορισμού. Επιπλέον, υπογραμμίζουν ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει πως οι εξετάσεις που μπορούν να γίνουν μόνο στην Ελλάδα επαρκούν για την πλήρη διακρίβωση της αιτίας θανάτου.
Το σκεπτικό των δικαστών
Υπό το πρίσμα αυτό, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας αποφαίνεται υπέρ των προσφευγόντων, κρίνοντας ότι ο περιορισμός σε εγχώρια εργαστήρια ήταν αναιτιολόγητος.
«Παρά το ότι η εισαγγελέας Πρωτοδικών Λάρισας αναγράφει ότι οι παραγγελθείσες από την ίδια εξετάσεις “…είναι πρόσθετες και θα διενεργηθούν σωρευτικά, πέραν εκείνων που έχουν ζητηθεί από συγγενείς θυμάτων…”, περιορίζει εντέλει τη διενέργεια μόνο εκείνων που μπορούν να διενεργηθούν σε εργαστήρια της ημεδαπής. Η αναφορά της όμως αυτή έρχεται σε αντίφαση με τις ανωτέρω αναφερθείσες παραγγελίες της, καθώς από κανένα ευρισκόμενο στη δικογραφία έγγραφο, άλλα ούτε και από υπόδειξη του πραγματογνώμονα, προκύπτει ότι από τις εξετάσεις που τυχόν διενεργηθούν μόνο σε εργαστήρια της ημεδαπής θα αποδειχθεί το ζητούμενο της δικογραφίας, το οποίο είναι η εξακρίβωση της αιτίας θανάτου…», επισημαίνεται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας.
Συνεπώς, σημειώνουν οι δικαστές, «αναιτιολόγητα περιορίζεται η διενέργεια των ζητηθέντων εξετάσεων μόνο σε εργαστήρια εντός της ελληνικής επικράτειας».
Ταυτόχρονα, αποσαφηνίζεται ότι αρμόδιος για τον καθορισμό των αναγκαίων εξετάσεων και την επιλογή των κατάλληλων εργαστηρίων είναι ο διορισθείς πραγματογνώμονας, ο οποίος διαθέτει την απαιτούμενη επιστημονική γνώση. «Πρέπει κατ’ αρχάς να επισημανθεί ότι η επιλογή του κατάλληλου φορέα ή προσώπου για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του προσώπου που διατάσσει την πραγματογνωμοσύνη, το οποίο είναι και το μόνο αρμόδιο για τον διορισμό του πραγματογνώμονα και, εν προκειμένω, της εισαγγελέως Πρωτοδικών Λάρισας, η οποία και προέβη στον σχετικό διορισμό. Περαιτέρω, αναφορικά με το είδος, τους όρους εκτέλεσης και το εύρος όλων των απαιτούμενων εξετάσεων που είναι αναγκαίο να διεξαχθούν για την εύρεση των ακριβών αιτιών θανάτου, τούτα θα πρέπει να υποδειχθούν από τον ορισθέντα πραγματογνώμονα, ως έχοντα τις ειδικές επιστημονικές γνώσεις για τα εν λόγω θέματα, τις οποίες δεν διαθέτει το Συμβούλιο τούτο, αλλά ούτε και η εισαγγελέας Πρωτοδικών Λάρισας, η οποία παρήγγειλε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης», αναφέρουν τα βουλεύματα.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται, δε, και στη διαδικαστική σειρά των ενεργειών που πρέπει να γίνουν. Οπως επισημαίνεται, προηγείται η ανεύρεση των κατάλληλων εργαστηρίων και ακολουθούν η εκταφή και η δειγματοληψία, ώστε να διασφαλιστεί ότι το υλικό θα αξιοποιηθεί με τον πλέον κατάλληλο τρόπο.
Επανεκκίνηση
Την ίδια ώρα, η κύρια δίκη για την τραγωδία των Τεμπών συνεχίζεται στις 27 και 28 Απριλίου, με το ενδιαφέρον να στρέφεται πλέον και στη στάση του ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, σύμφωνα με όσα δηλώθηκαν στην τελευταία συνεδρίαση, προτίθεται να παραστεί προς υποστήριξη της κατηγορίας. Πρόκειται για μια εξέλιξη με ιδιαίτερη νομική και συμβολική βαρύτητα, καθώς, όπως επισημαίνουν νομικοί, η παρουσία του Δημοσίου σε τέτοια διαδικασία δεν είναι τυπική, αλλά μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά το κατηγορητήριο, ιδίως σε ό,τι αφορά την ανάδειξη ευθυνών που συνδέονται με τη λειτουργία κρατικών μηχανισμών.
Ωστόσο, οι ίδιοι κύκλοι σημειώνουν ότι εγείρονται ερωτήματα, καθώς η πρόθεση του Δημοσίου δεν εκδηλώθηκε από την αρχή της διαδικασίας, αλλά μετά την πρώτη απόφαση αστικού δικαστηρίου που καταλόγισε ευθύνες σε κρατικούς φορείς για την τραγωδία, επιδικάζοντας σε συγγενείς θύματος υψηλή αποζημίωση για ηθική βλάβη και ψυχική οδύνη. Ενδεχομένως, λένε, η κίνηση αυτή να μην είναι «αθώα», καθώς σε άλλη δίκη για σκέλος της υπόθεσης των Τεμπών το Δημόσιο παρίσταται προς υποστήριξη κατηγορούμενων κρατικών υπαλλήλων. Οπως εξηγούν, ίσως στο μέλλον, εφόσον υπάρχουν καταδίκες μετά την ολοκλήρωση της κύριας δίκης, να στραφεί κατά κατηγορουμένων απαιτώντας με τη σειρά του αποζημιώσεις για παραλείψεις τους.
