Ο φόβος εργαλειοποίησης μετά την απόφαση για το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Το σχέδιο έκτακτης ανάγκης με εμπλοκή του στρατού, αναστολή ασύλου και άμεσες επιστροφές. Ο κρίσιμος μήνας και η προετοιμασία για την άνοιξη.
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΥΚΟΥΡΕΝΤΖΟΥ – ΠΗΓΗ: Realnews
Ένα νέο μέτωπο στο μεταναστευτικό φοβάται η κυβέρνηση μετά την απόφαση της Βουλής της ανατολικής Λιβύης για το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Ο προβληματισμός της Αθήνας για το ενδεχόμενο εργαλειοποίησης των μεταναστευτικών ροών προς την Κρήτη είναι έντονος. Η επιδείνωση των σχέσεων με την πλευρά Χαφτάρ προκαλεί πλέον ανησυχία για μια νέα μεταναστευτική κρίση, με το κυβερνητικό επιτελείο να επεξεργάζεται ήδη σχέδιο έκτακτης ανάγκης, το οποίο περιλαμβάνει ακόμη και εμπλοκή των Ενόπλων Δυνάμεων, αναστολή ασύλου και άμεσες επιστροφές.
Για την Αθήνα, οι δύο βασικές εκκρεμότητες στις σχέσεις με την ανατολική Λιβύη, ήταν η αποτροπή της απόφασης για το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η συνεργασία στο μεταναστευτικό. Μάλιστα, τα δύο ζητήματα συνδέονταν άμεσα, καθώς η διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας με την οικογένεια Χαφτάρ εξυπηρετούσε και τις δύο επιδιώξεις.
Δεν θεωρείται τυχαίο ότι η καλύτερη περίοδος συνεργασίας με τις λιβυκές Αρχές καταγράφηκε από τα μέσα Ιουνίου έως τα τέλη Ιουλίου, μετά την επίσκεψη στην Αθήνα του γιου του Χαλίφα Χαφτάρ. Από τον Αύγουστο, ωστόσο, οι μεταναστευτικές αφίξεις άρχισαν να αυξάνονται, με την κορύφωση να καταγράφεται τον Οκτώβριο, κατά τον οποίο οι ροές έχουν ήδη ξεπεράσει τις 3.000.
Η απόφαση της Βεγγάζης επιβαρύνει περαιτέρω το διπλωματικό κλίμα, περιορίζοντας τα περιθώρια συνεννόησης με όποιες συνέπειες μπορεί να φέρει αυτό και στο μεταναστευτικό. Ο μεγαλύτερος φόβος είναι μήπως η Λιβύη, ιδιαίτερα εάν βρεθεί αντιμέτωπη με ευρωπαϊκές πιέσεις ή την απειλή κυρώσεων, επιλέξει να αυξήσει τις μεταναστευτικές αναχωρήσεις ως μέσο πίεσης προς την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η συγκεκριμένη ανησυχία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς οι ελληνικές Αρχές γνωρίζουν ότι ο αποτελεσματικός περιορισμός των αναχωρήσεων προϋποθέτει συνεργασία με τις αντίστοιχες λιβυκές. Η απουσία συνεννόησης δυσχεραίνει τον έλεγχο των κυκλωμάτων διακίνησης, ενώ ενδεχόμενη πολιτική απόφαση της λιβυκής πλευράς να χαλαρώσει την επιτήρηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε πρόσθετη πίεση προς την Κρήτη και τη Γαύδο. Γι’ αυτό και η Αθήνα επιχειρεί να διαχωρίσει, όσο είναι εφικτό, τη διπλωματική αντιπαράθεση για το μνημόνιο από την αναγκαία συνεργασία στο μεταναστευτικό.
Το σχέδιο των δύο ταχυτήτων
Σύμφωνα με πληροφορίες, η κυβέρνηση επεξεργάζεται σχέδιο με δύο χρονικούς ορίζοντες. Ο πρώτος αφορά τις επόμενες εβδομάδες μέχρι την έναρξη του χειμώνα, όταν οι καιρικές συνθήκες αναμένεται να καταστήσουν εξαιρετικά δύσκολες τις θαλάσσιες διελεύσεις. Ο δεύτερος αφορά την άνοιξη, όταν η βελτίωση του καιρού θα επιτρέψει εκ νέου τη μαζικότερη δράση των διακινητών.
Για το αμέσως επόμενο διάστημα εξετάζονται δύο σενάρια. Εφόσον οι ροές παραμείνουν υψηλές αλλά διαχειρίσιμες, προβλέπονται ενίσχυση των δομών στην Κρήτη, αυξημένη επιτήρηση και διπλωματική πίεση προς τη Λιβύη. Εάν, όμως, οι αφίξεις αυξηθούν απότομα, στο τραπέζι βρίσκονται δραστικότερα μέτρα: εμπλοκή του στρατού, εντολή στο Λιμενικό για πιο ενεργητική αποτροπή, εντός των νόμιμων αρμοδιοτήτων του, και προσωρινή αναστολή υποβολής αιτήσεων ασύλου όπως είχε γίνει και πέρυσι τον Ιούλιο με τροπολογία.
Στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται επίσης η άμεση επιστροφή μεταναστών από την Κρήτη, χωρίς μεταφορά στην ενδοχώρα, ακόμη και ανεξαρτήτως της συνδρομής προϋποθέσεων ασύλου, επιλογή που πάντως εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο προστασίας των προσφύγων.
Πρόκειται ουσιαστικά για επαναφορά του μοντέλου που εφαρμόστηκε τον Ιούλιο του 2025, όταν η κυβέρνηση ενεργοποίησε έκτακτα μέτρα και στη συνέχεια καταγράφηκε αισθητή μείωση των αφίξεων. Η Αθήνα εξετάζει έτσι την πρόωρη ενεργοποίηση της λογικής του έκτακτου ευρωπαϊκού μηχανισμού αντιμετώπισης μεταναστευτικών κρίσεων που έχει εισηγηθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης και του οποίου η δημιουργία έχει γίνει κατ’ αρχήν αποδεκτή πριν από την πλήρη θεσμοθέτησή του.
Η προετοιμασία έχει ήδη αρχίσει. Σύμφωνα με πληροφορίες, το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου έχει δώσει εντολή να μεταφερθούν στην Κρήτη σκηνές και να τεθεί άμεσα σε λειτουργία η δομή στους Αθανάτους Ηρακλείου, ακόμη και αν δεν έχουν ολοκληρωθεί όλες οι εργασίες.
Παράλληλα, εξετάζεται κεντρικός συντονισμός τεσσάρων υπουργείων: Μετανάστευσης, Ναυτιλίας, Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο Λιμενικό για την επιτήρηση και την αποτροπή, στις Ένοπλες Δυνάμεις για ενδεχόμενη επιχειρησιακή συνδρομή και στο υπουργείο Εξωτερικών για τη διπλωματική διαχείριση.
Στο τελευταίο σκέλος εντάσσεται και το αίτημα της Αθήνας προς την Αίγυπτο για αυξημένη επιτήρηση των συνόρων της με τη Λιβύη, με το Κάιρο, σύμφωνα με πληροφορίες, να έχει δεσμευτεί ότι θα ανταποκριθεί.
Επιτάχυνση των επιστροφών
Καθοριστικό ρόλο στον κυβερνητικό σχεδιασμό διαδραματίζει η αύξηση των επιστροφών όσων δεν δικαιούνται διεθνή προστασία, καθώς εκτιμάται ότι θα λειτουργήσει αποτρεπτικά για νέες αφίξεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσεται η πρόσφατη επίσκεψη του υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνου Πλεύρη στη Λέρο και στην Κω, όπου συνομίλησε προσωπικά με μετανάστες των οποίων οι αιτήσεις ασύλου είχαν απορριφθεί, ενημερώνοντάς τους ότι δεν δικαιούνται παραμονή στην Ελλάδα και ότι θα παραμείνουν υπό κράτηση, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, μέχρι την επιστροφή τους.
Πρόκειται κυρίως για υπηκόους Μπανγκλαντές, με περισσότερους από 100 να έχουν ήδη ταυτοποιηθεί από την πρεσβεία της χώρας τους. Για τις επόμενες εβδομάδες προετοιμάζονται τρεις ναυλωμένες πτήσεις επαναπατρισμού.
Οι ροές των επόμενων ημερών θα καθορίσουν ποιες αποφάσεις θα ληφθούν και ποια μέτρα θα ενεργοποιηθούν. Παράλληλα, η εξέλιξη της κατάστασης θα αποτελέσει τη βάση για το σχέδιο της άνοιξης, όταν οι καιρικές συνθήκες δεν θα αποτελούν πλέον σύμμαχο.
Στην κυβέρνηση δεν αποκλείουν πάντως και ένα αισιόδοξο σενάριο: η Λιβύη, έχοντας προχωρήσει στην απόφαση για το μνημόνιο, να επιδιώξει να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους με την Ελλάδα, προσφέροντας μεγαλύτερη συνεργασία στο μεταναστευτικό.
Ωστόσο, στην Αθήνα προετοιμάζονται για το δυσμενέστερο ενδεχόμενο, ακόμη και αν τελικά δεν χρειαστεί να ενεργοποιηθεί το σχέδιο έκτακτης ανάγκης.