Με τις καταθέσεις επιβατών του τρίτου βαγονιού συνεχίστηκε σήμερα Τετάρτη (4/11) η δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας.
Τέσσερις φίλες που ταξίδευαν μαζί περιέγραψαν τις εφιαλτικές στιγμές της σύγκρουσης, τη φωτιά, την αποπνικτική ατμόσφαιρα και την προσπάθειά τους να εγκαταλείψουν το βαγόνι. Συγκλονιστικές οι περιγραφές τους για όσα έζησαν, με τις μαρτυρίες να αποτυπώνουν τον τρόμο που επικράτησε αμέσως μετά τη σύγκρουση.
Οι καταθέσεις των επιβατών του τρίτου βαγονιού βρέθηκαν στο επίκεντρο της σημερινής συνεδρίασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, στη δίκη για την τραγωδία των Τεμπών. Πρώτες ανέβηκαν στο βήμα του μάρτυρα τέσσερις φίλες, οι οποίες επέβαιναν στην ίδια αμαξοστοιχία και περιέγραψαν με λεπτομέρειες τις δραματικές στιγμές που ακολούθησαν τη σύγκρουση.
Η Ευλαμπία Τζικοπούλου ήταν η πρώτη που κατέθεσε, μεταφέροντας στο δικαστήριο την εικόνα που επικράτησε μέσα στο τρένο τη στιγμή του δυστυχήματος.
«Ξαφνικά νιώθω ένα απότομο φρενάρισμα, ένα έντονο σύρσιμο. Σε δευτερόλεπτα επικράτησε χάος. Ένιωθα να στροβιλίζομαι, προσπαθούσα να κρατηθώ από τη θέση μου. Σε κάθε τράνταγμα χτυπούσα δεξιά, αριστερά. Πετάγονταν θραύσματα από παντού. Θυμάμαι ένα τεράστιο κύμα θερμότητας στο πρόσωπό μου. Ένιωθα ότι θα πεθάνω εκείνη τη στιγμή. Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα, η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ακολούθησε η κατάθεση της αδελφής της, Πολυξένης Τζικοπούλου, η οποία περιέγραψε τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, τον τραυματισμό της και τις συνθήκες που αντίκρισε όταν συνήλθε.
«Νιώθω ένα έντονο τράνταγμα, ένα δυνατό ήχο. Έβαλα τα χέρια μου στο κεφάλι της αδερφής μου. Το πόδι μου είχε σφηνώσει στη λαμαρίνα και το τραπεζάκι. Με το που άνοιξα τα μάτια μου ήταν ένα άλλο σκηνικό εντελώς. Ήταν σαν συμπιεσμένη μάζα, δεν ήταν βαγόνι. Είχε αφόρητη ζέστη, μια άσχημη μυρωδιά που μας έκαιγε τον λαιμό. Το πιο έντονο που θυμάμαι είναι πόσο ασφυκτική ήταν η μυρωδιά. Θυμάμαι ότι καιγόταν ο λαιμός μας», κατέθεσε.
«Ήρθε μια κοπέλα και μου είπε αν δεν βγεις θα πεθάνουμε»
Στη συνέχεια κατέθεσε η Στυλιανή – Μαρία Πλατσά, η οποία θυμήθηκε ότι λίγο πριν από τη σύγκρουση είχε αποκοιμηθεί στη θέση της. Όπως περιέγραψε, αντιλήφθηκε ότι το τρένο έβγαινε από τις ράγες, ενώ αμέσως μετά άκουσε φωνές και είδε τη φωτιά να βρίσκεται κοντά στο βαγόνι.
«Κάπως ψιλοκοιμόμουνα, είχα κλείσει τα μάτια μου όταν μετά από λίγα λεπτά ένιωσα σα να βγαίνουμε έξω από τις ράγες. Άκουγα πολλές φωνές. Η φωτιά ήταν κοντά μας. Ήταν δύσκολο να κινηθούμε στο βαγόνι. Εγώ έπαθα μια κρίση πανικού και έμεινα απλά εκεί πέρα. Ήρθε μια κοπέλα και μου είπε αν δεν βγεις θα πεθάνουμε», ανέφερε στην κατάθεσή της.
Τελευταία από τις τέσσερις φίλες κατέθεσε η Βηθλεέμ Κουσίδου, η οποία περιέγραψε την ένταση της σύγκρουσης, την εκτίναξή της από τη θέση της και τις κραυγές που ακούγονταν μέσα στο τρένο.
«Αισθάνθηκα ένα τράνταγμα που γινόταν όλο και πιο έντονο και δεν σταματούσε. Εκτινάχθηκα από τη θέση μου και έπεσα σε ένα αγόρι που ήταν απέναντι μου. Άκουγα κραυγές ανθρώπων και το κλάμα ενός μωρού. Έβλεπα έντονη φωτιά», κατέθεσε.
Η έξοδος από το σπασμένο παράθυρο και η μεταφορά στο ΑΧΕΠΑ
Και οι τέσσερις γυναίκες περιέγραψαν ότι κατάφεραν να βγουν από το τρίτο βαγόνι χρησιμοποιώντας ένα σπασμένο παράθυρο. Αφού έφτασαν στον δρόμο, μεταφέρθηκαν με λεωφορείο στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια, μαζί με τους συγγενείς τους, πήγαν στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, όπου νοσηλεύτηκαν για ορισμένες ημέρες.
Κατά τη διάρκεια των καταθέσεών τους αναφέρθηκαν και στη στάση που έκανε η αμαξοστοιχία λίγο μετά την αναχώρησή της από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Λάρισας. Όπως υποστήριξαν, το τρένο σταμάτησε για λίγα λεπτά στη «μέση του πουθενά».
Παράλληλα, οι τέσσερις επιβάτιδες αναφέρθηκαν σε μια έντονη οσμή που αντιλήφθηκαν, χωρίς να μπορούν να προσδιορίσουν από πού προερχόταν. Όπως κατέθεσαν, η ίδια μυρωδιά είχε παραμείνει και στις αποσκευές και στα ρούχα τους.
Η διαδικασία των καταθέσεων των επιβατών βρίσκεται σε εξέλιξη, με το δικαστήριο να συνεχίζει την εξέταση των μαρτύρων που επέζησαν από τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών.