Κίνηση – ματ η γαλλική συμμετοχή.
Του ΠΑΝΑΓΗ ΓΑΛΙΑΤΣΑΤΟΥ – ΠΗΓΗ: Realnews
«Αν η Ελλάδα απειληθεί θα είμαστε εδώ», είχε δηλώσει ο Εμανουέλ Μακρόν το απόγευμα της 24ης Απρίλιου στη συζήτηση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη στη Ρωμαϊκή Αγορά. Οι Τούρκοι είχαν ενοχληθεί πολύ τότε από την επίσκεψη του Γάλλου Προέδρου στην Αθήνα και την ανανέωση της ελληνογαλλικής αμυντικής συμφωνίας. Δικαίως όπως αντιλαμβάνεται κανείς μετά τις ανακοινώσεις στο Μέγαρο Μαξίμου την περασμένη Τετάρτη, καθώς η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο.
Οι αποφάσεις για τη συμμετοχή του γαλλικού επενδυτικού κολοσσού Meridiam με 66% στην Great Sea Interconnector (GSI), τον φορέα του έργου, και η τριμερής συμφωνία ανάμεσα στη Meridiam, τη γαλλική Nexans (την εταιρεία που κατασκευάζει το καλώδιο που θα ποντιστεί ανάμεσα σε Ελλάδα και Κύπρο) και τον ΑΔΜΗΕ (ως την περασμένη Τετάρτη κύριο μέτοχο του έργου) δείχνουν ότι η υλοποίηση του έργου της ηλεκτρικής διασύνδεσης θα επιταχυνθεί άμεσα, όπως άλλωστε δήλωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στο Μέγαρο Μαξίμου. Αυτό συνάγεται και από την τριμερή συμφωνία που θα υπογράψουν η Meridiam, η Nexans και ο ΑΔΜΗΕ για τη διενέργεια των θαλάσσιων ερευνών βυθού που είναι απαραίτητες για την υλοποίηση του έργου. Σύμφωνα με πληροφορίες της Realnews, οι προετοιμασίες θα τρέξουν τώρα με γοργούς ρυθμούς, ώστε όλα να είναι έτοιμα, να ναυλωθούν και να επιστρέψουν ξανά στο πεδίο τα ερευνητικά πλοία και οι έρευνες να ξεκινήσουν ακόμα και μέσα στον Σεπτέμβριο.
Ράπισμα
Οι εξελίξεις αυτές αλλάζουν τους όρους του παιχνιδιού και αποτελούν ράπισμα για την Τουρκία, η οποία είχε θεωρήσει ότι η παρεμπόδιση του συγκεκριμένου έργου ήταν ο ενδεδειγμένος τρόπος για να κατοχυρώσει την ισχύ του ιδεολογήματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» στην ανατολική Μεσόγειο. Είναι ενδεικτικό ότι την πρώτη φορά, στις 23 Ιουλίου του 2024, όταν οι Τούρκοι παρενόχλησαν με πέντε πολεμικά πλοία το πλοίο «Ιevoli Relume» που διενεργούσε έρευνες βυθού ανοιχτά της Κάσου, το έκαναν εντός ελληνικής οριοθετημένης υφαλοκρηπίδας με την Αίγυπτο και αργότερα, τον Νοέμβριο, επανέλαβαν τις παρενοχλήσεις στα όρια των ελληνικών χωρικών υδάτων βορείως της Κρήτης. Το ζητούμενο για την Τουρκία ήταν να έχει λόγο για κάθε ενεργειακό έργο που γίνεται στην ανατολική Μεσόγειο και να μην επιτρέπει να την παρακάμπτουν, όπως επανέλαβαν αρκετές φορές ο Ερντογάν και κορυφαίοι αξιωματούχοι της κυβέρνησής του.
Το 2024 η ελληνική πλευρά είχε προτιμήσει να κρατήσει χαμηλά το ζήτημα, επειδή βρίσκονταν σε εξέλιξη συνομιλίες ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία για τη διερεύνηση της δυνατότητας να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας (με επίσκεψη του Χακάν Φιντάν στην ελληνική πρωτεύουσα τον Νοέμβριο του 2024 και με διάρκεια έως τον Μάρτιο του 2025).
Γρήγορα, ωστόσο, ωρίμασε η αντίληψη ότι διαπραγματεύσεις για τις θαλάσσιες ζώνες με την Τουρκία δεν είναι εφικτές και έκτοτε η Αθήνα σκλήρυνε τη στάση της και προχώρησε τα έργα που την ενδιέφεραν, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν της τις τουρκικές ενστάσεις (δημοπράτηση οικοπέδων νοτίως της Κρήτης, χωροταξικός σχεδιασμός, θαλάσσια πάρκα). Σύμφωνα με πληροφορίες της «R», υπάρχει πλέον η αποφασιστικότητα στην Αθήνα το έργο να γίνει αγνοώντας τις όποιες προσπάθειες παρεμπόδισης των Τούρκων. Σε αυτό το συμπέρασμα έχει καταλήξει η ελληνική κυβέρνηση, λαμβάνοντας υπ’ όψιν της το συνεχές χρονικό των τουρκικών παρενοχλήσεων των δύο τελευταίων ετών (ακόμα και σε έργα πόντισης καλωδίων μεταφοράς δεδομένων), αλλά κυρίως το πρόγραμμα των ηλεκτρικών διασυνδέσεων του ΑΔΜΗΕ με τα μεγάλα ελληνικά νησιά (Κω, Ρόδο, Κάρπαθο, Λήμνο, Λέσβο, Σκύρο, Χίο και Σάμο), όλα με ορίζοντα υλοποίησης το 2030. Για την Αθήνα ήταν σαφές πως, αν έκανε πίσω στην GSI, θα έθετε υπό αίρεση και το πρόγραμμα διασυνδέσεων με τα νησιά, κάτι για το οποίο δεν υπήρχε καμία διάθεση. Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες της «R», η κυβέρνηση ήταν αποφασισμένη να βγάλει τον Στόλο στο Αιγαίο, αν χρειαστεί, για να το υλοποιήσει.
Εντονες διαβουλεύσεις
Με αυτήν την αποφασιστικότητα επανέφερε η ελληνική πλευρά το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης στο προσκήνιο. Μεθοδικά και χωρίς τυμπανοκρουσίες διεξάγονταν διαβουλεύσεις με τους Γάλλους για πολλούς μήνες έως τη συνάντηση Μακρόν – Μητσοτάκη τον Απρίλιο στην Αθήνα, οπότε και συμφωνήθηκαν οι λεπτομέρειες του έργου και η γαλλική εμπλοκή. Αυτό «έτρεξε» τις εξελίξεις και έφερε την εξαγορά του πλειοψηφικού ποσοστού στην GSI από τη γαλλική εταιρεία. Οι Τούρκοι κατάλαβαν αμέσως πως η εμπλοκή των γαλλικών συμφερόντων -ακόμα και αν δεν πρόκειται για άμεση γαλλική κρατική εμπλοκή- αλλάζει το γήπεδο της αντιπαράθεσης.
Σε άρθρο της η εφημερίδα «Hürriyet» παρουσίασε τη συμμετοχή του γαλλικού ομίλου Meridiam στην GSI ως πολιτική στήριξη προς την Αθήνα, ενώ προσέθεσε ότι το Παρίσι αναλαμβάνει πλέον ενεργό ρόλο στην προώθηση του έργου. Η εφημερίδα επικαλείται και τουρκικές κυβερνητικές πηγές που επαναλαμβάνουν την αυθαίρετη θέση ότι το σχεδιαζόμενο καλώδιο διέρχεται από θαλάσσιες περιοχές τουρκικής δικαιοδοσίας. Ανεξάρτητα από όσα λέει η Τουρκία, πάντως, το πολιτικό κόστος για την παρεμπόδιση του έργου έχει αυξηθεί σημαντικά.
Πέραν τούτου, η είσοδος της Meridiam στο μετοχικό κεφάλαιο της GSI αντιμετωπίζει τις μεγαλύτερες αδυναμίες του έργου, δηλαδή την αβεβαιότητα σε σχέση με τη χρηματοδότησή του και την ανησυχία ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις θα μπορούσαν να το οδηγήσουν σε οικονομικό αδιέξοδο. Το σημαντικότερο είναι, όμως, ότι υποχρεώνει την Κυπριακή Δημοκρατία να τερματίσει την αμφισημία με την οποία αντιμετώπιζε έως τώρα την ηλεκτρική διασύνδεση και να πάρει μια καθαρή στάση απέναντι στο έργο, δηλαδή αν πράγματι το θέλει και εάν θέλει να συμμετάσχει σε αυτό.
Αλλαγή στάσης
Οσοι έχουν παρακολουθήσει προσεκτικά την πορεία της GSI μετά την εξαγορά του φορέα υλοποίησης Eurasia Interconnector από τον ΑΔΜΗΕ γνωρίζουν πως οι Κύπριοι για λόγους που μόνο οι ίδιοι ξέρουν άλλαξαν τη στάση τους και άρχισαν να το αντιμετωπίζουν με καχυποψία. Είχαν προηγηθεί οι δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών Μάκη Κεραυνού που αμφισβητούσε τη βιωσιμότητα του έργου, το αίτημα για μια νέα μελέτη βιωσιμότητας (που διενεργήθηκε κατόπιν κυπριακού αιτήματος από τον ΑΔΜΗΕ την άνοιξη του 2024), η απόφαση με την οποία η Ρυθμιστική Αρχή Κύπρου άλλαξε τους όρους ανάκτησης του κόστους κατασκευής του έργου, η γκρίνια ώστε να μην πληρώσουν οι Κύπριοι το κόστος κατασκευής ενός έργου που ωφελεί κυρίως τους ίδιους και τέλος η άρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της και να καταβάλει το μερίδιό της για το κόστος κατασκευής καταγράφηκαν μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2024, σε μια περίοδο που οι Τούρκοι δεν είχαν ακόμα σκεφτεί να στείλουν φρεγάτες και να παρενοχλήσουν τις έρευνες βυθού. Μετά τα γεγονότα της Κάσου, οι Κύπριοι θυμήθηκαν το «γεωπολιτικό ρίσκο» και επέμεναν τόσο πολύ σε αυτό ώστε να πετύχουν, το φθινόπωρο του 2024, μια συμφωνία κατανομής του γεωπολιτικού κόστους 50%- 50% με την Αθήνα από 66,6%-33,4% που ήταν αρχικά.
Παρά την ύπαρξη μνημονίου συνεννόησης, που υπεγράφη στο Μέγαρο Μαξίμου ύστερα από συμφωνία ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Νίκο Χριστοδουλίδη, οι Κύπριοι κράτησαν το έργο μετέωρο, είτε καθυστερώντας για πολλούς μήνες τις ρυθμιστικές πράξεις (η ΡΑΕΚ εξέδωσε τις επίσημες αποφάσεις για τη μεταβίβαση των αδειών κυριότητας και διαχείρισης του έργου στον ΑΔΜΗΕ στις 10 Οκτωβρίου 2025, ενώ η εξαγορά είχε γίνει τον Οκτώβριο του 2023), είτε μη καταβάλλοντας στον ΑΔΜΗΕ την πρώτη δόση για την ανάκτηση του κόστους, ύψους 25 εκατ. ευρώ, η οποία παρεμπιπτόντως εκκρεμεί ακόμα. Εννοείται, όμως, ότι, όσο το έργο παρέμενε μετέωρο από οικονομική και ρυθμιστική άποψη, κανείς δεν θα έπαιρνε την πρωτοβουλία και το ρίσκο μιας αντιπαράθεσης με την Τουρκία για να ξαναρχίσουν οι έρευνες βυθού και να προχωρήσει το έργο.
Η επιστροφή
Τον Νοέμβριο του 2025, όταν ο Ν. Χριστοδουλίδης και ο Κυριάκος Μητσοτάκης συμφώνησαν στην «επικαιροποίηση των οικονομοτεχνικών παραμέτρων του έργου του καλωδίου διασύνδεσης, ώστε δυνητικά να ενισχυθεί από την είσοδο νέων ισχυρών επενδυτών», επειδή οι Κύπριοι επέμεναν στις ενστάσεις τους για τη βιωσιμότητα, όλοι θεώρησαν ότι είχε μπει η οριστική ταφόπλακα για την GSI. Η ελληνική κυβέρνηση, όμως, είχε διαφορετική άποψη, καθώς το εννοούσε με τους επενδυτές. Xάρη στη μεθοδικότητα του πρόεδρου του ΑΔΜΗΕ, Μάνου Μανουσάκη, που είχε προσεγγίσει τη Meridiam ήδη από το πρώτο τρίμηνο του 2024 για να συμμετάσχει στο έργο, κατέστη δυνατή όχι μόνο η συμφωνία με τη Meridiam αλλά και η επιστροφή της Nexans.
Η συμφωνία που ανακοίνωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης την Τετάρτη καθιστά έωλη κάθε συζήτηση για τη βιωσιμότητα και η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται πλέον υπό πίεση να πάρει αποφάσεις που θα άρουν τα προσκόμματα και θα στηρίξουν το έργο, αλλά και να αποφασίσει και για τη δική της συμμετοχή σε αυτό.
Η πραγματικότητα είναι ότι η Λευκωσία αιφνιδιάστηκε, κάτι που επεσήμαναν τα κυπριακά μέσα (διευκρινίζοντας, πάντως, ότι η Αθήνα είχε ενημερώσει τον Ν. Χριστοδουλίδη), και είναι ενδεικτικό πως ο Κύπριος υπουργός Ενέργειας χαιρέτισε τις εξελίξεις ως «ψήφο εμπιστοσύνης που δίνει τεράστια δυναμική στο έργο» με μία ημέρα καθυστέρηση και αφού προηγουμένως τα κυπριακά κεντροδεξιά κόμματα ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ είχαν καλέσει την κυπριακή κυβέρνηση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της.
Για την Αθήνα το ζητούμενο είναι πλέον να αρχίσει να υλοποιείται κανονικά το έργο, δηλαδή να επιστρέψουν τα πλοία, να εκδοθούν οι απαραίτητες NAVTEX και να ξεκινήσουν οι έρευνες. Το οικονομικό όφελος από την ηλεκτρική διασύνδεση θα το έχουν οι Κύπριοι. Για την Ελλάδα, όμως, μετά τις εξελίξεις των τελευταίων δύο ετών, πρόκειται για το μεγάλο γεωπολιτικό στοίχημα ότι μπορεί να ασκεί τα δικαιώματά της στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο, παρά τις απειλές της Τουρκίας και ανεξάρτητα από αυτές.