Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν πόλεμο από τον οποίο δυσκολεύεται να βρει έξοδο, την ώρα που οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ πλησιάζουν και οι οικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης με το Ιράν αρχίζουν να βαραίνουν ολοένα περισσότερο τους Αμερικανούς ψηφοφόρους.
Σχεδόν έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν, στις 28 Φεβρουαρίου, οι προσπάθειες του Αμερικανού προέδρου να τερματίσει τη σύγκρουση έχουν βαλτώσει. Η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός που επιτεύχθηκε τον Ιούνιο κατέρρευσε, ενώ η Τεχεράνη εξακολουθεί να ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ, από όπου πριν από τον πόλεμο περνούσε περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.
Η κατάσταση έχει ήδη οικονομικό κόστος. Η πίεση στο Ορμούζ έχει οδηγήσει σε άνοδο των τιμών του πετρελαίου, έχει τροφοδοτήσει τον πληθωρισμό και έχει αυξήσει το κόστος ζωής στις ΗΠΑ, την ώρα που οι Ρεπουμπλικανοί δίνουν δύσκολη μάχη για να διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου στις εκλογές του Νοεμβρίου.
Οι συγκρίσεις με τον Τζίμι Κάρτερ
Ο Guardian στην ανάλυση του, παραλληλίζει το σημερινό αδιέξοδο του Τραμπ με την κρίση που σημάδεψε την προεδρία του Τζίμι Κάρτερ. Το 1980, ο Κάρτερ απέτυχε να απελευθερώσει τους Αμερικανούς ομήρους στην Τεχεράνη, ενώ οκτώ Αμερικανοί στρατιωτικοί σκοτώθηκαν κατά την αποτυχημένη επιχείρηση διάσωσης. Χρόνια αργότερα, όταν ρωτήθηκε ποια ήταν η μεγαλύτερη μεταμέλειά του από την προεδρία του, απάντησε αμέσως ότι μετάνιωνε που δεν είχε στείλει περισσότερα ελικόπτερα.
«Ο Κάρτερ δεν μπορούσε να αλλάξει πορεία και ίσως αυτό είναι το πιο σχετικό στοιχείο, επειδή ούτε ο Τραμπ μπορεί να αλλάξει πορεία», εκτιμά ο Λάρι Σαμπάτο, διευθυντής του Center for Politics του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια. Κατά τον ίδιο, ο Τραμπ μπήκε στον πόλεμο χωρίς να διαθέτει εξαρχής μια πειστική στρατηγική εξόδου.
Με την εκεχειρία των 60 ημερών να εκπνέει χωρίς οριστική διευθέτηση, ο Αμερικανός πρόεδρος κινδυνεύει πλέον να μπει στην προεκλογική περίοδο έχοντας στην πλάτη του έναν αντιδημοφιλή πόλεμο που δεν έχει καταφέρει να τελειώσει.

Απειλές, πιέσεις και οικονομικός πόλεμος
Μέχρι στιγμής, η αντίδραση του Τραμπ κινείται μεταξύ προσπάθειας πειθούς, υποβάθμισης των συνεπειών και απειλών.
Στις 14 Αυγούστου, υποστήριξε ότι οι υψηλότερες τιμές των καυσίμων είναι ένα αποδεκτό τίμημα προκειμένου να εμποδιστεί το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Παράλληλα, έχει απειλήσει με νέα στρατιωτικά πλήγματα και με «οικονομικό πόλεμο και απομόνωση σε πρωτοφανή κλίμακα» εναντίον της Τεχεράνης και χωρών που θα της προσφέρουν στήριξη.
Οι εναλλαγές αυτές, σύμφωνα με αναλυτές, αντανακλούν την έλλειψη πραγματικά καλών επιλογών για τον Λευκό Οίκο.
Η Τεχεράνη ποντάρει στις ενδιάμεσες εκλογές
Την ίδια ώρα, η ιρανική ηγεσία φέρεται αποφασισμένη να μην επιτρέψει στον Τραμπ να βάλει τον πόλεμο προσωρινά στο περιθώριο ή απλώς να ανακηρύξει νίκη.
«Είναι αποφασισμένοι να τον κάνουν να πληρώσει τις συνέπειες της έναρξης αυτού του πολέμου στις ενδιάμεσες εκλογές», υποστηρίζει ο Βάλι Νασρ, ειδικός σε θέματα Ιράν και καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins.
Σύμφωνα με τον Νασρ, η Τεχεράνη έχει αφήσει να εννοηθεί ότι δίνει στην Ουάσινγκτον τέσσερις εβδομάδες για να επιστρέψει στη συμφωνία του Ιουνίου και να την εφαρμόσει πλήρως. Διαφορετικά, ενδέχεται να κλιμακώσει με ευρύτερες επιθέσεις σε στόχους στον Κόλπο, καθώς και σε αμερικανικές βάσεις και στρατιωτικά μέσα.

Ο οικονομικός «εφιάλτης» πριν από τις κάλπες
Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Τραμπ βρίσκεται τελικά στις τσέπες των Αμερικανών.
Ο πρώην ειδικός του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για το Ιράν, Άλαν Έιρ, προειδοποιεί ότι όσο πλησιάζουν οι εκλογές η κατάσταση μπορεί να γίνει ιδιαίτερα δύσκολη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, η τιμή του ντίζελ έχει φτάσει τα 5,44 δολάρια το γαλόνι, από 5,06 δολάρια έναν μήνα νωρίτερα και 3,70 δολάρια πριν από έναν χρόνο.
Κατά τον ίδιο, η λιγότερο κακή επιλογή για τον Λευκό Οίκο είναι να επιδιώξει την ταχύτερη δυνατή επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, ακόμη και υπό ιρανικό έλεγχο. Ωστόσο, ακόμη και ένα τέτοιο σενάριο δεν θα έφερνε άμεση οικονομική ανακούφιση, καθώς οι ασφαλιστικές εταιρείες θα χρειάζονταν χρόνο για να κρίνουν εάν η θαλάσσια οδός είναι και πάλι ασφαλής.
Το πολιτικό διακύβευμα είναι τεράστιο. Μια ήττα των Ρεπουμπλικανών τον Νοέμβριο θα μπορούσε να παραδώσει τον έλεγχο του Κογκρέσου στους Δημοκρατικούς και να οδηγήσει σε εντατικότερο έλεγχο της αμερικανικής διαχείρισης του πολέμου. Οι αναλυτές προειδοποιούν μάλιστα ότι, εάν ο Τραμπ δεν βρει τρόπο να τερματίσει τη σύγκρουση και οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία ενταθούν, το Ιράν μπορεί να μετατραπεί από πρόβλημα των ενδιάμεσων εκλογών σε κεντρικό ζήτημα των προεδρικών εκλογών του 2028.
Ο «εκλογικός καταστροφέας» και η επόμενη μέρα για τον Τραμπ
Ο Τραμπ μπορεί να μην ανησυχεί ιδιαίτερα για την εκλογική τύχη των Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο, εκτιμά ο Έιρ.
«Βλέπει το δικό του brand ως ξεχωριστό και καλύτερο από το brand των Ρεπουμπλικανών», ανέφερε χαρακτηριστικά. «Και το γεγονός ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα μπορεί να οδεύει προς έναν εκλογικό καταστροφέα τον Νοέμβριο δεν φαίνεται πραγματικά να τον κινητοποιεί».
Ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται, μάλιστα, να προετοιμάζεται ήδη για το ενδεχόμενο ενός Κογκρέσου υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών, έχοντας διορίσει τον συντηρητικό δικηγόρο Γουίλ Σαρφ νέο νομικό σύμβουλο του Λευκού Οίκου, ενόψει πιθανών κλητεύσεων, αιτημάτων για έγγραφα και κοινοβουλευτικών ερευνών.
Για την Τεχεράνη, μια βαριά εκλογική ήττα του Τραμπ και των Ρεπουμπλικανών θα αποτελούσε σημαντικό πολιτικό κέρδος. Ο Λάρι Σαμπάτο παραπέμπει μάλιστα στην ιστορική εμπειρία του Ιράν με τον Τζίμι Κάρτερ και την κρίση των ομήρων:
«Γιατί να μην κάνουν το ίδιο πράγμα; Θυμούνται την ιστορία και τότε νίκησαν», σημείωσε. Και πρόσθεσε: «Θέλουν να νικήσουν ξανά απέναντι σε έναν αντίπαλο που είμαι βέβαιος ότι απεχθάνονται πολύ περισσότερο από τον Τζίμι Κάρτερ. Για εκείνους, αυτός ο άνθρωπος είναι χειρότερος με κάθε τρόπο που μπορεί να είναι χειρότερος ένας άνθρωπος».