Οι περισσότεροι Ρώσοι στρατιώτες που πολεμούν στην Ουκρανία δεν είναι νεαροί άνδρες οι οποίοι επιστρατεύθηκαν παρά τη θέλησή τους, αλλά άνθρωποι που υπέγραψαν συμβόλαια με τον ρωσικό στρατό, συχνά με βασικό κίνητρο τις υψηλές οικονομικές απολαβές. Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα ανάλυσης του Kyiv Independent, η οποία αντικρούει πρόσφατη τοποθέτηση του Έλον Μασκ και εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο το Κρεμλίνο συνεχίζει να αναπληρώνει τις μεγάλες απώλειές του στο μέτωπο.
Σε δημοσίευμα της 26ης Οκτωβρίου, οι δημοσιογράφοι Τάνια Μιρονισένα και Φράνσις Φάρελ επιχειρούν να αποσαφηνίσουν ποιοι στελεχώνουν πραγματικά τις ρωσικές δυνάμεις στην Ουκρανία, ποια κίνητρα τους οδηγούν να καταταγούν και γιατί ο Βλαντίμιρ Πούτιν αποφεύγει μέχρι σήμερα μια νέα γενικευμένη επιστράτευση.
Αφορμή αποτέλεσε ανάρτηση του ιδρυτή της SpaceX, Έλον Μασκ, στις 25 Οκτωβρίου, στην οποία υποστήριξε ότι πρέπει να υπάρχει συμπόνια και για τους Ρώσους κληρωτούς.
«Θα έπρεπε να δείχνουμε κάποια συμπόνια και για τους φτωχούς Ρώσους που έχουν κληρωθεί (για να καταταγούν). Αυτά τα παιδιά δεν έχουν άλλη επιλογή από το να πολεμήσουν και να πεθάνουν από επιθέσεις drones», έγραψε.
Η τοποθέτησή του προκάλεσε την αντίδραση των συντακτών της ανάλυσης, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι παρουσιάζει μια παραπλανητική εικόνα για τη σύνθεση του ρωσικού στρατού και παραβλέπει τις ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στις δύο πλευρές του πολέμου.
Δύο διαφορετικοί στρατοί: Οι κληρωτοί και οι συμβασιούχοι
Σύμφωνα με την ανάλυση του Kyiv Independent, η Ρωσία διαθέτει ουσιαστικά δύο διαφορετικές κατηγορίες στρατιωτών: τους κληρωτούς που υπηρετούν την υποχρεωτική στρατιωτική τους θητεία και τους στρατιώτες που κατατάσσονται με συμβόλαιο.
Η υποχρεωτική θητεία πραγματοποιείται μέσω δύο ετήσιων περιόδων κατάταξης, την άνοιξη και το φθινόπωρο, και διαρκεί έναν χρόνο. Βάσει της ρωσικής νομοθεσίας, οι κληρωτοί δεν μπορούν να αποστέλλονται στο εξωτερικό για να συμμετέχουν σε πολεμικές επιχειρήσεις.
Για τη διεξαγωγή του πολέμου στην Ουκρανία, το Κρεμλίνο στηρίζεται κυρίως στον στρατό των συμβασιούχων, ο οποίος περιλαμβάνει ανθρώπους που κατατάσσονται εθελοντικά έναντι αμοιβής.
«Πολλοί πιστεύουν ότι οι Ρώσοι εξαναγκάζονται να πολεμήσουν. Στην πραγματικότητα, το Κρεμλίνο φοβάται να επιστρατεύσει τον πληθυσμό του», εξηγεί στο Kyiv Independent η Κατερίνα Στεπανένκο, ερευνήτρια για τη Ρωσία στο Ινστιτούτο Μελέτης του Πολέμου (ISW).
Αντί να προχωρήσει σε νέα γενική επιστράτευση, ο Πούτιν προσφέρει σημαντικά οικονομικά κίνητρα σε όσους συμφωνούν να υπογράψουν στρατιωτικά συμβόλαια.
Η πρακτική αυτή φαίνεται να εξακολουθεί να αποδίδει. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΝΑΤΟ από τον Αύγουστο, η Ρωσία στρατολογούσε έως και 40.000 ανθρώπους τον μήνα.
Τα χρήματα αποτελούν το βασικό κίνητρο
Οι οικονομικές απολαβές βρίσκονται στον πυρήνα του ρωσικού συστήματος στρατολόγησης.
Οι νεοσύλλεκτοι λαμβάνουν μπόνους κατά την υπογραφή του συμβολαίου τους, καθώς και μηνιαίους μισθούς που μπορεί να είναι πολλαπλάσιοι του μέσου εισοδήματος στη Ρωσία.
Στις πληρωμές που προβλέπει το ομοσπονδιακό υπουργείο Άμυνας προστίθενται οικονομικά κίνητρα από τις περιφερειακές αρχές, οι οποίες καλούνται να εκπληρώσουν συγκεκριμένους στόχους στρατολόγησης που θέτει η Μόσχα.
Για κατοίκους φτωχότερων περιοχών, η κατάταξη μπορεί να εμφανίζεται ως ευκαιρία να αντιμετωπίσουν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα οικονομικές δυσκολίες που τους ταλαιπωρούν επί χρόνια.
«Δεν τους προσελκύουν μόνο τα χρήματα, αλλά και πολυάριθμες κοινωνικές παροχές. Σε αυτές περιλαμβάνονται η δωρεάν εκπαίδευση, οι επιδοτήσεις στέγασης, οι εκπτώσεις στην αγορά αυτοκινήτων και άλλα προνόμια που καθιστούν τη στρατιωτική υπηρεσία πιο ελκυστική», επισημαίνει η Στεπανένκο.
Το Kyiv Independent αναφέρει ότι ορισμένοι επιλέγουν να καταταγούν προκειμένου να αντιμετωπίσουν προσωπικά ή νομικά προβλήματα.
Στις ομάδες που προσεγγίζονται περιλαμβάνονται φυλακισμένοι, άνθρωποι με ανεξόφλητα δάνεια και άτομα που αντιμετωπίζουν κατηγορίες για μικρότερης βαρύτητας αδικήματα.
Για ορισμένους από αυτούς, η υπογραφή στρατιωτικού συμβολαίου παρουσιάζεται ως διέξοδος από τα χρέη ή ως τρόπος αποφυγής ποινικών συνεπειών.
Η άλλη πλευρά της στρατολόγησης: Πίεση, απειλές και εξαπάτηση
Η οικονομική ανταμοιβή, ωστόσο, δεν εξηγεί το σύνολο των περιπτώσεων στρατολόγησης.
Όπως τονίζει η ανάλυση, υπάρχουν και άνθρωποι που οδηγούνται στον ρωσικό στρατό μέσω καταναγκασμού, εκφοβισμού ή παραπλανητικών υποσχέσεων.
Ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι μετανάστες από χώρες της Κεντρικής Ασίας και άλλες περιοχές, οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις πιέζονται να καταταγούν υπό την απειλή απέλασης ή απώλειας της ρωσικής υπηκοότητας.
Παράλληλα, η Ρωσία έχει στρατολογήσει αλλοδαπούς από χώρες όπως η Κούβα, η Συρία και το Νεπάλ, καθώς και από περιοχές της υποσαχάριας Αφρικής.
Σύμφωνα με το Kyiv Independent, ορισμένοι προσεγγίστηκαν από τοπικούς μεσάζοντες ή μέσω παραπλανητικών αγγελιών εργασίας, οι οποίες κατέληξαν στην υπογραφή στρατιωτικών συμβολαίων.
«Υπάρχει πολύς καταναγκασμός. Η στρατολόγηση περιλαμβάνει μερικές φορές κακοποίηση, χειραγώγηση ή πιέσεις στους χώρους εργασίας για την εκπλήρωση των ποσοστώσεων», αναφέρει η Στεπανένκο.
Η ίδια, ωστόσο, υπογραμμίζει ότι ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων εξακολουθεί να υπογράφει συμβόλαια με τη θέλησή του λόγω των οικονομικών ανταμοιβών.
«Τα χρήματα παραμένουν κεντρικό στοιχείο του τρόπου με τον οποίο το Κρεμλίνο συντηρεί τις δυνάμεις του», σημειώνει.
Οι στρατιώτες που αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμοι
Η συνεχής ανάγκη της Ρωσίας για νέους στρατιώτες συνδέεται άμεσα με τον τρόπο διεξαγωγής των επιχειρήσεων στην Ουκρανία.
Από τη μάχη του Μπαχμούτ, το 2022 και το 2023, οι ρωσικές επιθετικές τακτικές βασίζονται σε διαδοχικές εφόδους πεζικού, συχνά με μεγάλες απώλειες.
Με την εξέλιξη του πολέμου, οι ομάδες εφόδου έχουν μειωθεί σημαντικά.
Ενώ το 2023 αποτελούνταν συνήθως από έξι έως δέκα στρατιώτες, πλέον χρησιμοποιούνται μικρές ομάδες διείσδυσης των δύο ατόμων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ένας μόνο στρατιώτης επιχειρεί να περάσει μέσα από τις ουκρανικές γραμμές.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες Ρώσων αιχμαλώτων πολέμου που επικαλείται το δημοσίευμα, η αποστολή πολλών στρατιωτών περιορίζεται στο να προωθηθούν σε ένα συγκεκριμένο σημείο και να περιμένουν νέες διαταγές.
Αρκετοί σκοτώνονται ή τραυματίζονται προτού φτάσουν στον προορισμό τους, εξαιτίας επιθέσεων με drones, πυρών πυροβολικού ή ναρκών.
Παρά τις απώλειες αυτές, η Μόσχα συνεχίζει να εξασφαλίζει δεκάδες χιλιάδες νέους στρατιώτες κάθε μήνα, χωρίς να έχει χρειαστεί μέχρι στιγμής να ανακοινώσει νέα γενική επιστράτευση.
Το «κοινωνικό συμβόλαιο» του Πούτιν με τους Ρώσους
Η δυνατότητα του Κρεμλίνου να διατηρεί έναν μεγάλο στρατό χωρίς γενικευμένη επιστράτευση αποτελεί, σύμφωνα με τους αναλυτές, βασικό στοιχείο της πολιτικής στρατηγικής του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Ο Μαξ Μπέργκμαν, διευθυντής του προγράμματος Ευρώπης, Ρωσίας και Ευρασίας στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών (CSIS), υποστηρίζει ότι ο Ρώσος πρόεδρος έχει δύο κυρίαρχες επιδιώξεις: να υποτάξει την Ουκρανία και να παραμείνει στην εξουσία.
Η μερική επιστράτευση που ανακοινώθηκε το φθινόπωρο του 2022 προκάλεσε, σύμφωνα με τον ίδιο, τη μεγαλύτερη πτώση της δημοτικότητας του Πούτιν.
«Μια νέα επιστράτευση ενέχει τον κίνδυνο να προκαλέσει αντιδράσεις όχι μόνο εναντίον του πολέμου, αλλά και εναντίον της ίδιας της εξουσίας του», εξηγεί.
Για τον λόγο αυτό, το Κρεμλίνο επιδιώκει να διατηρεί την εικόνα ενός στρατού στον οποίο οι πολίτες κατατάσσονται οικειοθελώς και ανταμείβονται με υψηλούς μισθούς και κοινωνικές παροχές.
Η Στεπανένκο περιγράφει αυτή τη σχέση ως ένα άτυπο «κοινωνικό συμβόλαιο» μεταξύ του Πούτιν και της ρωσικής κοινωνίας.
«Ο Πούτιν δεν θα επιστρατεύσει το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο και θα πληρώνει όσους υπηρετούν, εφόσον οι πολίτες δεν αντιτίθενται στον πόλεμο», αναφέρει.
Κατά την ίδια, η στρατηγική αυτή έχει μέχρι στιγμής λειτουργήσει, καθώς δεν έχουν εκδηλωθεί μαζικές διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη Ρωσία.

Ετοιμάζει η Μόσχα νέα επιστράτευση 600.000 ανθρώπων;
Παρότι η ροή νέων στρατιωτών παραμένει σταθερή, η ανάλυση επισημαίνει ότι οι ρωσικές επιδόσεις στο πεδίο των μαχών το 2026 είναι χειρότερες σε σύγκριση με προηγούμενα χρόνια.
Οι ρωσικές δυνάμεις έχουν καταλάβει μικρότερες εκτάσεις παρά τις υψηλές απώλειες, δεν έχουν καταφέρει να θέσουν υπό τον έλεγχό τους ολόκληρο το Ντονμπάς και έχουν χάσει εδάφη έπειτα από ουκρανικές αντεπιθέσεις.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Κίεβο υποστηρίζει ότι η Μόσχα σχεδιάζει μια λεγόμενη «περιφερειακή επιστράτευση», η οποία θα μπορούσε να αφορά 300.000 ανθρώπους μέχρι το τέλος του 2026 και άλλους 300.000 το 2027.
Ο όρος περιγράφει, σύμφωνα με την ουκρανική εκτίμηση, την πιθανότητα μαζικής στρατολόγησης χωρίς επίσημη ανακοίνωση γενικής επιστράτευσης, με ιδιαίτερη έμφαση σε απομακρυσμένες και οικονομικά ασθενέστερες περιοχές της Ρωσίας.
Η κίνηση αυτή αναμενόταν, σύμφωνα με τους ουκρανικούς ισχυρισμούς, μετά τις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου στη Ρωσία.
Ωστόσο, πέντε εβδομάδες αργότερα, η εκτεταμένη επιστράτευση δεν έχει πραγματοποιηθεί, ενώ έχουν καταγραφεί μόνο περιορισμένες αναφορές για ενίσχυση των πιέσεων στρατολόγησης.
Εάν το Κρεμλίνο προχωρήσει τελικά σε νέα μαζική επιστράτευση, η εμπειρία του 2022 υποδηλώνει ότι θα μπορούσε να ακολουθήσει νέο κύμα φυγής ανδρών στρατεύσιμης ηλικίας από τη Ρωσία.
Γιατί οι αναλυτές απορρίπτουν την εξίσωση των δύο στρατών
Η ανάλυση του δεν αμφισβητεί ότι Ρώσοι στρατιώτες σκοτώνονται σε μεγάλο αριθμό ούτε ότι ορισμένοι οδηγούνται στον πόλεμο μέσω καταναγκασμού.
Αντικρούει, ωστόσο, την εικόνα που παρουσίασε ο Έλον Μασκ, σύμφωνα με την οποία οι Ρώσοι που πολεμούν στην Ουκρανία είναι κυρίως νεαροί κληρωτοί χωρίς δυνατότητα επιλογής.
Ο ανεξάρτητος Ρώσος στρατιωτικός αναλυτής Πάβελ Λούζιν υποστηρίζει ότι η πλειονότητα των Ρώσων στρατιωτών επέλεξε να συμμετάσχει στον πόλεμο, κυρίως λόγω οικονομικών και προσωπικών κινήτρων.
Ο ίδιος απορρίπτει και την ηθική εξίσωση των δύο στρατών.
«Η μία πλευρά είναι μια δύναμη κατοχής που προσπαθεί να υποτάξει μια άλλη χώρα και τον λαό της. Η άλλη πολεμά για την ελευθερία της. Πρόκειται για θεμελιωδώς διαφορετικούς σκοπούς», δηλώνει στο Kyiv Independent.
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η Ρωσία έχει δημιουργήσει έναν μηχανισμό στρατολόγησης που συνδυάζει υψηλές οικονομικές ανταμοιβές, κοινωνικά προνόμια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, καταναγκασμό, επιτρέποντας στο Κρεμλίνο να συνεχίζει τον πόλεμο χωρίς να επιβάλλει μέχρι σήμερα μια νέα γενικευμένη επιστράτευση.
Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι για πόσο ακόμη αυτό το σύστημα θα μπορεί να αναπληρώνει τις απώλειες του ρωσικού στρατού, χωρίς να υποχρεώσει τον Πούτιν να λάβει μια πολιτικά επικίνδυνη απόφαση.