Ανώτατο όριο στην παρουσία μαθητών χωρίς ιταλική υπηκοότητα στις σχολικές τάξεις σχεδιάζει να θεσπίσει η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι. Η πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι η σχετική ρύθμιση θα φτάσει σύντομα στο υπουργικό συμβούλιο, με την κυβέρνηση να προσανατολίζεται σε όριο 30% ανά τάξη. Στην Ιταλία φοιτούν περίπου 930.000 μαθητές χωρίς ιταλική υπηκοότητα, ωστόσο σχεδόν δύο στους τρεις έχουν γεννηθεί στην ίδια τη χώρα. Οι διευθυντές των σχολείων προειδοποιούν ήδη ότι η εφαρμογή του μέτρου θα είναι ιδιαίτερα δύσκολη σε περιοχές με υψηλή συγκέντρωση μεταναστευτικών οικογενειών.
Η Μελόνι ανακοίνωσε την πρωτοβουλία το Σάββατο (20/9), μιλώντας στο Fenix, τη διοργάνωση της Gioventù Nazionale, της νεολαίας του κόμματός της, Αδέλφια της Ιταλίας, αναφέρει το Ansa.
Όπως είπε, η κυβέρνηση ετοιμάζει νομοθετική παρέμβαση που θα καθορίζει μέγιστο αριθμό αλλοδαπών μαθητών ανά τάξη.
«Δεν γίνεται σε μια ιταλική τάξη τα παιδιά της Ιταλίας να αισθάνονται παραγκωνισμένα επειδή έχουν γίνει μειονότητα. Αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει», δήλωσε η Ιταλίδα πρωθυπουργός.
Στο 30% το όριο που σχεδιάζει η κυβέρνηση
Η κατεύθυνση της ιταλικής κυβέρνησης είναι να καθιερωθεί ανώτατο ποσοστό 30% μαθητών με ξένη υπηκοότητα ανά τάξη, μετατρέποντας ουσιαστικά σε δεσμευτικότερο κανόνα μια πρόβλεψη που υπάρχει εδώ και χρόνια αλλά δεν εφαρμόστηκε συστηματικά.
Ο υπουργός Παιδείας Τζουζέπε Βαλντιτάρα έχει δηλώσει ότι το όριο του 30% προβλεπόταν ήδη από υπουργική εγκύκλιο, αλλά «δεν εφαρμόστηκε ποτέ», και ότι πλέον η κυβέρνηση θεωρεί πως χρειάζεται νομοθετική ρύθμιση.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι περιφερειακές σχολικές υπηρεσίες θα πρέπει να συντονίζουν τα σχολεία ώστε να αποφεύγεται η υπερβολική συγκέντρωση μαθητών με μεταναστευτικό υπόβαθρο σε συγκεκριμένες τάξεις και σχολικές μονάδες.
Η σχετική πρόβλεψη ανάγεται σε εγκύκλιο του 2010, επί υπουργίας Μαρία Στέλα Τζελμίνι, η οποία όριζε ότι, κατά κανόνα, οι μαθητές χωρίς ιταλική υπηκοότητα δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν το 30% μιας τάξης. Στην πράξη, ωστόσο, προβλέπονταν εξαιρέσεις και το μέτρο δεν εφαρμόστηκε ομοιόμορφα.
930.000 μαθητές χωρίς ιταλική υπηκοότητα – Οι περισσότεροι έχουν γεννηθεί στην Ιταλία
Τα στοιχεία δείχνουν, πάντως, μια πιο σύνθετη δημογραφική πραγματικότητα.
Στα ιταλικά σχολεία, από το νηπιαγωγείο έως τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, φοιτούν περίπου 930.000 μαθητές χωρίς ιταλική υπηκοότητα, οι οποίοι αντιστοιχούν στο 11,6% του συνολικού μαθητικού πληθυσμού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Rai, περίπου 65,2% από αυτούς, περισσότεροι από 607.000 μαθητές, έχουν γεννηθεί στην Ιταλία.
Πριν από 11 χρόνια, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 51,7%, γεγονός που δείχνει ότι όλο και μεγαλύτερο μέρος των μαθητών που καταγράφονται στατιστικά ως «ξένοι» είναι παιδιά δεύτερης γενιάς που έχουν μεγαλώσει στην Ιταλία.
Οι πέντε μεγαλύτερες ομάδες ως προς την υπηκοότητα είναι οι Ρουμάνοι, Αλβανοί, Μαροκινοί, Κινέζοι και Αιγύπτιοι μαθητές.
Ποιοι ενδέχεται να εξαιρεθούν
Οι ακριβείς λεπτομέρειες της νέας ρύθμισης θα γίνουν γνωστές όταν παρουσιαστεί το νομοθετικό κείμενο στο υπουργικό συμβούλιο.
Σύμφωνα με τη Rai, η εφαρμογή του ορίου δεν αναμένεται να αφορά με τον ίδιο τρόπο όλους τους μαθητές που χαρακτηρίζονται ως έχοντες μεταναστευτικό υπόβαθρο.
Στον σχεδιασμό που βρίσκεται υπό διαμόρφωση εξετάζονται εξαιρέσεις για μαθητές που είναι πολίτες χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και για παιδιά δεύτερης γενιάς που διαθέτουν καλή γνώση της ιταλικής γλώσσας. Ο τρόπος με τον οποίο θα αξιολογείται η γλωσσική επάρκεια δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί.
Οι διευθυντές προειδοποιούν: «Τι θα κάνουμε, θα διώχνουμε τα παιδιά;»
Η εξαγγελία έχει ήδη ανοίξει συζήτηση για το κατά πόσο ένα τέτοιο όριο μπορεί πράγματι να εφαρμοστεί.
Ο πρόεδρος της Εθνικής Ένωσης Διευθυντών Σχολείων, Αντονέλο Τζιανέλι, χαρακτήρισε το ζήτημα από εκπαιδευτική άποψη «βάσιμο», αλλά τόνισε ότι η πρακτική εφαρμογή του είναι δύσκολη.
Το βασικό πρόβλημα αφορά κυρίως τα νηπιαγωγεία και τα δημοτικά, όπου η εγγραφή των παιδιών συνδέεται με τον τόπο κατοικίας τους.
«Το σχολείο πρέπει να δέχεται τις εγγραφές των παιδιών της γειτονιάς. Αν σε εκείνη την περιοχή η παρουσία αλλοδαπών είναι πλειοψηφική, τι κάνουμε; Τα διώχνουμε;», διερωτήθηκε.
Ο ίδιος υπενθύμισε ότι ακριβώς αυτές οι πρακτικές δυσκολίες εμπόδισαν την εφαρμογή της προηγούμενης εγκυκλίου για το όριο του 30%.
Το πρόβλημα των περιοχών με μεγάλη συγκέντρωση μεταναστών
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο σε συνοικίες όπου μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχει μεταναστευτική καταγωγή.
Ο Τζιανέλι έφερε ως παράδειγμα την πόλη Πράτο, όπου υπάρχει μεγάλη κινεζική κοινότητα, υπογραμμίζοντας ότι το ζήτημα δεν μπορεί να λυθεί αποκλειστικά μέσα από τη σχολική πολιτική αλλά συνδέεται και με τη γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού.
Ο Βαλντιτάρα έχει από την πλευρά του υποστηρίξει ότι οι σχολικές υπηρεσίες και οι τοπικές Αρχές θα πρέπει να συνεργαστούν ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία σχολείων με πολύ υψηλή συγκέντρωση μαθητών μεταναστευτικής προέλευσης, χωρίς όμως παιδιά να αναγκάζονται να φοιτούν πολλά χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι τους.
Περισσότεροι από ένας στους τέσσερις βρίσκονται στη Λομβαρδία
Η κατανομή των μαθητών χωρίς ιταλική υπηκοότητα παρουσιάζει μεγάλες γεωγραφικές διαφορές.
Περισσότερο από το ένα τέταρτο του συνόλου βρίσκεται στη Λομβαρδία, όπου φοιτούν περίπου 236.000, δηλαδή το 26% του συνόλου.
Ακολουθούν η Εμίλια-Ρομάνια με 112.839, το Βένετο με 94.669, το Λάτσιο με 80.051 και το Πιεμόντε με 78.039 μαθητές.
Σε επίπεδο πόλεων, το Μιλάνο βρίσκεται πρώτο με 79.039 μαθητές χωρίς ιταλική υπηκοότητα, ακολουθούμενο από τη Ρώμη με 63.782, το Τορίνο με 39.465 και την Μπρέσια με 32.747.
Μεγαλύτερος ο κίνδυνος σχολικής διαρροής
Τα στοιχεία δείχνουν επίσης σημαντικές εκπαιδευτικές ανισότητες.
Σύμφωνα με τα δεδομένα που επικαλείται η Rai, ο κίνδυνος της λεγόμενης «έμμεσης σχολικής διαρροής», δηλαδή της ολοκλήρωσης της σχολικής πορείας χωρίς επαρκείς βασικές δεξιότητες, φτάνει το 22,5% για τους μαθητές χωρίς ιταλική υπηκοότητα, έναντι 11,6% για τους Ιταλούς μαθητές.
Παράλληλα, αυξάνεται σταδιακά η παρουσία μαθητών μεταναστευτικής προέλευσης στα λύκεια, ιδιαίτερα μεταξύ όσων έχουν γεννηθεί στην Ιταλία, αν και εξακολουθεί να υπάρχει αισθητή διαφορά στις εκπαιδευτικές επιλογές.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει το όριο του 30% ως εργαλείο καλύτερης ένταξης και εκμάθησης της ιταλικής γλώσσας, ενώ οι επικριτές και εκπρόσωποι της εκπαιδευτικής κοινότητας θέτουν ερωτήματα για το πώς θα εφαρμοστεί χωρίς να περιοριστεί στην πράξη η πρόσβαση των παιδιών στο σχολείο της περιοχής τους.