Έναν μήνα μετά την αποτυχημένη εκτέλεσή της με θανατηφόρα ένεση στο Τενεσί των ΗΠΑ, η Κρίστα Πάικ μίλησε για πρώτη φορά δημόσια, περιγράφοντας τον αδιάκοπο σωματικό και ψυχικό πόνο που βιώνει. Η γυναίκα, η οποία είχε καταδικαστεί σε θάνατο για τη δολοφονία της συμμαθήτριάς της, Κολίν Σλέμερ, το 1995, επέζησε από τη διαδικασία της 30ής Σεπτεμβρίου, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις για τους χειρισμούς των σωφρονιστικών αρχών.
Σε δήλωση που δημοσιοποιήθηκε την Παρασκευή (30/10) από τη νομική της ομάδα, η Πάικ καταγγέλλει την «ανικανότητα» που οδήγησε στην αποτυχημένη εκτέλεσή της, ενώ αποκαλύπτει ότι εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας.
«Το σώμα μου πονάει. Τα χέρια μου πονάνε. Οι παλάμες μου πονάνε. Ο λαιμός μου πονάει. Ακόμη δυσκολεύομαι να μιλήσω. Και ο πόνος δεν είναι μόνο σωματικός. Υπάρχει πόνος στο μυαλό μου και στην ψυχή μου», δήλωσε, σύμφωνα με τον Guardian.
Όπως εξηγεί, δεν έχει περάσει ούτε μία στιγμή από τη χορήγηση της πεντοβαρβιτάλης, του φαρμάκου που χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεσή της, κατά την οποία να μην αισθάνεται πόνο.
«Είμαι βαθιά πληγωμένη από την ανικανότητα που έφερε τόσους ανθρώπους σε αυτή την τρομερή κατάσταση», ανέφερε, ασκώντας έμμεση αλλά σαφή κριτική στις αρχές του Τενεσί.
Η εκτέλεση που απέτυχε και η θανατηφόρα δόση των 5 γραμμαρίων
Στις 30 Σεπτεμβρίου, η Κρίστα Πάικ οδηγήθηκε στον θάλαμο εκτελέσεων του Τενεσί, όπου την έδεσαν σε ειδικό φορείο για να της χορηγηθεί θανατηφόρα ένεση.
Είχε καταδικαστεί για τη δολοφονία της Κολίν Σλέμερ, μιας συμμαθήτριάς της, το 1995, όταν η ίδια ήταν 18 ετών.
Η διαδικασία, ωστόσο, εξελίχθηκε σε σοβαρότατη αποτυχία.
Σύμφωνα με τον Guardian, τα μέλη της ομάδας εκτέλεσης χρειάστηκαν σχεδόν μία ώρα προσπαθώντας να εξασφαλίσουν ενδοφλέβια πρόσβαση, ώστε να χορηγήσουν το φάρμακο.
Στην Πάικ χορηγήθηκε συνολικά δόση 5 γραμμαρίων πεντοβαρβιτάλης, ωστόσο η διαδικασία δεν εξελίχθηκε όπως είχε προβλεφθεί και η κρατούμενη επέζησε.
Η υπόθεση προκάλεσε σοκ στις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδιαίτερα μετά τη δημοσιοποίηση αναλυτικής περιγραφής όσων συνέβησαν στον θάλαμο εκτελέσεων από δικηγόρο της Πάικ, ο οποίος ήταν παρών.
Ιατρικοί εμπειρογνώμονες που μίλησαν στον Guardian εξέφρασαν την έκπληξή τους για το επίπεδο ανεπάρκειας που, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, επέδειξαν οι υπεύθυνοι της διαδικασίας.
Δέκα ημέρες στο νοσοκομείο και επιστροφή στην απομόνωση
Μετά την αποτυχημένη εκτέλεση, η Πάικ μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο, όπου παρέμεινε για δέκα ημέρες λαμβάνοντας εντατική ιατρική φροντίδα.
Στη συνέχεια επέστρεψε στο σωφρονιστικό κέντρο Debra Johnson, στο Νάσβιλ του Τενεσί, όπου εξακολουθεί να νοσηλεύεται στο αναρρωτήριο της φυλακής.
Όπως περιγράφει, η ανάρρωσή της είναι αργή και επώδυνη, ενώ η ίδια παραμένει σε μεγάλο βαθμό απομονωμένη από τους υπόλοιπους κρατουμένους.
Η απομόνωση αυτή, όπως τονίζει, αποτελεί μια επιπλέον μορφή βασανιστικού πόνου.
«Μακριά από άλλους ανθρώπους και από τις ανθρώπινες σχέσεις που σημαίνουν τόσο πολλά για μένα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η Πάικ είχε ήδη περάσει τα πρώτα 28 χρόνια της παραμονής της στην πτέρυγα των μελλοθανάτων σε απομόνωση, γεγονός που, όπως εξηγεί, καθιστά ακόμη δυσκολότερη τη σημερινή της κατάσταση.
«Είχα συμφιλιωθεί με τον θάνατό μου»
Ιδιαίτερα συγκλονιστική είναι η αναφορά της στις τελευταίες στιγμές πριν από την εκτέλεση.
Η Πάικ υποστηρίζει ότι εκείνο το βράδυ ήταν προετοιμασμένη να πεθάνει. «Είχα συμφιλιωθεί με αυτό», δήλωσε.
Ωστόσο, όταν συνήλθε, βρέθηκε μόνη σε ένα νοσοκομείο, χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς είχε συμβεί.
«Ξύπνησα μόνη σε ένα νοσοκομείο, μπερδεμένη και πονώντας», περιέγραψε.
Έκτοτε προσπαθεί να κατανοήσει γιατί επέζησε και τι μπορεί να σημαίνει αυτή η εξέλιξη για το μέλλον της.
«Δεν ξέρω γιατί επέζησα εκείνο το βράδυ. Δεν ξέρω τι ακολουθεί. Κάποιες ημέρες είναι δυσκολότερο να βρω ελπίδα από ό,τι άλλες. Προς το παρόν, προσπαθώ να αναρρώσω, μία ημέρα τη φορά», ανέφερε.
Η δήλωσή της υπαγορεύτηκε στους δικηγόρους της, καθώς εξακολουθεί να δυσκολεύεται να μιλήσει.
Αναστολή των εκτελέσεων στο Τενεσί – Τι θα συμβεί με τη θανατική ποινή της
Η αποτυχημένη εκτέλεση της 30ής Σεπτεμβρίου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο Τενεσί και επανέφερε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης τις μεθόδους εφαρμογής της θανατικής ποινής στις ΗΠΑ.
Ο Ρεπουμπλικανός κυβερνήτης της πολιτείας, Μπιλ Λι, διέταξε την αναστολή των επόμενων εκτελέσεων μέχρι να ολοκληρωθεί ανεξάρτητη διερεύνηση της υπόθεσης.
Παράλληλα, παραμένει αβέβαιο ποια θα είναι η περαιτέρω αντιμετώπιση της Πάικ από τις αρχές.
Μιλώντας νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, ο Λι δήλωσε ότι αναμένει πως η θανατική ποινή της θα παραμείνει σε ισχύ, εκτός εάν υπάρξει διαφορετική απόφαση από τα δικαστήρια.
Η εξέλιξη αυτή αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων νομικών διαδικασιών, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ξεκαθαριστεί πώς σκοπεύει να προχωρήσει η πολιτεία.
«Δεν είμαι μόνη»: Το μήνυμα στους ανθρώπους που τη στήριξαν
Παρά τη σωματική εξάντληση και την αβεβαιότητα για το μέλλον της, η Πάικ αναφέρθηκε στη στήριξη που δέχθηκε από ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο.
Όπως εξήγησε, η αγάπη και το ενδιαφέρον που της έδειξαν αποτέλεσαν σημαντική πηγή δύναμης κατά τη δύσκολη περίοδο της ανάρρωσής της.
«Το να γνωρίζω ότι τόσοι άνθρωποι νοιάζονται για μένα, ότι με βλέπουν ως έναν άνθρωπο του οποίου η ζωή έχει αξία, με γεμίζει ταπεινότητα», δήλωσε.
Παράλληλα, ευχαρίστησε τους διασώστες, τους γιατρούς και τους νοσηλευτές που τη φρόντισαν κατά τη νοσηλεία της, καθώς και τους δικηγόρους της και όσους στάθηκαν στο πλευρό της.
«Κρατιέμαι από την αγάπη και την καλοσύνη τόσων ανθρώπων, που μου υπενθύμισαν ότι δεν είμαι μόνη», κατέληξε.
Έναν μήνα μετά την αποτυχημένη εκτέλεσή της, η Κρίστα Πάικ εξακολουθεί να αναρρώνει, ενώ η θανατική καταδίκη της παραμένει σε ισχύ. Η υπόθεσή της έχει πλέον μετατραπεί σε μείζον ζήτημα για το σύστημα απονομής και εφαρμογής της θανατικής ποινής στο Τενεσί, με τις αρχές να καλούνται να εξηγήσουν πώς μια διαδικασία που είχε σχεδιαστεί για να οδηγήσει στον θάνατο κατέληξε σε μια πρωτοφανή αποτυχία.